Home

DAB1975002W0000X-XXC.jpg

Σαν σήμερα, 21 Νοεμβρίου του 1902, γεννήθηκε ο βραβευμένος με Νόμπελ συγγραφέας Isaac Bashevis Singer (Izaak Baszewis Zynger,  יצחק באַשעװיס זינגע). Η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου μετέφρασε αποκλειστικά για το dim/art το διήγημα «Η συνάντηση».

* * *

Η συνάντηση

Χτύπησε το τηλέφωνο κι ο δρ. Μαξ Γκράιτζερ ξύπνησε. Το ρολόι στο κομοδίνο έλεγε οκτώ παρά τέταρτο. «Ποιος να παίρνει τόσο νωρίς;» μουρμούρισε. Σήκωσε το ακουστικό, και μια γυναικεία φωνή είπε, «Δρ. Γκράιτζερ, συγγνώμη που παίρνω τέτοια ώρα. Πέθανε μια γυναίκα που κάποτε σας ήταν πολύ αγαπητή. Η Λάιζα Νέστλινγκ».

«Θεέ μου!»

«Η κηδεία είναι σήμερα στις έντεκα. Θεώρησα πως θα θέλατε να το ξέρετε».

«Έχετε δίκιο. Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ. Η Λάιζα Νέστιλινγκ έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στη ζωή μου. Μπορώ να ρωτήσω με ποια ομιλώ;»

«Δεν έχει σημασία. Η Λάιζα κι εγώ γίναμε φίλες αφότου εσείς χωρίσατε. Η τελετή θα γίνει στο γραφείο κηδειών Γκούγκενσταλτ. Γνωρίζετε τη διεύθυνση;»

«Ναι, ευχαριστώ».

Η γυναίκα έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο δρ. Γκράιτζερ έμεινε για λίγο ασάλευτος. Πάει η Λάιζα, λοιπόν. Δώδεκα χρόνια είχαν περάσει από το χωρισμό τους. Υπήρξε ο μεγάλος του έρωτας. Η σχέση τους κράτησε κοντά δεκαπέντε χρόνια – α, όχι δεκαπέντε· δεκατρία. Τα δύο τελευταία ήταν γεμάτα με τόσες παρεξηγήσεις και περιπλοκές, τόσο πολλή τρέλα, που δεν περιγράφονται με λέξεις. Οι ίδιες δυνάμεις που έχτισαν εκείνον τον έρωτα, τον κατέστρεψαν κιόλας. Ο δρ. Γκράιτζερ και η Λάιζα Νέστλινγκ δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Ποτέ δεν έγραψαν ούτε ένα γράμμα. Από κάποια φίλη της ο δρ. Γκράιτζερ έμαθε πως είχε αποκτήσει σχέση με κάποιον υποτιθέμενο σκηνοθέτη του θεάτρου, αλλά εκεί τελείωναν όσα ήξερε γι’ αυτή. Δεν είχε καν ιδέα πως η Λάιζα ήταν ακόμα στη Νέα Υόρκη.

Ο δρ. Γκράιτζερ είχε στενοχωρηθεί τόσο πολύ με το κακό νέο που δεν θυμόταν ούτε πώς ντύθηκε εκείνο το πρωί ούτε πώς πήγε τελικά στο γραφείο κηδειών. Όταν έφτασε, το ρολόι στην απέναντι πλευρά του δρόμου έδειχνε εννέα παρά είκοσι πέντε. Άνοιξε την πόρτα, και η υπάλληλος στην υποδοχή τού είπε πως είχε έρθει πολύ νωρίς. Η τελετή ήταν προγραμματισμένη για τις έντεκα.

«Μήπως γίνεται να τη δω τώρα;» ρώτησε ο Μαξ Γκράιτζερ. «Είμαι πολύ στενός της φίλος και…»

«Μια στιγμή να ρωτήσω αν είναι έτοιμη». Η κοπέλα εξαφανίστηκε πίσω από μια πόρτα.

Ο δρ. Γκράιτζερ κατάλαβε τι εννοούσε. Οι νεκροί υποβάλλονται σε σχολαστική προετοιμασία πριν τους εμφανίσουν στους συγγενείς και σε όσους παρίστανται στην κηδεία.

Σε λίγο η κοπέλα επέστρεψε και είπε, «Εντάξει είναι. Τέταρτος όροφος, αίθουσα τρία».

Ένας άνδρας με μαύρο κοστούμι τον ανέβασε πάνω με το ασανσέρ και του άνοιξε την πόρτα της αίθουσας 3. Η Λάιζα ήταν μέσα σε ένα φέρετρο ανοιχτό μέχρι το ύψος των ώμων· το πρόσωπό της ήταν σκεπασμένο με τούλι. Την αναγνώρισε μόνο και μόνο επειδή ήξερε πως ήταν αυτή. Τα μαύρα της μαλλιά είχαν τη θαμπάδα της βαφής. Στα μάγουλά της είχε ρουζ και οι ρυτίδες γύρω από τα κλειστά της μάτια καλυμμένες κάτω από το μεϊκάπ. Στα βαμμένα χείλη της υπήρχε μια υποψία χαμόγελου. Πώς το φτιάχνουν το χαμόγελο; αναρωτήθηκε ο Μαξ Γκράιτζερ. Η Λάιζα τον είχε κατηγορήσει κάποτε πως είναι άνθρωπος μηχανικός, ένα ρομπότ χωρίς αισθήματα. Η κατηγορία ήταν ψευδής τότε, τώρα όμως έμοιαζε, παραδόξως, αληθινή. Δεν ένιωθε ούτε αποστροφή ούτε φόβο.

Η πόρτα της αίθουσας άνοιξε και μπήκε μια γυναίκα που έμοιαζε τρομακτικά στη Λάιζα. «Θα είναι η αδελφή της η Μπέλλα», σκέφτηκε ο Μαξ Γκράιτζερ. Η Λάιζα μιλούσε συχνά για τη μικρή της αδελφή, που ζούσε στην Καλιφόρνια, αλλά εκείνος δεν την είχε γνωρίσει ποτέ. Παραμέρισε καθώς η γυναίκα πλησίαζε στο φέρετρο. Αν τυχόν την έπιαναν τα κλάματα, θα ήταν κοντά της για να την παρηγορήσει. Εκείνη όμως δεν έδειξε καμιά ιδιαίτερη συγκίνηση, κι έτσι ο δρ. Γκράιτζερ αποφάσισε να την αφήσει με την αδελφή της· τότε όμως σκέφτηκε πως ίσως να φοβόταν να μείνει μόνη με ένα πτώμα, έστω κι αν ήταν της αδελφής της.

Μετά από λίγο, η γυναίκα στράφηκε και τους είπε, «Ναι, αυτή είναι».

«Φαντάζομαι πως θα ήρθατε αεροπορικώς από την Καλιφόρνια», είπε ο Μαξ Γκράιτζερ, μόνο και μόνο για να πει κάτι.

«Από την Καλιφόρνια;»

«Η αδελφή σας ήταν κάποτε πολύ δικός μου άνθρωπος. Μιλούσε συχνά για σας. Ονομάζομαι Μαξ Γκράιτζερ».

Η γυναίκα έμεινε αμίλητη και φάνηκε να αναλογίζεται αυτό που είχε ακούσει. Έπειτα είπε: «Λάθος κάνετε».

«Λάθος; Μα δεν είστε η αδελφή της η Μπέλλα;»

«Δεν το ξέρετε ότι ο Μαξ Γκράιτζερ πέθανε; Υπάρχει και νεκρολογία στις εφημερίδες».

Ο Μαξ Γκράιτζερ προσπάθησε να χαμογελάσει. «Θα είναι μάλλον κάποιος άλλος Μαξ Γκράιτζερ». Τη στιγμή που άρθρωσε αυτές τις λέξεις, αντιλήφθηκε και την αλήθεια: ήταν νεκροί και εκείνος και η Λάιζα – και η γυναίκα που του μιλούσε δεν ήταν η Μπέλλα αλλά η ίδια η Λάιζα. Συνειδητοποίησε πως, αν ήταν ζωντανός, θα ένιωθε συγκλονισμένος από τη θλίψη. Μόνο κάποιος που βρίσκεται στην άλλη όχθη της ζωής μπορεί να αποδεχτεί με τέτοια απάθεια το θάνατο ενός ανθρώπου που είχε αγαπήσει κάποτε. Αναρωτήθηκε αν η τωρινή του εμπειρία ήταν η αθανασία της ψυχής. Αν μπορούσε τώρα, θα έβαζε τα γέλια, αλλά η ψευδαίσθηση του σώματος είχε χαθεί· εκείνος κι η Λάιζα δεν είχαν πια υλική υπόσταση. Κι ωστόσο ήταν και οι δύο παρόντες. Τη ρώτησε, χωρίς φωνή: «Είναι δυνατόν;»

Άκουσε τη Λάιζα ν’ απαντά, με το πνευματώδες της ύφος, «Αν συμβαίνει, άρα θα πρέπει να είναι δυνατό». Και πρόσθεσε: «Πληροφοριακά πάντως, το δικό σου πτώμα βρίσκεται επίσης εδώ’.

«Πώς έγινε; Χθες το βράδυ που πήγα για ύπνο ήμουν υγιής».

«Δεν ήταν χθες το βράδυ και δεν ήσουν υγιής. Φαίνεται πως η όλη διαδικασία συνοδεύεται κι από μια κάποια αμνησία. Μου συνέβη κι εμένα χτες, οπότε –»

«Έπαθα έμφραγμα;»

«Ίσως».

«Εσένα τι σου συνέβη;» ρώτησε.

«Με μένα, όλα τραβάνε σε μάκρος. Πού το έμαθες όμως για μένα;» πρόσθεσε.

«Νόμιζα πως ήμουν στο κρεβάτι μου. Οκτώ παρά τέταρτο, χτύπησε το τηλέφωνο και μια γυναίκα μού είπε για σένα. Αρνήθηκε να μου πει το όνομά της».

«Οκτώ παρά τέταρτο το πτώμα σου ήταν ήδη εδώ. Θες να πας να σε δεις; Εγώ σε είδα. Είσαι στην αίθουσα 5. Σ’ έχουν κάνει σκέτο krasavetz».

Ο Μαξ Γκράιτζερ είχε χρόνια ν’ ακούσει τη λέξη krasavetz. Σήμαινε ωραίος άντρας. Η Λάιζα είχε γεννηθεί στη Ρωσία, και τη χρησιμοποιούσε συχνά.

«Μπα, δεν έχω περιέργεια».

Ήταν ήσυχα στο χώρο τελετών. Ένας καλοξυρισμένος ραβίνος και σγουρά μαλλιά και φανταχτερή γραβάτα έβγαλε λόγο σχετικά με τη Λάιζα. «Ήταν μια διανοούμενη με την καλύτερη έννοια του όρου», είπε. «Όταν ήρθε στην Αμερική, δούλευε όλη τη μέρα σε κάποιο μαγαζί και το βράδυ παρακολουθούσε μαθήματα στο κολέγιο, απ’ όπου αποφοίτησε μετ’ επαίνων. Είχε κακοτυχίες, και πολλά πράγματα στη ζωή της πήγαν στραβά, εκείνη όμως παρέμεινε μια γυναίκα με ηθική ακεραιότητα».

«Πρώτη φορά τον βλέπω αυτόν τον άνθρωπο. Πώς είναι δυνατό να ξέρει για μένα;» ρώτησε η Λάιζα.

«Οι συγγενείς σου τον προσέλαβαν και του έδωσαν τις πληροφορίες», απάντησε ο Γκράιτζερ.

«Τις σιχαίνομαι αυτές τις επαγγελματικές φιλοφρονήσεις».

«Ποιος είναι ο τύπος με το γκρίζο μουστάκι στον μπροστινό πάγκο;» ρώτησε ο Μαξ Γκράιτζερ.

Η Λάιζα έσκασε κάτι σαν γελάκι. «Ο κάποτε σύζυγός μου».

«Είχε παντρευτεί; Εγώ έμαθα απλώς ότι είχες εραστή».

«Όλα τα δοκίμασα, χωρίς την παραμικρή επιτυχία».

«Πού θες να πάμε;» ρώτησε ο Μαξ Γκράιτζερ.

«Ίσως στην κηδεία σου».

«Αποκλείεται».

«Ποια κατάσταση ύπαρξης να είναι αυτή;» ρώτησε η Λάιζα. «Βλέπω τα πάντα. Αναγνωρίζω τους πάντες. Εκεί είναι η θεία μου η Ράιζλ Ακριβώς πίσω της είναι η ξαδέρφη μου η Μπέκυ. Σας είχα συστήσει κάποτε».

«Ναι, όντως».

«Ο ναός είναι μισοάδειος. Έτσι όπως αντιμετώπιζα εγώ τους άλλους σε παρόμοιες περιστάσεις, αυτό ακριβώς μου αξίζει. Είμαι σίγουρη πως για σένα ο ναός θα είναι φίσκα. Θες να περιμένουμε να δούμε;»

«Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να το διαπιστώσω».

Ο ραβίνος είχε τελειώσει την ομιλία του και τώρα κάποιος έψαλε το «Θεέ Ελεήμονα». Η ψαλμωδία του ακουγόταν μάλλον σαν κλαψούρισμα, και η Λάιζα είπε, «Ούτε ο πατέρας μου δεν θα μοιρολογούσε έτσι».

«Πληρωμένα δάκρυα».

«Αρκεί τώρα», είπε η Λάιζα. «Πάμε».

Από το γραφείο τελετών μεταφέρθηκαν αιωρούμενοι στο δρόμο. Εκεί, έξι λιμουζίνες περίμεναν εν σειρά πίσω από τη νεκροφόρα. Ένας από τους οδηγούς έτρωγε μπανάνα.

«Αυτό είναι που ονομάζεται θάνατος;» ρώτησε η Λάιζα. «Η ίδια πόλη, οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια μαγαζιά. Ακόμα κι εγώ μου φαίνομαι ίδια».

«Ναι, αλλά χωρίς σώμα».

«Και δηλαδή τι είμαι; Ψυχή;»

«Ειλικρινά, δεν ξέρω τι να σου πω», είπε ο Μαξ Γκράιτζερ. «Νιώθεις καθόλου πείνα;»

«Πείνα; Όχι».

«Δίψα;»

«Όχι. Όχι. Εσύ τι λες για όλα αυτά;»

«Τα απίστευτα, τα παράλογα, οι πιο χυδαίες προκαταλήψεις αποδεικνύονται αλήθεια», είπε ο Μαξ Γκράιτζερ.

«Μπορεί ακόμα και ν’ ανακαλύψουμε πως υπάρχει Κόλαση και Παράδεισος».

«Όλα είναι πιθανά εδώ που είμαστε».

«Λες να κληθούμε και ενώπιον του επουράνιου Δικαστηρίου μετά την ταφή για να λογοδοτήσουμε για τις πράξεις μας;»

«Ακόμα κι αυτό μπορεί να συμβεί».

«Πώς και είμαστε μαζί εμείς οι δυο;»

«Μη μου κάνεις άλλες ερωτήσεις, σε παρακαλώ. Ό,τι ξέρεις, ξέρω».

«Αυτό σημαίνει πως όλα τα φιλοσοφικά έργα που είχες διαβάσει και είχες γράψει ήταν ένα μεγάλο ψέμα;»

«Ακόμα χειρότερα –ήταν σκέτες μπούρδες».

Εκείνη τη στιγμή, τέσσερις άνδρες έβγαλαν έξω το φέρετρο με τη σορό της Λάιζα. Επάνω στο φέρετρο υπήρχε ένα στεφάνι με χρυσαφιά επιγραφή: «Εις μνήμην της αξέχαστης Λάιζα».

«Ποιανού είναι αυτό το στεφάνι;» ρώτησε η Λάιζα και έδωσε η ίδια την απάντηση: «Δεν φάνηκε καθόλου τσιγκούνης γι’ αυτό».

«Θες να πάμε μαζί τους και στο νεκροταφείο;» ρώτησε ο Μαξ Γκράιτζερ.

«Όχι – για ποιο λόγο; Μπορεί αυτός ο υποκριτής ο ψάλτης να μου πει και κανένα κλαψιάρικο Καντίς».

«Τι θες να κάνουμε;»

Η Λάιζα αφουγκράστηκε τον εαυτό της. Τίποτα δεν ήθελε. Τι παράξενη κατάσταση, να μην έχεις ούτε μία επιθυμία. Από τότε που θυμόταν, η βούληση, οι πόθοι της οι φόβοι της τη βασάνιζαν χωρίς σταματημό. Τα όνειρά της ήταν γεμάτα απελπισία, έκσταση, άγρια πάθη. Περισσότερο από κάθε άλλη καταστροφή, έτρεμε την έσχατη μέρα, τότε που όλα αυτά σβήνουν και ξεκινά το σκοτάδι του τάφου. Αλλά τώρα, ιδού, να θυμάται το παρελθόν και να είναι ο Μαξ Γκράιτζερ ξανά μαζί της. «Φανταζόμουν το τέλος πολύ πιο δραματικό», του είπε.

«Δεν πιστεύω πως αυτό είναι το τέλος», είπε εκείνος. «Ίσως πρόκειται για ένα μεταβατικό στάδιο ανάμεσα σε δύο μορφές ύπαρξης».

«Αν είναι έτσι, πόσο θα κρατήσει;»

«Αφού ο χρόνος δεν έχει ισχύ, η διάρκεια δεν έχει νόημα».

«Α, παραμένεις ίδιος, με τους γρίφους σου και τις παραδοξολογίες σου. Έλα, δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ, αν δεν θες να δεις αυτούς που θα σε πενθούν», είπε η Λάιζα. «Πού να πάμε;»

«Όπου θες».

Ο Μαξ Γκράιτζερ την έπιασε από το άυλο μπράτσο της και άρχισαν μαζί να ανεβαίνουν ψηλά, χωρίς σκοπό, χωρίς προορισμό. Όπως θα έκαναν κι αν βρίσκονταν μέσα σε αεροπλάνο, κοιτούσαν κάτω τη γη κι έβλεπαν πόλεις, ποτάμια, χωράφια, λίμνες – τα πάντα εκτός από ανθρώπους.

«Είπες τίποτα;» ρώτησε η Λάιζα.

Και ο Μαξ Γκράιτζερ απάντησε: «Απ’ όλες μου τις απογοητεύσεις, η αθανασία είναι η πιο μεγάλη».

* * *

Singer

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s