Φύση και πολιτισμός

—του Σάκη Κουρουζίδη—

«Όλα τα πράγματα μπορούν να κοιταχτούν με διαφορετικό πνεύμα. Με ιδιοτέλεια ή με μεγαλοψυχία, βιωματικά ή χρησιμοθηρικά. Είναι διαφορετικό το “…πώς βλέπει ο ξυλοκόπος ένα κομμένο δέντρο, από το πώς το φαντάζεται ένας ποιητής”» (Έμερσον).

 Η οικολογία και ο πολιτισμός δεν αποτελούν θεματικές περιοχές, είναι καθολικές οπτικές στο σύνολο των υποθέσεων της κοινωνίας. Τα τεχνικά στοιχεία που συνθέτουν την όποια θεματική τους διάσταση, έχουν έναν άλλο χαρακτήρα, ένα διαχειριστικό περιεχόμενο, αλλά η συνεισφορά τους στην εξέλιξη των κοινωνιών είναι πολύ ευρύτερη.

Αν η τέχνη και η οικολογία εκφράζουν μια παράλληλη πρόθεση για τη σύνθεση και την ενοποίηση, αν είναι δύο αδελφές αυταπάτες, οφείλουν, τότε, να έχουν «αιμομεικτικές» διαθέσεις.

Σ’ αυτό τον προνομιακό χώρο για τους λογοτέχνες, ας δούμε πώς αντιλαμβάνεται αυτή τη μείξη ο Ε. Σάμπατο: «Η τέχνη δημιουργείται πρωταρχικά από τη συναλλαγή του ανθρώπου με τις παντοδύναμες “κατώτερες” δυνάμεις, τις δυνάμεις οι οποίες φυτρώνουν από τη γη και το ασυνείδητο, τις προαιώνιες δημιουργικές δυνάμεις της μαγείας και του μύθου. Τις θηλυκές δυνάμεις, ας το πούμε μια και καλή. Ο δικός μας αφηρημένος πολιτισμός κατακερμάτισε κατά τραγικό τρόπο τον άνθρωπο. Αφαιρώ σημαίνει χωρίζω και, στη δική μας μηχανική κουλτούρα, τα πάντα χωρίστηκαν από τα πάντα: το σώμα από την ψυχή, η διαίσθηση από τη σύλληψη, ο άνθρωπος από τον κόσμο».

Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, πέρασε από πολλές φάσεις.

Μια πρώτη φάση χαρακτηρίζεται από το δέος που του προκαλεί η φύση. Αυτό οδηγεί σε μια θεοποίηση των στοιχείων της, κάτι που οδηγεί ιδιότυπες μορφές προστασίας, όταν συνδέονται στοιχεία της φύσης με θεές, νύμφες, μούσες…

Στη συνέχεια, ο άνθρωπος συνυπάρχει με τη φύση μέσα από τη γνώση των λειτουργιών της, του σεβασμού αυτών λειτουργιών, αντίληψη που πατάει σε έναν αναγκαστικό ωφελιμισμό. Γνωρίζω τη φύση, σέβομαι και εντάσσομαι στις λειτουργίες της, για να μπορώ να επιβιώσω.

Μια τρίτη περίοδος χαρακτηρίζεται από την οριοθέτηση φυσικών περιοχών με σκοπό τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία.

Και μια τέταρτη που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, στηρίζεται σε έναν ακραίο ωφελιμισμό, όπου, αφενός κατασπαταλάται κάθε φυσικός πόρος, φυσική γονιμότητα και απορρίπτονται τα απόβλητα αυτού του τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης πίσω στο φυσικό χώρο και, αφετέρου, οριοθετεί περιοχές, επιλέγει κινδυνεύοντα είδη, με σκοπό την οργανωμένη προστασία τους.

Η επιστήμη της οικολογίας και η πολιτική οικολογία δεν προέκυψαν ενοραματικά, αλλά ως εξέλιξη —και τομή— ιδεών, κοινωνικών και οικονομικών πρακτικών και αναγκών, έχουν ιστορικό βάθος, πολιτισμικά ερείσματα και κοινωνικές διαπλοκές, που η αναζήτησή τους δεν αφαιρεί ούτε κατ’ ελάχιστο από τον καινοτόμο και ανανεωτικό της χαρακτήρα αλλά, αντίθετα, την καθιστά πιο στέρεη —ενισχύεται η σταθερότητά της όταν αποδειχθεί η μεγάλη «ποικιλότητά της»— αλλά και πιο διεισδυτική και αποτελεσματική σε συνειδήσεις, κοινωνικούς χώρους και μορφές ύπαρξης και λειτουργίας.

Η οικολογία δεν έρχεται ως η νέα αλήθεια στη θέση αυτών που κατέρρευσαν, ούτε ως η νέα ιδεολογία-πιλότος που θεραπεύει πάσαν νόσον. Δεν αυτοπεριορίζεται, όμως, στο χώρο του αντιρρυπαντή τεχνοκράτη. Δεν αποτελεί μια απανταχούσα για την προστασία του περιβάλλοντος. Ενδιαφέρεται για τα ζώα, για τα φυτά και κάθε μορφή ζωής, γιατί αυτός είναι ένας τρόπος να βλέπει κανείς και να προστατεύει την ζωή συνολικά.

Η φυσιολατρεία των Ελλήνων λογοτεχνών —φαινόμενο που ασφαλώς χρήζει μιας ξεχωριστής μελέτης— και της δημοτικής μας ποίησης, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο συμμετείχαν, έδρασαν και επηρέασαν μεγάλες κοινωνικές ομάδες τα φυσιολατρικά, ορειβατικά, περιηγητικά, περιπατητικά, εκδρομικά σωματεία, η παραδοσιακή γεωργία, που οι πρακτικές της τροφοδοτούν τη σύγχρονη οικολογική γεωργία, ο κοινοτισμός του Κ. Καραβίδα, ο ευρύτερος κοινωνικός χαρακτήρας πολλών επιστημονικών σωματείων και Πανεπιστημίων, μαζί, φυσικά, με την κλασική φιλοσοφική ελληνική σκέψη, είναι, ίσως, οι σημαντικότεροι τροφοδότες του ελληνικού οικολογικού χώρου.

Στο ξεκίνημα του φυσιολατρικού κινήματος στις αρχές του 20ού αιώνα και ειδικά η περίοδος των δύο πρώτων δεκαετιών του, είναι γεμάτη από τη δράση ορισμένων προσωπικοτήτων που ανήκουν στο πνευματικό και επιστημονικό κόσμο της χώρας μας. Εκτός από τον καθηγητή Γιάννη Σαρρή – πρόεδρο της Ομοσπονδίας Τουριστικών και Φυσιολατρικών Σωματείων το 1929 (πρώτη μορφή της Ο.Ε.Σ.Ε.) αναφέρονται ακόμη οι Φ. Κορβελάς, Γιάννης Χρυσάφης, Α. Φέτσης, Τηλ. Καββαδίας, Νίκος Καρβούνης, Β. Φωτήλας, ο Σπήλιος και Κώστας Πασαγιάννης, ο Δημήτρης Χατζόπουλος (ο Μποέμ, που από το 1918 αρχίζει να γράφει στο Εμπρός εκδρομικά και φυσιολατρικά κείμενα), ο Θεόδωρος Κόντερης στον Πειραιά κ. ά.

Η συμβολική έναρξη της οργανωμένης φυσιολατρείας, έχει ως ημερομηνία αναφοράς την 26η Δεκεμβρίου του 1920, όταν ο Δ. Καμπούρογλου, με 39 ακόμη πεζοπόρους, συνέταξε ένα μανιφέστο που αποτέλεσε το ιδρυτικό κείμενο του «Οδοιπορικού Συνδέσμου». Την πρώτη οργανωμένη του εκδρομή πραγματοποιεί 3 μήνες αργότερα στη Μονή Πεντέλης.

Οι φυσιολατρικοί σύλλογοι και τα έντυπά τους αναδεικνύονται σε χώρους μαχητικούς, διεκδικητικούς, δράσης και σκέψης. Διεκδικούν, προτείνουν, ενίοτε καταγγέλλουν, οργανώνουν δενδροφυτεύσεις και διαμορφώσεις χώρων, αλλά κυρίως προβάλλουν τη χαρά της σχέσης με τη φύση. Με όλες τις δυσκολίες που αφορούν τα συγκοινωνιακά μέσα, αλλά και τις εργασιακές σχέσεις της εποχής (δουλειά έξι ημερών, πρωί – απόγευμα), κατορθώνουν να οργανώνουν εκδρομές με μεγάλη συμμετοχή, από ένα ευρύ κοινωνικό φάσμα μετεχόντων, σε όλα τα βουνά, σε κάθε γωνιά και φυσική ομορφιά της χώρας.

Κυριαρχεί η θετική σχέση με τη φύση, το θετικό κίνητρο για την εκδρομή, καθώς είναι «προετοιμασμένοι» από τη λογοτεχνία, την εκπαίδευση, τη φυσική αγωγή, το παιχνίδι, καθώς όλοι αυτοί οι χώροι κυριαρχούνται από τη φύση και το «φυσικό» εν γένει. Κινητοποιούνται, πρωτίστως, για να χαρούν και όχι για να καταγγείλουν, να προστατέψουν ή να αποτρέψουν, όπως σήμερα, όπου επικρατούντα αρνητικά κίνητρα, δηλαδή.

Αναδεικνύονται σε χώρους πνευματικούς, καθώς οργανώνουν πληθώρα παράλληλων πολιτιστικών εκδηλώσεων (ποιητικές βραδιές, θεατρικές παραστάσεις, ομιλίες, επιστημονικές διαλέξεις, εκθέσεις, αφιερώματα σε συγγραφείς και άλλους πνευματικούς ανθρώπους, κλπ). Στα έντυπα αυτά θα βρούμε πρώτες δημοσιεύσεις έργων γνωστών λογοτεχνών, πρωτότυπες εργασίες σημαντικών επιστημόνων (Ν.Γ. Γεννάδιος, Θ. Αφεντούλης, Χ. Διαπούλης, Καβάδας, Δ. Ζωγράφος, Ρ. Δημητριάδης Κ. Μητσόπουλος,  Γ. Γεωργαλάς, Α. Κορδέλας, Ε. Ανάσης, Ν. Κανάσης, Π. Κοντός, Κ. Καραβίδας, Κ. Σάμιος, Ι. Κοκκίνης, Π. Ζέρβας, Π. Τσιληθράς, Η. Πέτρου, Α. Κουρτίδης, Σ. Χασιώτης, Ν. Γερμανός, κ.α.)

Η εικόνα που αναδύεται μέσα από τον περιοδικό φυσιολατρικό τύπο, είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που μια φευγαλέα και επιφανειακή ματιά διαμορφώνει. Μαζί με την παραδοσιακή γεωργία —η οποία τροφοδότησε όλη την σύγχρονη «οικολογική γεωργία»—, την αρχαία κλασσική φιλοσοφία και μυθολογία —συνεισέφερε στην κατανόηση της σχέσης κοινωνίας-φύσης και στην υιοθέτηση σύγχρονων «οικολογικών αξιών»—, η φυσιολατρεία στη  Ελλάδα αποτελεί το τρίτο στήριγμα του σύγχρονου οικολογικού λόγου και της περιβαλλοντικής πρακτικής. Τα παλαιά φυσιολατρικά σωματεία ή μετεξελίχθηκαν σε οικολογικές οργανώσεις ή τροφοδότησαν με μέλη τον οικολογικό χώρο. Συνολικά, αποτελούν τμήμα αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «νέος πολιτισμός οικολογικής οπτικής.

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τη σχέση αυτή, μεταξύ κοινωνίας και φύσης, σηματοδότησαν ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Κρυστάλλης, ο Καρκαβίτσας, ο Παπαδιαμάντης, ο Βρεττάκος, ο Ελύτης, ο Δροσίνης, αλλά και ο Ντε Φόε, ο Όργουελ, ο Τζακ Λόντον, ο Τ. Σ. Έλιοτ (ολόκληρη ποιητική συλλογή για τις γάτες), ο Ιθακήσιος και ο Μόσχος, ο Δ. Μητρόπουλος και ο… Μπετόβεν. Το βιβλίο του Κ. Δαρβίνου «Η καταγωγή των ειδών», μετέφρασε το 1915 ο Νίκος Καζαντζάκης.

Πολλά λογοτεχνικά κείμενα αναζητούν και αναδεικνύουν τη σχέση μας με τη φύση, αλλά και με τα σύγχρονα περιβαλλοντικά προβλήματα, που είναι διαποτισμένα από τη φυσιολατρεία, κείμενα-μελέτες για τη φυσιολατρεία των λογοτεχνών, βιβλία —επιλεκτικά— για την πολιτιστική κληρονομιά, κείμενα περιηγητικά και ταξιδιωτικές εντυπώσεις με ιδιαίτερη όμως λογοτεχνική αξία, κλπ.

Συνοψίζοντας, οικολογία είναι μία σφαίρα που στο κέντρο της είναι παν το φυσικόν και στην περιφέρειά της συναντούμε τον Αριστοτέλη και το Θεόφραστο, το Στράβωνα και τον Πλίνιο, το Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, τον Ιππόδαμο και το Λε Κορμπυζιέ, τον Παυσανία και τον Εβλιά Τσελεμπί, τον Πύρρο το Θετταλό και το Νίκανδο τον Κολοφώνιο, τον Έμερσον και το Θορώ, το Χέκελ και τον Μπροντέλ, τους φυσιολάτρες Σολωμό, Παλαμά και Κρυστάλλη, την Κάρσον και το Σάμουελ, τον Ιθακήσιο και το Μόσχο, τον Ίλιτς και τον Μπούκτσιν, το Γρηγόριο Παλαμά και το Διαπούλη, τον Καββάδα και τον Αφεντούλη, το Δαρβίνο και τους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές, τον ορειβάτη Δ. Μητρόπουλο και το φυσιολάτρη Μπετόβεν, το Λάο Τσε και το Γ. Ζίμμελ.

Προσφεύγοντας, ενίοτε, στο παρελθόν δε θεοποιούμε το παλιό ή το αρχαίο, αλλά αναζητούμε το φυσικό, το οποίο λείπει και έχει θέση στη σημερινή μας ζωή και στα σχέδια του μέλλοντος. Όμως, ακόμη κι αν δεν έχουν αυτό το χρησιμοθηρικό τους χαρακτήρα, τα παλιά είναι κομμάτι της συνέχειας της ύπαρξης. Μας λέει ο Μ. Προυστ στο «Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο»: «Ακόμα κι όταν έπρεπε να προσφέρει σε κάποιον ένα δώρο, καθώς λένε, χρήσιμο, όταν έπρεπε να χαρίσει μία πολυθρόνα, ένα σερβίτσιο, ένα μπαστούνι, γύρευε να βρει “αντίκες”, λες και, αφού από την αχρηστία είχαν χάσει το χαρακτήρα της ωφελιμότητας, ήταν στη διάθεσή μας πιότερο για να μας διηγηθούν τη ζωή ανθρώπων μιας άλλης εποχής παρά για να εξυπηρετήσουν τις απαιτήσεις της δικής μας».

Η διάκριση ανάμεσα σε βιοκεντριστές και ανθρωποκεντριστές είναι μεν σχετικά πρόσφατη, αλλά υψηλά δείγματα βιοκεντρισμού -έστω και λανθάνοντος- συναντούμε από την κλασσική αρχαιότητα ακόμη. Αυτές οι οπτικές έχουν ένα χαρακτήρα φιλοσοφικό, ηθικό, περιβαλλοντικό βεβαίως, αλλά και πολιτιστικό, καθώς επηρεάζουν αξίες, συμπεριφορές, εμπνέουν διανοητές σε όλες τις μορφές των τεχνών.

Ορισμένα λαογραφικά στοιχεία αναφέρονται σε έθιμα που συνδέονται με φυσικά φαινόμενα, με εποχές, κλιματικά φαινόμενα, θρύλους και παραδόσεις για τα στοιχεία και τα στοιχειά της φύσης. Εκδόσεις μυθολογίας αποτυπώνουν ανθρώπινες καταστάσεις, αγωνίες υπαρξιακές, δεισιδαιμονίες, φόβους, πάθη, μέσα από μια βιωματική σχέση με τη φύση και το άγνωστο της ζωής και της ύπαρξης.

Πολλοί από τους μύθους και η θεοποίηση της φύσης και των στοιχείων της δεν είναι τίποτε άλλο παρά μέτρα προστασίας της. Ακριβώς επειδή οι μύθοι αυτοί ήσαν εξελισσόμενοι και όχι κλειστές αλήθειες και κανόνες -όπως τα δόγματα των σύγχρονων θρησκειών- ήσαν ευέλικτοι και προσαρμόσιμοι στις κοινωνικές εξελίξεις και γι’ αυτό πιο πιστευτοί και αποτελεσματικοί. Ο Έμερσον, λέει, πως «Οι ωραίοι μύθοι των Ελλήνων, επειδή είναι δημιουργίες της διαισθητικής έμπνευσης και όχι της τυχαίας φαντασίας, για τούτο είναι και αιώνιες αλήθειες» και ακόμη για τον Αίσωπο ότι «περιγράφει όλη την κλίμακα των διαπροσωπικών συμπεριφορών μέσ’ από μύθους για πουλιά και ζώα». Η θεά Δήμητρα τιμώρησε το νεαρό Θετταλό βασιλιά Ερυσίχθωνα με «ακράτητον βουλιμίαν» —να τρώει και να μη χορταίνει, ώσπου έφαγε και τον ίδιο τον εαυτό του— επειδή έκοψε όλα τα δάση γύρω από την πόλη για να κατασκευάσει αίθουσα συμποσίων. Σκεφτείτε την αποτρεπτική ισχύ αυτού του μύθου, ή ακόμη τη συσχέτιση ενός δέντρου με μία νύμφη, ή μιας σπηλιάς με την κατοικία μιας μούσας.

«Ο Φουριέ θεωρούσε ότι στο στάδιο του πραγματικού πολιτισμού —που αυτός ονόμαζε Αρμονία— θα παραγόταν ένας περιορισμένος αριθμός αγαθών ασύγκριτης ποιότητας και μεγάλης διάρκειας· αντίθετα στις δικές μας κοινωνίες υπάρχει η επιδίωξη να παράγεται ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός αγαθών μέτριας ποιότητας, μικρής διάρκειας και ταχείας κατανάλωσης», λέει ο Οκτάβιο Παζ.

Η οικολογία, ως κοινωνική και πολιτική πρακτική, μας προέκυψε εδώ και κάποιες δεκαετίες ενώ η φυσιολατρεία, κάπως νωρίτερα, συγκροτούσε τους πρώτους οργανωμένους ομίλους, προέτρεπε τους «αστούς» να γευτούν τη χαρά της ζωής στο βουνό, δεν περιέφερε κάποια απειλή, κάποιον κίνδυνο για να επιστρατεύσει τους εκδρομείς. Το δάσος, τα λουλούδια, οι θάμνοι, τα πουλιά, η φύση γενικά, ήταν παρόντα στην λογοτεχνία, στη δημοτική και λόγια ποίηση, στο μύθο και στα έθιμα, στα παιχνίδια και την εκπαίδευση. Σήμερα είναι παρόντα σε μελέτες, σε κείμενα διαμαρτυρίας και καταγγελίας, ενώ έχουν σχεδόν αποσυρθεί από τις τέχνες και τα γράμματα. Στις μεγαλουπόλεις έχουμε τώρα δεύτερης και τρίτης γενιάς «εξόριστους των δασών», αλλά έχουμε περισσότερους δραπέτες των πόλεων και εισβολείς στα δάση. Η απέχθεια προς την ασχήμια, η επαπειλούμενη καταστροφή, κινητοποιούν λιγότερο από την γοητεία και την έλξη του ωραίου και του φυσικού. Ο πολιτισμός, η λογοτεχνία αναδεικνύονται σε ιδιαίτερη συνιστώσα της οικολογίας, ο πολυτιμότερος σύμμαχός της.

Σάκης Κουρουζίδης

Στη σελίδα αυτή θα αναζητούμε τη «διαπλοκή» ανάμεσα στην οικολογία και τον πολιτισμό. Να την αναζητήσουμε σε πρόσωπα, σε εποχές, σε ρεύματα σκέψης, σε επετείους, σε κείμενα οικολογίας, φυσιολατρείας, ταξιδιωτικά και περιηγητικά, ποίησης, πεζογραφίας, δοκιμίου, χρονογραφημάτων, σε άλλες μορφές τέχνης όπως τη ζωγραφική, τη μουσική, το θέατρο και τον κινηματογράφο, τη φωτογραφία και τις άλλες εικαστικές τέχνες…

 Αναζητούμε έναν νέο πολιτισμό οικολογικής οπτικής…

 

2 comments

  1. «»Στη συνέχεια, ο άνθρωπος συνυπάρχει με τη φύση μέσα από τη γνώση των λειτουργιών της, του σεβασμού αυτών λειτουργιών, αντίληψη που πατάει σε έναν αναγκαστικό ωφελιμισμό. Γνωρίζω τη φύση, σέβομαι και εντάσσομαι στις λειτουργίες της, για να μπορώ να επιβιώσω.»» Φοβούμαι ότι αυτή η περίοδος βρίσκεται μόνο στη φαντασία σας, γιατί υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία που τεκμηριώνει ακριβώς το αντίθετο. Όλοι οι αρχαίοι πολιτισμοί ήταν περισσότερο καταστροφικοί με το περιβάλλον με διαφορά από τον σημερινό πολιτισμό (σε σχέση πάντα με την καταστροφική τους δυνατότητα)

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.