Home

—της Εύης Τσακνιά—

Ο Εστεμπάν Βολκόφ (Esteban Volkov Bronstein), ο εγγονός του Τρότσκι, έκλεισε φέτος τα 90 του χρόνια, αλλά η ιστορία του παππού του δεν θα κλείσει ποτέ.

Στις 21 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 76 χρόνια από την δολοφονία του Τρότσκι στο Μεξικό και ο εγγονός του άνοιξε και πάλι την περίοδο των εκδηλώσεων για την επέτειο της δολοφονίας, καθώς και τις πόρτες του αφιερωμένου σε αυτόν Μουσείου στην Κογιοακάν — πρόκειται το σπίτι όπου έζησε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και όπου δολοφονήθηκε ο Λέων Τρότσκι.

Όπως επιμένει ο ίδιος ο Εστεμπάν Βολκόφ πως «ιστορία χωρίς μνήμη δεν υπάρχει», έτσι επιμένουν και οι συντοπίτες του δημοσιογράφοι και όσοι τον έχουν γνωρίσει πως το Μουσείο του Τρότσκι είναι ο ίδιος ο Εστεμπάν Βολκόφ.

conferencia-trotsky-ge_5

Από τη συνέντευξη Τύπου
Από την μεξικανική εφημερίδα El economista 27/7/2016

Στις 20 Αυγούστου του 1940, ο εντεταλμένος πράκτορας του Στάλιν Ραμόν Μερκαντέρ καταφέρνει να διεισδύσει στην Casa Viena, το τελευταίο κρησφύγετο του Τρότσκι στο Μεξικό, και να τον τραυματίσει θανάσιμα. Ο Τρότσκι πεθαίνει την επομένη, 21 Αυγούστου, στο νοσοκομείο της Κογιοακάν.

Φέτος κλείνουν 76 χρόνια από τον θάνατο του Λέοντα Τρότσκι,  που το 1937 κατέφυγε στο Μεξικό, μαζί με τη γυναίκα του Νατάλια Σεντόβα. Σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, στην El Pais της 8ης Ιουλίου 2012, ο Εστέμπαν Βολκόφ μιλάει για τον παππού του, για τη ζωή πριν και μετά την άφιξή του στο Μεξικό, καθώς και για τη δολοφονία του, της οποίας είναι ο μοναδικός εν ζωή μάρτυρας.

Η μητέρα του, Ζενάιδα Βολκόβα, μετά τη σύλληψη του άντρα της, έφυγε απ’τη Ρωσία, με τον Εστέμπαν μικρό ακόμα και πήγε στην Πρίγκηπο όπου ο πατέρα της, Λέων Τρότσκι, είχε καταφύγει εκείνο το διάστημα. Ήταν η τελευταία φορά που την είδαν και η πρώτη φορά που ο Εστέμπαν γνώρισε τον παππού και τη γιαγιά του. Από εκεί, το 1933, υποφέροντας από κατάθλιψη, η Ζενάιδα πήγε για θεραπεία σε κλινική του Βερολίνου, όπου τελικά αυτοκτόνησε. Του μικρού τού απέκρυψαν το θάνατό της. Το έμαθε ένα χρόνο αργότερα. Έμεινε μαζί τους στην Πρίγκηπο ένα χρόνο και θυμάται με τρυφερότητα τις εκδρομές με τον παππού του για ψάρεμα, στη θάλασσα του Μαρμαρά.

Τα ίχνη του πατέρα του Εστέμπαν χάθηκαν οριστικά το 1935 στο Γκουλάγκ. Το παιδί έμεινε από δω κι από κει ανά την Ευρώπη, σε διάφορους συγγενείς που πέθαιναν όμως μυστηριωδώς, μέχρι τελικά, το 1939, συνοδευόμενο από οικογενειακούς φίλους, να πάει να συναντήσει τον παππού και τη γιαγιά του στο Μεξικό.

Το Μεξικό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή της οικογένειας. Ο μικρός Εστέμπαν βρήκε επιτέλους πατρίδα. Έναν τόπο γεναιόδωρο και πολύχρωμο, όπως λέει, για τον οποίον μόνο αγάπη και ευγνωμοσύνη αισθάνεται. Το οτι είναι ακόμα ζωντανός  το θεωρεί μαθηματικό παράδοξο. «Στην οικογένειά μου, όλοι πέθαναν νέοι, εξολοθρευμένοι από τον Στάλιν. Εγώ είμαι ο μόνος που ισοπεδώνει το στατιστικό προσδόκιμο ζωής», επισημαίνει σαρκαστικά ο 86χρονος σήμερα Εστέμπαν Βολκόφ.

Στην ενδελεχή βιογραφία του Τρότσκι, ο Pierre Broué (Ed. Fayard, Paris 1989), μιλάει για πραγματική «ανάσταση», αναφερόμενος στην άφιξη του Τρότσκι στο φως της μεξικανικής γης, από τα σκοτάδια της προπολεμικής Ευρώπης: τον Ιανουάριο του 1937, αφού του παραχωρεί πολιτικό άσυλο ο προοδευτικός πρόεδρος της χώρας Λάζαρο Κάρδενας (κατόπιν παραινέσεων και ενεργειών του ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα), φτάνει στο λιμάνι Ταμπίκο, όπου τον υποδέχονται ο Ντιέγκο Ριβέρα με τη σύζυγό του, Φρίντα Κάλο και με το προεδρικό τρένο  ταξιδεύουν μέχρι την πόλη του Μεξικό και από εκεί καταλήγουν στην περίφημη “Casa Azul”, το πατρικό της Φρίντα στη συνοικία Κογιοακάν, όπου φιλοξενείται για δυό χρόνια.

Η ζεστασιά των ανθρώπων, η φιλία, οι διευκολύνσεις που συνάντησε στο Μεξικό, δεν είχαν τίποτα να κάνουν με την προηγούμενη πικρή εμπειρία της Γαλλίας και της Νορβηγίας και την ψυχρή τους ατμόσφαιρα. Την πεποίθησή του βιογράφου περί «ανάστασης», έρχεται να επιβεβαιώσει πλήρως η διαθήκη του ίδιου του Τρότσκι, γραμμένη μάλιστα λίγες μέρες πριν τη δολοφονία του, όπου ξεχωρίζει χαρακτηριστικά η φράση «Η ζωή είναι ωραία», παρ’ όλη τη βαριά μοίρα της οικογένειάς του και τον αποδεκατισμό πολλών επαναστατών συντρόφων του σε όλον τον κόσμο, παρόλο που οι απόπειρες δολοφονίας εναντίον του ίδιου είχαν πληθύνει και ο κλοιός στένευε.

Η ζωή ήταν σαγηνευτική στο «Γαλάζιο Σπίτι», όπως και η ίδια η οικοδέσποινα, με τα ωραία εκκεντρικά ρούχα, τις παράξενες ζωγραφιές της, τα εξωτικά φυτά, τα ζώα που κυκλοφορούσαν παντού ελεύθερα κι όλη εκείνη την ατμόσφαιρα ζωής, τέχνης και ερωτισμού συμπυκνωμένη μέσα σε τόσο λίγο και αβέβαιο χρόνο. Η σύντομη αλλά παθιασμένη σχέση του Τρότσκι με τη Φρίντα άρχισε με τη γνωριμία τους και, παρ’ όλες τις προσπάθειές τους να κρατηθεί μυστική, έγινε γνωστή. Εκτός από λόγους ασφαλείας, ήταν μια από τις αιτίες της μετακίνησης του Τρότσκι και της οικογένειάς του από το «Γαλάζιο Σπίτι» το 1939, στην τελευταία του κατοικία, την Casa Viena.

Τρότσκι, Ριβέρα και Μπρετόν.

Στο μεταξύ, το 1938, ο Αντρέ Μπρετόν, εκμεταλλευόμενος μια πρόταση της Γαλλικής κυβέρνησης, ταξιδεύει μαζί με τη γυναίκα του στο Μεξικό, όπου δίνει μια διάλεξη για τον σουρεαλισμό  στο Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο, με απώτερο σκοπό να γνωρίσει τον Τρότσκι. Η γνωριμία του Μπρετόν με την πόλη του Μεξικό αρχίζει —απόλυτα ταιριαστά— με μια μικρή περιπέτεια, καθώς κανείς δεν ήρθε να τον προϋπαντήσει, από λάθος συνεννόηση – ποιος ξέρει – και ως εκ τούτου χάθηκε και περιπλανήθηκε κάμποσο. Λέγεται πως δήλωσε, «Δεν ξέρω τι ήρθα να κάνω εδώ – το Μεξικό είναι η πιο σουρεαλιστική χώρα στον κόσμο».Τελικά κατάφερε να συναντηθεί με τη Φρίντα, τον Ντιέγκο και τον Τρότσκι καθώς και με άλλους σουρεαλιστές που είχαν συρρεύσει από διάφορα μέρη. Με τον Τρότσκι μάλιστα, πρόλαβαν να σκαρώσουν και ένα μανιφέστο, με τίτλο Η απόλυτη ελευθερία της Τέχνης, το οποίο εκδόθηκε με τα ονόματα του Μπρετόν και του Ριβέρα, για λόγους ασφαλείας.

Η ασφάλεια όμως είχε χαλαρώσει από καιρό με όλα αυτά τα σούρτα-φέρτα κάθε λογής καλλιτεχνών και διανοουμένων. Μαζί τους, μαζευόταν και οργανώνονταν και οι φανατικοί, οι απογοητευμένοι, οι λούμπεν, όλων των ειδών οι επίδοξοι δολοφόνοι, πιστοί στον «φετφά» που είχε εξαγγείλει ο Στάλιν. Εν τω μεταξύ, ο Μπρετόν εντυπωσιάστηκε με τα έργα της Φρίντα. Φυσικά τα βρήκε άκρως σουρεαλιστικά, χαρακτηρισμό τον οποίον ουδέποτε αποδέχτηκε η ίδια. Τα έργα μου δεν προέρχονται από όνειρα, δήλωνε πάντα, η ζωγραφική μου είναι η ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής μου. Ο Μπρετόν της πρότεινε έκθεση στο Παρίσι και εκείνη δέχτηκε. Είχε έρθει η ώρα για την προσωπική της καλλιτεχνική πορεία, ως  Φρίντα Κάλο και όχι ως συζύγου του Ντιέγκο Ριβέρα. Στον Τρότσκι χάρισε ένα έργο της που έφτιαξε ειδικά για τα γενέθλιά του. Πρόκειται για ένα πορτρέτο της ίδιας, «ανάμεσα στις κουρτίνες», όπως τιτλοφορείται. Γοητευτική, καλοντυμένη, με αυτοπεποίθηση, κρατάει στο χέρι της ένα χαρτί που γράφει: «Στον Λέοντα Τρότσκι, με όλη μου την αγάπη, αφιερώνω αυτό το έργο στις 7 Νοεμβρίου 1937». Ο πίνακας, που βρισκόταν στο γραφείο του Τρότσκι όσο εκείνος ζούσε στο «Γαλάζιο Σπίτι», παρέμεινε στη θέση του· ο Τρότσκι, από διακριτικότητα προς τη Νατάλια ——στην οποία, όπως έλεγε, χρωστούσε πολλά και είχε αναστατώσει με τη σχέση του με τη Φρίντα— δεν τον πήρε μαζί του όταν μετακόμισαν στην Casa Viena, οπότε επανήλθε στην ιδιοκτησία της Φρίντα.

Το 1939, ένα χρόνο πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα σύννεφα άρχισαν να πυκνώνουν απειλητικά πάνω από τα ηφαίστεια. Με τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο του ’39, ο Ντιέγκο, όπως πολλοί κομμουνιστές, συντάχθηκαν με τη Σοβιετική Ένωση, θεωρώντας τις όποιες ενέργειές της αναγκαίες υπό την απειλή του ναζισμού. Οι σχέσεις του με τον Τρότσκι ψυχράνθηκαν, αλλά οι δυο τους διατήρησαν τον αλληλοσεβασμό τους, όπως δήλωσε ο Ριβέρα σε κάποια συνέντευξή του αργότερα.

Μέσα σ’αυτά τα χρόνια και αυτές τις συνθήκες, ο Τρότσκι ήταν εξαιρετικά ενημερωμένος για όλα όσα συνέβαιναν στον κόσμο και μέχρι τέλους πολυγραφότατος. Ο εγγονός του, ο Εστέμπαν, θυμάται τον παππού του να προσπαθεί πάντα να τον κρατάει έξω από την απειλητική πραγματικότητα, απαγορεύοντας τις πολιτικές συζητήσεις «μπροστά στο παιδί». Φυσικά, «το παιδί», δεν ήταν πια παιδί· ήταν 14 χρονών, προπονημένος από μωρό στην τρέλα της πολιτικής και στις περιπέτειές της.

Παρά τον τραυματισμό του από σφαίρα στο πόδι, ενθύμιο της ένοπλη επίθεση μιας μεγάλης ομάδας σταλινικών, στις 24 Μαΐου, (από την οποία σαν από θαύμα γλύτωσαν), ο Εστέμπαν, που είχε ζήσει όλες τις απόπειρες, που ζούσε καθημερινά με τις προφυλάξεις, τα καρφωμένα παράθυρα, περιγράφει τη διάχυτη μυρωδιά της αδρεναλίνης μέσα στο σπίτι σαν μια αίσθηση ζωογόνα. Επέστρεφε από το κολέγιο εκείνο το βράδυ της 20ής Αυγούστου του 1940 και ήδη, όπως θυμάται, από μακριά, παρατήρησε μια ασυνήθιστη κίνηση γύρω απ’το σπίτι. Αμέσως ένιωσε πως κάτι κακό είχε συμβεί. Καθώς έτρεχε στο δρόμο, στην αυλή, στα δωμάτια του σπιτιού –η μνήμη του έχει καταγράψει τη σκηνή σαν κινηματογραφικό τράβελινγκ– θυμάται τον Μερκαντέρ ακινητοποιημένο από τους αστυνομικούς και ήδη χτυπημένο από τους φρουρούς, τη Νατάλια και άλλους να προσπαθούν να τον εμποδίσουν να προχωρήσει παραμέσα κι εκείνος να φτάνει τελικά στο γραφείο, όπου ήταν ξαπλωμένος ο παππούς του, μέσα σε μια λίμνη αίματος. Σε λίγο έφτασε το ασθενοφόρο που τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Ο Τρότσκι είχε ακόμα τις αισθήσεις του και απ’ ό,τι φαίνεται είχε προλάβει να δώσει εντολή να μην αφήσουν «το παιδί» να τον δει σ’αυτήν την κατάσταση.

Ο Ραμόν Μερκαντέρ, εκπαιδευμένος στη Μαδρίτη, είχε έρθει στο Μεξικό σχεδόν ταυτόχρονα με τον Τρότσκι. Μπήκε σιγά σιγά στο περιβάλλον του, ως ιδεολόγος διεθνιστής, συνάπτοντας μέχρι και αρραβώνα με μια έμπιστη γραμματέα του Τρότσκι, την Σίλβια Αγγέλοφ, παρέμενε όμως στη σκιά, ήσυχος, πάντα πρόθυμος για μικροθελήματα· κατέκτησε την εμπιστοσύνη των φρουρών, δεν είχε ποτέ ζητήσει να συναντήσει τον ίδιο τον Τρότσκι για να μην κινήσει υποψίες κι έτσι, εκείνο το βράδυ, με το πρόσχημα πως έπρεπε να του παραδώσει κάτι έγγραφα, κατάφερε επιτέλους να βρεθεί μόνος μαζί του και να του δώσει το μοιραίο χτύπημα με μια ορειβατική αξίνα.

Παρά τους φόβους της υπερπροστατευτικής ρωσικής οικογένειας για τον πιθανώς ανεξίτηλο ψυχικό τραυματισμό του παιδιού, ο Εστέμπαν δεν ξέχασε ποτέ, αλλά και δεν τραυματίστηκε. Σπούδασε χημικός μηχανικός, παντρεύτηκε μια Ισπανίδα σχεδιάστρια μόδας, μια βέρα Μαδριλένια από το Λαβαπιές, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες.

Ζει πάντα στο αγαπημένο του Μεξικό, διευθύνει το Μουσείο του Τρότσκι, που δεν είναι άλλο από το ίδιο αυτό σπίτι στην Κογιοακάν.  Χωρίς να ξεχνάει το παραμικρό, απόλυτα ενημερωμένος και συγχρονισμένος με τα σημερινά προβλήματα, ο Βολκόφ, έζησε και ζει μια πολύχρονη και γεμάτη ζωή, αποδεικνύοντας στην πράξη αυτό που πιστεύει και ισχυρίζεται: πως δεν υπάρχει μέλλον χωρίς μνήμη και πως οι στατιστικές και όλες οι ορθολογικές προβλέψεις, είναι ευτυχώς ανατρέψιμες.

Σχετικό ανάγνωσμα, το εξαιρετικό βιβλίο: Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ, Χόρχε Σεμπρούν, μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου (Θεμέλιο, 1983).

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

 

3 thoughts on “Δεν υπάρχει μέλλον χωρίς μνήμη

  1. Ενδιαφέρουσα ιστιοσελίδα. Συγχαρητήρια!!!
    Εξάλλου πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο.
    Ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι ικανοί να μας φωτίσουν ακόμα και τον Αύγουστο! Συγχαρητήρια στην Εύη Τσακνιά γιατί εκτός από καταπληκτική ζωγράφος είναι και εξαιρετική ερευνήτρια.
    Εύη, δεν υπάρχει μέλλον χωρίς… φιλία!!!

    Μου αρέσει!

  2. Παράθεμα: Φρίντα Κάλο, 1907-1954 | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s