Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 17ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 17ο: Μαρίτα Ζαχαριάδου]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη. Ο «Μεγάλος» —ο μυστηριώδης άγνωστος που κινεί τα νήματα;— τηλεφωνεί στον αστυνομικό διευθυντή Λάμπρου και τον ξεχέζει, απειλώντας ταυτόχρονα τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, ενώ παράλληλα η Ντάρια Σίγκερ, πιστή βοηθός επί χρόνια του Καρύδη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, όταν ένα αυτοκίνητο φρενάρει έξω από το σπίτι της… Ο Νασόπουλος παρακολουθεί τον Παναγόπουλο να φεύγει από το ξενοδοχείο προς το Κατάκολο και τηλεφωνεί σε κάποιον να δώσει λογαριασμό. Ο Παναγόπουλος φτάνει στη μαρίνα, παίρνει μια βάρκα και κατευθύνεται προς ένα γιοτ, αραγμένο στα ανοιχτά αρόδο όπου και φτάνει την κατάλληλη στιγμή για να περισυλλέξει από το νερό την αναίσθητη —αλλά ζωντανήΝτάρια Σίγκερ που αποκαλύπτει πως οι επίδοξοι δολοφόνοι της ήταν όργανα της τάξης. Όσο συνέβαιναν αυτά η Γωγώ Δασκαλάκη επισκέπτεται το σκυλάδικο του δολοφονημένου Μάκη αφού πρώτα στείλει μήνυμα στον Παναγόπουλο να την ψάξει εκεί…

* * *

«Μα αφού το κρατούσα στο χέρι το μπουκάλι, πώς έγινε και μου το φέραν στο κεφάλι;»

Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη της Γωγώς, μόλις ανέκτησε την ικανότητά της για σκέψη. Την ανησύχησε.

«Δηλαδή θα σκέφτομαι σε ρίμες τώρα, γαμώ το κεφάλι μου;»

Αυτή ήταν η δεύτερη.

Έκανε να ακουμπήσει εκείνο το σημείο στο κρανίο της που έσφυζε ανελέητα, λίγο πιο πίσω από την κορφή και κάτω από το λαστιχάκι για τα μαλλιά της, αλλά δεν κατάφερε να κουνήσει τα χέρια της. «Είναι που σ’ έχουν δεμένη, ηλίθια!» συνέχισε να μονολογεί σιωπηρά. Και δεμένη πισθάγκωνα, μάλιστα. Και αρκετά γερά. Δοκίμασε να κουνήσει τα πόδια της. Επίσης μικρό το εύρος της κίνησης. Άνοιξε τα μάτια. Τουλάχιστον, αυτή την εντολή έδωσε ο εγκέφαλος στα βλέφαρά της, γιατί το αποτέλεσμα της κίνησης δεν έκανε καμιά σημαντική διαφορά. Πήχτρα σκοτάδι πριν, πήχτρα σκοτάδι και τώρα. Στα αυτιά της έφτανε ένα πνιχτό συνονθύλευμα ήχων που θύμιζε μουσική. Ένα συνθεσάιζερ που έκανε τσαλίμια και χαριτωμενιές καβάλα σε ηλεκτρονικό μπιτ, κάτι μπάσο που το ένιωθε να χτυπάει κατευθείαν στο στομάχι της και μια φωνή που –ας πούμε– τραγουδούσε, με λίγο έκο, «Να χαρώ / να χαρώ / να χαρώ-ώ-ώ / το μωρό / το μωρό / το μωρό-ό-ό». Α, ναι, το «Μωρό».

«Κάποια μέρα θα τα σκέφτομαι όλα αυτά και θα γελάω», σκέφτηκε, αλλά συνειδητοποίησε πως ήδη γελούσε – χαχάνιζε χαμηλόφωνα, σαν να ήταν στο σχολείο, μην τυχόν και την ακούσουν.

 Αφού η όραση δεν έπαιζε, έκανε μια απόπειρα να αποκρυπτογραφήσει τις μυρωδιές: μια διάχυτη «μπαγιατίλα η κοινή», ως ομπρέλα. Κι από κάτω, καπνός τσιγάρου. Παλιό αλκοόλ. Ποντικίλα. Μια μικρή εσάνς από ούρα. Σάπια φράουλα. Και λίγες αλλά έντονες πινελιές χλωρίνης.

«Κρίμα, έχω τόσα χρόνια να πάω σε ορίτζιναλ σκυλάδικο, και δεν μπορώ να το φχαριστηθώ. Και επιπλέον, κάνω σαρκασμό στον εαυτό μου. Πρέπει να το περιορίσω το σπορ. Ας καθίσω λίγο να σκεφτώ». Κι έτσι όπως ήταν πεσμένη στο δεξί πλευρό, ανασήκωσε απότομα τον κορμό και βρέθηκε καθιστή. Ένιωσε τον εγκέφαλό της σαν να πήγε μια μικρή βόλτα μέσα στο κρανίο της και να ξαναγύρισε. «Οκέι, την άλλη φορά που θα παίξω κυριολεξίες, θα είμαι πιο προσεκτική».

 Είχε την αίσθηση πως βρισκόταν στην κοιλιά του κήτους, ελπίζοντας απλώς το κήτος να γίνει σύντομα αρκετά λιώμα ώστε να την ξεράσει. Όλες αυτές τις δεκάδες ώρες που είχε περάσει πεσμένη με τα μούτρα στην υπόθεση, ήξερε πως οι ερωτήσεις πολλαπλασιάζονταν σαν βιολογικό όπλο σε τρελά κέφια (αναμενόμενο αυτό) αλλά ταυτόχρονα μία βασική ερώτηση παρέμενε εξοργιστικά αναπάντητη: πού ήταν ο αρχικός τόπος του εγκλήματος; Πού δολοφονήθηκε ο Καρύδης πριν καταλήξει ντεκόρ στο αρδευτικό σύστημα της Ηλείας; Πού έγινε το μετά θάνατον χειρουργείο; Αναρωτήθηκε αν η ζωντανή σκέψη του αίματος έφταιγε για τη μεταλλική οσμή που ξαφνικά ξεχώρισε ανάμεσα στις άλλες ή αν απλώς δεν την είχε επισημάνει νωρίτερα. Ένιωσε λες και της είχαν δέσει πετονιές στο στομάχι και τις τραβούσαν. Α, ναι. Φόβο το λένε αυτό.

 Πέρασε τα πόδια κάτω από τον κώλο της για να γονατίσει μήπως και μπορέσει να διατρέξει κάπως το χώρο. Πάτωμα τσιμεντένιο. Ξεκίνησε αυτό το ιδιότυπο μπουσουλητό άνευ χειρών. Στο τριακοστό βήμα, το γόνατό της προσγειώθηκε στα δόντια μιας τσουγκράνας, η ξύλινη λαβή της οποίας πέρασε ξυστά από το αυτί της και την κοπάνησε στον ώμο. Έστριψε αριστερά και ξεφορτώθηκε την τσουγκράνα. Οκτώ βήματα. Τεντώθηκε και το κεφάλι της ακούμπησε στο κάτω μέρος ενός ραφιού. Ξανά αριστερά. Σαράντα βήματα, ένα σιδερένιο φρεάτιο καθ’ οδόν και μετά τοίχος με σωλήνες. Αριστερά, άλλα επτά βήματα, πόρτα. Σιδερένια.

 «Ένα τέτοιο μέρος, πάντως, είναι μια χαρούλα για φόνο», σκέφτηκε. «Μπορείς να λείψεις από το μαγαζί ένα πενταλεπτάκι, να κάνεις τη δουλειά σου και κανείς δεν ακούει χριστό. Αν έχεις χρηματίσει και λίγο εκδοροσφαγέας, ανοίγεις το θύμα, του κόβεις την καρδιά, το αφήνεις να στραγγίξει, βάζεις την καρδιά σ’ ένα κασελάκι κι έφυγες. Κύριος. Κάπου θα πρέπει να υπάρχει ένας διακόπτης για το φως, ρε πούστη μου!»

Ξανακάθισε φουρκισμένη. Το κινητό της φυσικά δεν ήταν πια στην τσέπη της. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτή τη στιγμή κάποιος ξεκοκάλιζε τις επαφές της. Πρόσφατες κλήσεις. Μηνύματα.

 Μηνύματα;

Αν είχε το χέρι της ελεύθερο, τώρα θα το κολλούσε με ένα ηχηρό «κλατς» στο κούτελό της. «Φακ», μουρμούρισε. Το τελευταίο μήνυμα που έστειλε ήταν στον Παναγόπουλο, αλλά δεν είχε ιδέα πόση ώρα πριν. Δεν αποκλείεται να βρισκόταν ήδη εδώ. Ή να ήταν καθ’ οδόν για το στόμα του λύκου. Ή επίσης δεν αποκλείεται και να μην έρθει καθόλου, ο μαλάκας. Η Γωγώ συνειδητοποίησε πως, όπως και να ’χε το πράγμα, ο Παναγόπουλος ήταν η μόνη της ελπίδα να μην καταλήξει κι εκείνη με κανένα ζωτικό όργανο μείον. Ή με κάμποσα ζουμιά συν. Η εικόνα μιας υπερμεγέθους φράουλας σε θέση καρδιάς τής φάνηκε κακόγουστη σαν καλλιτεχνική αναζήτηση ερωτευμένης δεκατριάχρονης, αλλά ενοχλητικά ταιριαστή. Οι δύο φόνοι, εκ πρώτης όψεως, έμοιαζαν σαν κύριος σεισμός και μετασεισμός: κάποιος έβαλε τον Μάκη να καθαρίσει τον Καρύδη, και μετά καθάρισε και τον καθαριστή. Κι αν η λάντζα συνεχιστεί με όλους όσους ενεπλάκησαν, τώρα ήταν, σαφώς, η σειρά της.

Υπακούοντας σε μια έμφυτη τάση, που της είχε φανεί πολύ χρήσιμη ώς τώρα στην καριέρα της, η Γωγώ προσπάθησε να φέρει το συλλογισμό της τούμπα: κι αν ο κύριος σεισμός ήταν ο Μάκης και ο Καρύδης ο δευτερεύων; Γαμώτο, πού είναι ένα χαρτί κι ένα μολύβι όταν τα θες; Α, και τα χέρια σου επίσης. Ένιωσε ξαφνικά κουρασμένη και ξάπλωσε.

 Ευτυχώς. Γιατί τη στιγμή που ο κρόταφός της ακουμπούσε στο τσιμέντο, ένα κλειδί χωνόταν με φόρα στην κλειδαριά της σιδερένιας πόρτας.

 * * *

 

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 12 Νοεμβρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.