Ανακάτεμα στη Λεωφόρο

—της Τάνιας Σιμοπούλου

Μεγάλη γιορτή σήμερα — και αν είσαι στην Τήνο για διακοπές δεν μπορείς να ξεχαστείς. Ειδικά αν κάνεις οικογενειακές διακοπές.

Είχα υποσχεθεί λοιπόν από χθες πως σήμερα το πρωί θα ξυπνήσω νωρίς να κατεβάσω τη μάνα μέχρι την εκκλησία. Έτυχε να βρίσκεται ανήμερα της Κοίμησης στο νησί και δεν μπορούσα να της χαλάσω χατήρι. Είχε βάλει με το νου της να με καταφέρει να πάω και εγώ μαζί της, μου το έφερνε σιγά-σιγά: «Έλα να χαιρετήσεις μια στιγμή, σήμερα που είναι και η γιορτή σου». Τελικά τα κατάφερε.

Είναι το τρίτο στη σειρά καλοκαίρι που είμαι στο νησί και αυτές τις λεπτομέρειες του σκηνικού της μεγάλης γιορτής ομολογώ ότι δεν τις είχα αντιληφθεί.

Η μεγάλη ανηφόρα γεμάτη με κόσμο: τουρίστες και ντόπιοι, πιστοί και κοσμικοί, χριστιανοί και αλλόθρησκοι ανεβαίνουν τη λεωφόρο της Μεγαλόχαρης — άλλοι με τα πόδια και άλλοι γονατιστοί, αλλά παντού ο ένας δίπλα στον άλλον, όλοι ανακατεμένοι.

Φωτογραφικές μηχανές επίσης παντού, μέσα και έξω από την εκκλησία, κινητά τηλέφωνα που βγάζουν ατέλειωτες φωτογραφίες και βίντεο, μέχρι και tablets βλέπεις που απαθανατίζουν το event. Η παράκληση και η ταπείνωση των ανθρώπων που φτάνουν μέχρις εδώ φέρνοντας μαζί τους θρήνο και επιθυμία δεν σταματάει ούτε λίγο τους υπόλοιπους, που ήρθαν κυρίως για να βγάλουν και να βγουν φωτογραφίες. Στην εποχή που θέλει το καθετί να έχει γίνει ατομική υπόθεση και ευθύνη, εκείνοι που ενοχλούνται δύσκολα διαμαρτύρονται. Τη δυσφορία τους τη νιώθεις μόνο.

Μέσα στο ναό, το αδιαχώρητο. Μπροστά μπροστά, οι αρχές του τόπου με τη φρουρά τους και πιο πίσω όλοι εμείς που περιμένουμε να χαιρετίσουμε την εικόνα, κάποιοι για να πάρουν ευχή και κάποιοι, λιγότεροι, για να μεταλάβουν —μεγάλη γιορτή σήμερα. Οι επίσημοι στριμώχνονται να είναι όλοι σε θέση μάχης μπροστά στις κάμερες, ενώ ανενόχλητοι μερικοί απαντούν στα τηλέφωνά τους, κάπως σιγότερα βέβαια, μην ενοχλούν κιόλας τη θεία λειτουργία.

Στο τραπεζάκι κάπου στην άκρη, πίσω από την εικόνα,  εκεί που γράφουν οι πιστοί τα ονόματα των δικών τους για να διαβαστούν «υπέρ υγείας» και «υπέρ αναπαύσεως», έχει προστεθεί πια και μια καινούργια κατηγορία «υπέρ διαγραφής των χρεών». Τα βάσανά του φέρνει ο καθένας ενώπιον του Θεού, ό,τι τον ταλαιπωρεί — και ζητά λύτρωση. Οι μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες δυσφορούν και σιγομουρμουρίζουν, δεν συμπαθούν τη νεοτερικότητα — ως ρεύμα μάλλον.

Μετά από λίγο βγάζουν την εικόνα από το ναό για να κατέβει συνοδευόμενη από το πλήθος στο λιμάνι. Λιτανεία και ταυτόχρονα φόρος τιμής στη βυθισμένη «Έλλη».

Τη λιτανεία οδηγεί ο Δεσπότης της περιοχής και, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, τον συνοδεύει ο ομόλογός του άλλης περιοχής που ήρθε εδώ λόγω της ημέρας. Ακολουθεί με κάθε μεγαλοπρέπεια η εικόνα. Μετά, οι επίσημοι και τριγύρω ακολουθεί το πλήθος. Στη μάχη των εντυπώσεων, υπάρχουν δυο τρεις «άρχοντες» του νησιού που προσπερνούν την εικόνα και κατηφορίζουν χαμογελαστοί, σίγουροι πως έχουν καταφέρει να κάνουν έντονα αισθητή την παρουσία τους και στο κοινό που παρακολουθεί από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Καθ’ όλη την πορεία μέχρι το λιμάνι, μια ομάδα γυναικών από κάποια αφρικανική χώρα —δεν κατάφερα να μάθω ποιά—, που έχει καταφτάσει στο νησί και έχει γίνει ευκρινώς αντιληπτή από νωρίς, αποδίδει τιμή στην Παναγία με τον δικό της τρόπο: τραγούδια, χορευτικοί σχηματισμοί και χειροκροτήματα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Οι φωτογραφικές μηχανές παίρνουν φωτιά. Η εικόνα φτάνει στο λιμάνι.

Εκεί, τα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού και οι ναύτες ντυμένοι στα λευκά, τα γιορτινά τους. Βρήκε λοιπόν ευκαιρία η μάνα μου —που στο μεταξύ δεν είχε βγάλει μιλιά— να ψιθυρίζει: «το βλέπεις το λευκό πως λάμπει στον ήλιο, έτσι πρέπει να είναι το λευκό αλλιώς είναι για πέταμα». Υποψιάζομαι πως φανταζόταν τη μέρα αυτή περισσότερο κατανυκτική. Είναι η μέρα της Κοίμησης. Δεν το υποψιάζομαι δηλαδή, είμαι σίγουρη — αλλά δεν είπε κουβέντα. Δεν είναι της γκρίνιας.

Όταν όμως άρχισε το κήρυγμα των κληρικών μετά το τέλος της λιτανείας στο λιμάνι, εκεί δεν άντεξε. Εκνευρίστηκε. «Δεν ντρέπονται καθόλου», μου λέει. «Φεύγουμε; Πάμε για έναν γρήγορο καφέ και να μη χάσουμε και το σημερινό μπάνιο».

Δεν άκουσα και πολλά από το κήρυγμα· αλλά από όσα πρόλαβα, ήταν μια παράκληση­-προτροπή στους πολιτικούς που ήταν εκεί, να «δώσουν τα χέρια όλοι μαζί, για να σωθεί ο ιερός λαός αυτού του τόπου». Μίλησε για πολιτική συμπαράταξη, προσφώνησε αναλυτικά όλους τους παρευρισκόμενους φτιάχνοντας τη δική του σειρά προτίμησης. Κάποιους τάχα τους ξέχασε και τους ανέφερε αργότερα. Μίλησε αναλυτικά για τη στήριξη που πρέπει να δώσουμε στις αρχές του τόπου για να «τα καταφέρνουν τώρα στα δύσκολα», για τη στήριξη στη δημόσια τηλεόραση τώρα που ξεκινά τα νέα της βήματα — και κάπου εκεί φύγαμε. Δεν ξέρω αν αργότερα αναφέρθηκε πιο συγκεκριμένα και σε μεταρρυθμίσεις. Πάντως ο κόσμος τον άκουγε, δεν ήταν πολλοί σαν και εμάς που φύγαμε.

Της είχα κάνει το χατίρι όμως ολόκληρο, τίποτα δεν θα έχει να λέει.  Μέχρι εκεί που άντεξε βέβαια. Δεν είναι γυναίκα της εκκλησίας, αλλά κάπως της ήρθε αυτές τις μέρες και δεν ήθελα να της το χαλάσω.

Ευτυχώς, με αφορμή το κείμενο ενός φίλου, ξαναδιάβασα προχθές το Ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου του Παπαδιαμάντη και έτσι είχα ήδη συγχρονιστεί με την ουσία της σημερινής γιορτής.

Η πιο δυνατή γεύση όμως πέρα και πάνω από όλα είναι αυτό το ανακάτεμα όλων μας στη λεωφόρο της Μεγαλόχαρης. Αυτό το μπέρδεμα, που σου υπενθυμίζει ότι είμαστε όλοι μαζί και όλοι το ίδιο.

Χρόνια μας πολλά.

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Διάφορες παρεκβάσεις

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.