Home

«Να αγαπάς την τέχνη στον εαυτό σου και όχι τον εαυτό σου στην τέχνη».
Στανισλάφσκι

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 17 Ιανουαρίου 1863, γεννήθηκε ο Κονσταντίν Σεργκέγιεβιτς Στανισλάφσκι (Константин Сергеевич Станиславский, 17/1/1863-7/8/1938).

Γεννημένος σε πλούσια οικογένεια (Αλεξέγιεφ), ο Στανισλάφσκι ήξερε από μικρός ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός. Στα δεκατέσσερά του, ο πατέρας του, Σεργκέι Αλεξέγιεφ, του έχτισε ένα μικρό θέατρο στον κήπο του σπιτιού. Από μικρό επίσης τον απασχολούσε η θεωρητική πλευρά της υποκριτικής (καθημερινά γέμιζε τετράδια ολόκληρα με τις σκέψεις και τις αναζητήσεις του) καθώς και η ανάγκη του, ως ηθοποιού, να αποδώσει τον χαρακτήρα του ήρωα αληθινά — όχι νατουραλιστικά ως προς τα αντικειμενικά του χαρακτηριστικά, αλλά πιστά στην «εσωτερική του αλήθεια» (γι’ αυτό και κάθε τόσο μεταμφιεζόταν σε ζητιάνο, σε τσιγγάνο χειρομάντη κλπ και περιπλανιόταν στις γειτονιές της Μόσχας).

Για τη «μέθοδο Στανισλάφσκι»

Στόχος του Στανισλάφσκι ήταν να διαμορφώσει ένα οικουμενικό σύστημα διδασκαλίας της υποκριτικής, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από όλους τους ηθοποιούς — μια «στοιχειώδη γραμματική της υποκριτικής», σύμφωνα με τον δικό του ορισμό. Βασικές παράμετροι της εδραιωμένης στον ψυχολογικό ρεαλισμό  «μεθόδου Στανισλάφσκι» είναι η αναζήτηση της «εσωτερικής αλήθειας» του χαρακτήρα (ρόλου), το «υπεραντικείμενο» (μια σειρά αιτίων και αιτιατών που διαμορφώνουν έναν άξονα ο οποίος νοηματοδοτεί και διατρέχει τη συμπεριφορά του χαρακτήρα σε όλη τη διάρκεια του έργου), η σημασία στη λεπτομέρεια και η σκοπιμότητα ακόμη και της παραμικρής δράσης επί σκηνής (και εδώ, ο Στανισλάφσκι συναντιέται με τον Τσέχοφ — αρκεί να θυμηθούμε την περίφημη φράση του τελευταίου: «αν στην πρώτη πράξη δούμε ένα όπλο επί σκηνής, στο τέλος πρέπει κάποιος να αυτοκτονήσει»), η συναισθηματική/συγκινησιακή μνήμη (καλούσε τους ηθοποιούς να αξιοποιούν τις δικές τους αναμνήσεις προκειμένου να προκαλούν στον εαυτό τους τις αναγκαίες συναισθηματικές αντιδράσεις· έβαλε νερό στο κρασί του, ως προς αυτή την προσέγγιση, και την αντικατέστησε με ασκήσεις που αξιοποιούν τη φαντασία του ηθοποιού, όταν συνειδητοποίησε ότι η συναισθηματική φόρτιση είχε ψυχολογικές συνέπειες στους ηθοποιούς και προκαλούσε συχνά υστερία ή άλλα προβλήματα), η απόλυτη συγκέντρωση των ηθοποιών («όταν βρισκόμαστε στη σκηνή, είμαστε στο εδώ και στο τώρα»). Η μέθοδος Στανισλάφσκι δεν επηρέασε μόνο τη διδασκαλία της υποκριτικής παγκοσμίως (Lee Strasberg, Stella Adler κλπ) αλλά και το ίδιο το θέατρο, τη συγγραφή των κειμένων: ο Τσέχοφ, που συνεργάστηκε στενά για χρόνια με τον Στανισλάφσκι, αντιλαμβανόμενος τη μέθοδο και την προσέγγισή του, άρχισε να τη λαμβάνει υπόψη στη διάρκεια της συγγραφής των έργων του.

Παρ’ όλο που η «μέθοδός» του (αναλυτικά επεξεργασμένη και με πρακτικές ασκήσεις) ήταν, ουσιαστικά, το έργο της ζωής του, ο Στανισλάφσκι καλούσε τους ηθοποιούς να τη χρησιμοποιήσουν και να την ξεπεράσουν: «Φτιάξτε τη δική σας μέθοδο. Μην αρκεστείτε στη δική μου. Επινοήστε κάτι που θα λειτουργεί για εσάς! Και, κυρίως, σας εκλιπαρώ: σπάστε τις παραδόσεις!»

Για το Θέατρο Τέχνης

Θρυλική παραμένει η συνάντηση του Στανισλάφσκι με τον Νεμίροβιτς-Ντάντσενκο, που είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας. Η συζήτηση ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1897 στις 2 το μεσημέρι, στο γεύμα, και ολοκληρώθηκε ύστερα από δεκαοχτώ ώρες, με πρωινό. Στη συνάντηση αυτή συζητήθηκαν τα πάντα, από τις θεωρητικές αρχές και το ποιες παραδοσιακές πρακτικές θα έσπαγαν μέχρι το αναλυτικό business plan για το κτήριο του θεάτρου και τον θίασο. Επίσης θρυλική παραμένει η πρεμιέρα του Γλάρου του Άντον Τσέχοφ, τον επόμενο χρόνο. Είχαν προηγηθεί 80 ώρες πρόβας, χρόνος τεράστιος για την εποχή· παρ’ όλα αυτά, του Στανισλάφσκι δεν του φαίνονταν αρκετές και κόντεψε να έρθει σε ρήξη με τον Νεμίροβιτς-Ντάντσενκο, όταν εκείνος αρνήθηκε να αναβάλουν την πρεμιέρα για μια εβδομάδα. Όπως και να ’χει, η πρεμιέρα του Γλάρου χαρακτηρίστηκε «ένα από τα κορυφαία γεγονότα στην ιστορία του ρωσικού θεάτρου κι ένα από τα σημαντικότερα βήματα ανανέωσης στην ιστορία του παγκοσμίου δράματος». Στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, όπου και ανέβηκαν όλα τα θεατρικά του, γνώρισε ο Τσέχοφ και τη γυναίκα του, την Όλγα Κνίππερ, μέλος του θιάσου από την ίδρυσή του.

Στις αρχές τις δεκαετίας του 1920, ο Στανισλάφσκι είχε ήδη αρχίσει να πέφτει στη δυσμένεια του σοβιετικού καθεστώτος, καθώς τα έργα που ανέβαζε δεν υμνούσαν αρκετά τη σοβιετική πατρίδα και τους αγώνες της εργατικής τάξης. Το 1924, μετά από μια επιτυχημένη περιοδεία στις ΗΠΑ, επέστρεψε στη Μόσχα. Είχε χάσει τη διεύθυνση του Θεάτρου Τέχνης, λόγω της μακρόχρονης απουσίας, και δεχόταν διαρκώς επιθέσεις γιατί «ήταν αρεστός στους αστούς». Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, δεν του επιτρεπόταν καν να πατήσει το πόδι του στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας.

chekhov_olgaΟ Στανισλάβσκι για τον Τσέχοφ

«Ο Τσέχοφ εξέφραζε συχνά τις σκέψεις του όχι με λόγο αλλά με παύσεις ανάμεσα στις φράσεις ή με μονολεκτικές απαντήσεις. Οι χαρακτήρες του συχνά αισθάνονται και σκέφτονται πράγματα που δεν εκφράζονται στις ατάκες τους».

constantin_stanislavski1

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Τσακνιάς

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s