Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 19ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 19ο: Ελένη Κεχαγιόγλου]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη. Ο «Μεγάλος» —ο μυστηριώδης άγνωστος που κινεί τα νήματα;— τηλεφωνεί στον αστυνομικό διευθυντή Λάμπρου και τον ξεχέζει, απειλώντας ταυτόχρονα τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, ενώ παράλληλα η Ντάρια Σίγκερ, πιστή βοηθός επί χρόνια του Καρύδη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, όταν ένα αυτοκίνητο φρενάρει έξω από το σπίτι της… Ο Νασόπουλος παρακολουθεί τον Παναγόπουλο να φεύγει από το ξενοδοχείο προς το Κατάκολο και τηλεφωνεί σε κάποιον να δώσει λογαριασμό. Ο Παναγόπουλος φτάνει στη μαρίνα, παίρνει μια βάρκα και κατευθύνεται προς ένα γιοτ, αραγμένο στα ανοιχτά αρόδο όπου και φτάνει την κατάλληλη στιγμή για να περισυλλέξει από το νερό την αναίσθητη —αλλά ζωντανήΝτάρια Σίγκελ που αποκαλύπτει πως οι επίδοξοι δολοφόνοι της ήταν όργανα της τάξης. Όσο συμβαίνουν αυτά, η Γωγώ Δασκαλάκη επισκέπτεται το σκυλάδικο του δολοφονημένου Μάκη, αφού πρώτα στέλνει μήνυμα στον Παναγόπουλο να την συναντήσει εκεί. Λίγη ώρα αργότερα, ξυπνά στο σκοτάδι και συνειδητοποιεί πως κάποιος τη χτύπησε και είναι αιχμάλωτη και χωρίς κινητό. Ο Παναγόπουλος έχοντας λάβει το μήνυμά της κατευθύνεται προς το Μωρό για να την συναντήσει αλλά φτάνοντας εκεί βλέπει τον Λάμπρου, τον Νασόπουλο και έναν άγνωστο άνδρα να μπαίνουν μέσα και συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο απομακρύνεται. Η Σίγκελ, η οποία τον συνοδεύει, ταράζεται τόσο στη θέα τους ώστε ο Παναγόπουλος υποπτεύεται ότι γνωρίζει πολύ περισσότερα από εκείνα που του έχει πει και αποφασίζει να την ανακρίνει αφού πρώτα κάνει μια προσπάθεια να μιλήσει με την Δασκαλάκη. Το κινητό της όμως απαντάει ένας άνδρας…

* * *

Λίγο προτού η Γωγώ Δασκαλάκη λιποθυμήσει −κι ενώ ένα κλειδί πάλευε με την κλειδαριά της σιδερένιας πόρτας στην αποθήκη όπου την είχαν αποθέσει δεμένη πισθάγκωνα− πρόφτασε να σκεφτεί: «Αν πρωταγωνιστούσα στο CSI στην tv, δεν θα κινδύνευα να χάσω τη ζωή μου επ’ ουδενί. Αλλά μου ‘λαχε, βλέπεις, παρωδία: CSI στην Ηλεία». Εξακολουθούσε, λοιπόν, να σκέφτεται με ρίμες˙ άσχημο ήταν το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι. Ταυτόχρονα, σαν ειρωνική απόκριση όπως το συνήθιζε, το μυαλό της την ενημέρωσε: «Όπου να ‘ναι, κοπελιά, λιποθυμάς − σκηνή δράσης δεν θα δεις, όσο κι αν το ποθείς».

Και πράγματι, το κρύο τσιμεντένιο πάτωμα, προς το οποίο έσκυβε, κέρδιζε σταδιακά τη Γωγώ· τουλάχιστον, μαζί της αποσυρόταν και το μυαλό της, να την αφήσει ήσυχη λιγάκι — κάτι ήταν κι αυτό. Ένιωσε ανακουφισμένη καθώς το τσιμέντο δρόσισε το μέτωπό της που πήγαινε, λες, να σπάσει˙ βροντοχτυπούσαν τα μηλίγγια της και νόμιζε πως ανέβαζε διαρκώς πυρετό. Λίγο προτού αφεθεί να την ρουφήξει η ανυπαρξία (αν και από την εφηβεία της υποτασική, ποτέ δεν κατάφερε να συμφιλιωθεί με τη λιποθυμία, πάντα της τρόμαζε λες και δεν επρόκειτο να ξυπνήσει ξανά), όποιος πάλευε με τη σκουριασμένη κλειδαριά κατάφερε επιτέλους να της επιβληθεί.

Η πόρτα άνοιξε τρίζοντας, στο εσωτερικό της σκοτεινής αποθήκης ξεχύθηκε ο στίχος: «Στον κόμβο Κηφισίας επάνω σου τρακάρω / σε ώρα απελπισίας Χριστό είδα το Χάρο / χτύπησε καραμπόλα και η δόλια η καρδιά μου / τα παίζω όλα για όλα, άναψε τη φωτιάαα μου». Πάνω από την παράφωνη ρεπλίκα του Μαργαρίτη, η Γωγώ άκουσε, ενώ βυθιζόταν, τον γνώριμο ήχο του κινητού της και, αμέσως, μια άγνωστη αντρική φωνή να λέει: «Παναγόπουλε; Έχω εδώ κάποια που θες». Την ώρα που στ’ αυτιά της έφτανε το ρεφρέν χωρίς ο αοιδός να πετυχαίνει ούτε νότα μοναχή, «πεθαίνω για σένα κι ας είσαι απάτη, δεν πά’ να είσαι ψέμα…», η Δασκαλάκη πρόφτασε να σκεφτεί: «Το CSI της Ηλείας μου μέσα… να μεθούσαμε τώρα οι δυο μας έπρεπε, ρε Παναγόπουλε» − κι έπειτα, έπαψε να ακούει οτιδήποτε. Σαδιστής ο αοιδός, ωστόσο, επέμενε να άδει: «Τι να μας πει η φυσική, οι νόμοι δεν μετράνε / σε φάση μεταφυσική τα πάθη κυβερνάνε».

***

Ο Παναγόπουλος −στην παύση που έκανε ο συνομιλητής του μόλις του απάντησε: «Κι εγώ»− άκουσε κι εκείνος τη ρεπλίκα του Μαργαρίτη με φριχτό έκο: «Αν είσαι άνθος του κακού δεν ψάχνω αποδείξεις, στην αυταπάτη ενός τρελού θα ζω μέχρι να λήξεις», και σχεδόν συγκινήθηκε με τη σκέψη ότι η Δασκαλάκη κινδυνεύει.

«Ρε τι πάθαμε στα καλά του καθουμένου», είπε στην έκπληκτη Ντάρια Σίνγκελ, «αυτό μας έλειπε τώρα να καψουρευτούμε τον θηλυκό Πουαρό…».

Κούνησε το κεφάλι του με ένταση, να ξεπεράσει την τρυφερότητα που τον τρόμαξε. Χαμογέλασε ανακουφισμένος μόλις θεώρησε ότι ανέκτησε τον κυνισμό του.

Έσκυψε μπροστά από τη Σίνγκελ, για να ανοίξει το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις», της είπε χαμογελαστά. Ανέσυρε ένα ζευγάρι χειροπέδες. «Θα σε δέσω μια στιγμούλα πισθάγκωνα, αλλά δεν θέλω μούτρα. Αντιπαθώ στις γυναίκες τα μούτρα. Λοιπόν, θα πάμε πάλι στο “Μωρό”, μωρό μου, και δεν θέλω να κάνεις καμιά τρέλα. Mε νιώθεις, κούκλα μου; Μην το πάρεις προσωπικά».

Σανίδωσε το γκάζι, ενώ η Σίνγκελ έμοιαζε κερωμένη από το φόβο˙ είχε στυλώσει τα μάτια της στο οδόστρωμα και δεν έβγαζε άχνα, μόνο που ακουγόταν λαχανιασμένη η ανάσα της.

***

«Πιάσε άλλο ένα μπουκαλάκι, ρε παλικάρι».

«Λίγο κράτει, Λάμπρου. Δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί η βραδιά…»

«Σαν πώς να εξελιχθεί, δηλαδή; Αφού σου το ’πα, ρε φίλε, μη μου τη σπας: τα ‘χω όλα κανονισμένα. Θα επιστρέψουμε και πάλι στα συνηθισμένα μας, λέμε».

«Θαυμάζω το αστυνομικό σου δαιμόνιο, ρε Λάμπρου. Τη σιγουριά σου ότι δεν θα πάει τίποτα στραβά… Δεν ξέρω πώς έμπλεξα μαζί σας, το κέρατό μου. Το σχέδιο από την αρχή έμπαζε».

«Νασόπουλε, μη με πρήζεις, άντε μπράβο. Πιες λίγο να χαλαρώσεις, ρε αγόρι μου, επιτέλους δηλαδή. Άκου, ρε φίλε, το άσμα: “Αν σου πούνε στη δουλειά σου, πάρε τα συμπράγκαλά σου, κάνε και μεταβολή, να μια συμβουλή –όπα!− το καλύτερο μπεγλέρι είναι τα κλειδιά στο χέρι”, γεια σου, ρε Γιώργη, με τα ωραία σου! Πού είναι η γαμολουλουδού, επιτέλους;»

Ο Νασόπουλος κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να επιχειρήσει να συζητήσει με τον Λάμπρου σοβαρά, και πολύ περισσότερο τώρα που ήταν ήδη μεθυσμένος. Είχε μπλέξει με ένα μάτσο ηλίθιους. Αλλά αυτούς είχε, αυτούς δεν εμπιστευόταν, όπως του είχε πει κάποτε για τους συντρόφους του ένας φίλος του οργανωμένος στο ΠΑΣΟΚ. Τώρα που το σκεφτόταν, καλύτερα να είχε εμπιστευθεί τον Κωστάκη τον Λαλιώτη, που λέει ο λόγος, παρά αυτούς τους άχρηστους…

«Όπα, ρε Νασόπουλε, κούνα λίγο το κορμί σου, ρε αγόρι μου, θα πάθεις καμιά ακαμψία έτσι που ‘σαι ακίνητος, ρε, χαχαχά. Ααααα, έλα –όπα, όπα− βγαίνει τώρα το μωρό μου, Νασόπουλε, η κορμάρα, η κοριτσάρα, η γυναικάρα. Έλα, ρίχ’ τα, ρίχ’ τα, Ρόζα, να γουστάρουμε, έλααα, κούνα το, ρε μωρό μου, να τρελαθούμε εδώ μέσα, λέμε. Όπα!»

Η Ρόζα, μια σαραντάρα-κακέκτυπο της Λαίδης Άντζελας, με μαλλί φουσκωτό σαν κράνος, με θλιβερές ξασμένες κόκκινες μπούκλες που έφταναν μέχρι τους ώμους, ένα στενό χρυσαφί φόρεμα, με σκίσιμο στο πλάι έως την κοιλιά που κάθε άλλο παρά γυμνασμένη ήταν, προς μεγάλη δυστυχία του Νασόπουλου, πήρε το μικρόφωνο και προχώρησε με τη χάρη τρανσέξουαλ προς το τραπέζι τους. Στάθηκε πάνω από τον αποχαυνωμένο Λάμπρου, που έτρωγε το στήθος της με τα μάτια του και έχωσε το χέρι του στο βαθύ σκίσιμο, και του τραγούδησε (πολύ καλύτερα από τη Γωγώ Τσαμπά, είναι η αλήθεια, παρόλο που το κλαρίνο την πρόδιδε):

 

Δε σου κάνω τον άγιο, αχ αμάρτησα

για μια νύχτα παράνομα, αχ περπάτησα.

Δυο ξένα χείλη φίλησα

και το ’χω μετανιώσει

συγχώρα με, καρδούλα μου,

βαριά σ’ έχω πληγώσει…

 

Κι εκεί, ακριβώς στο «βαριά σ’ έχω πληγώσει» −κι ενώ όλο το μαγαζί χόρευε πάνω και κάτω από τα τραπέζια− ο Λάμπρου άρχισε να κλαίει. Με λυγμούς. Ο Νασόπουλος ένιωθε πλήρως απελπισμένος. Η ασφυκτική από τα τσιγάρα ατμόσφαιρα, με τη Ρόζα να απορεί, μα να συνεχίζει να τραγουδά από πάνω τους, είχε την παρόρμηση να τα σπάσει όλα εκεί μέσα, και μετά να βάλει φωτιά στο «Μωρό» (κάπου το ‘χε δει αυτό – σε μια ταινία;) και μετά να πάρει το δρόμο, να εξαφανιστεί, να αλλάξει για πάντα ζωή, μακριά από την τόση παρακμή. Τη στιγμή που η Ρόζα το πήρε πια απόφαση να επιστρέψει στην (ο θεός να την κάνει) πίστα, τραγουδώντας: «Έχω μια καρδιά, πάρ’ την αν την θες / μα να την προσέχεις, είναι όλο πληγές», τα γαρίφαλα πλημμύρισαν το μωσαϊκό, ο Λάμπρου σπάραζε παντελώς αδιάφορος για τον κόσμο γύρω του, και ο Νασόπουλος, ξαφνικά, ξέσπασε σε νευρικά γέλια, τρανταζόταν ολόκληρος.

Ανέκτησε την ψυχραιμία του ωστόσο σύντομα. Έπρεπε να πιει, δεν την πάλευε αλλιώς. Να πιει, κι ας ήταν και το δηλητήριο που σέρβιρε το «Μωρό» για ουίσκι. Το μάτι του πήρε μια πιτσιρίκα με καυτό μίνι, ροζ ψηλοτάκουνα και για μπλούζα μια λωρίδα, να του χαμογελά λάγνα. «Να, άλλο ένα κοριτσάκι για πήδημα», σκέφτηκε. «Εμ, τι σκατά παράγοντας της πόλης είμαι;»

Αλλά έπρεπε πρώτα να πιει: «Γκαρσόν! Ο κύριος από δω έχει ζητήσει ένα μπουκαλάκι, ρε παιδάκι μου. Τι στην ευχή; Κόκαλα έχει;»

***

Η γαμοκλειδαριά τον είχε εκνευρίσει που δεν άνοιγε τόση ώρα. Αλλά πιο πολύ τον είχε εκνευρίσει η έπαρση του Παναγόπουλου που νόμιζε πως θα τον είχε στο τσεπάκι, απειλώντας τον με τη Δασκαλάκη. Αντί γι’ αυτό, ο κωλοαθηναίος τού πέταξε τον αντιπερισπασμό: «Έχω κι εγώ κάποια που θες». Σιχτίρ!

Έσπρωξε τη βαριά σιδερένια πόρτα. Το φως που γλίστρησε στο σκοτεινό δωμάτιο ήταν αρκετό για να του αποκαλύψει τη Δασκαλάκη γονατισμένη και λιπόθυμη μπροστά του.

«Το λέει η καρδιά της, της σκύλας. Διέσχισε όλη την αποθήκη στα τέσσερα. Αλλά την πάτησε: έχω τα σκυλιά δεμένα», κάγχασε. Έκανε δυο βήματα, μα μόλις έφτασε πλάι της, με μια αιφνίδια αστραπιαία κίνηση, η Γωγώ έστρεψε τα δεμένα πόδια της προς το μέρος του (έβγαλε μια κραυγή, καθώς τα γόνατά της καταγδάρθηκαν στο τσιμεντένιο πάτωμα), και εκείνος, χωρίς καν να καταλάβει πώς, βρέθηκε ριγμένος με το πρόσωπο καταγής. Και έμελλε αμέσως να συνειδητοποιήσει ότι η Δασκαλάκη δεν ήταν σκύλα, μα αιλουροειδές, έτσι που κατάφερε να ορθώσει το λυγισμένο κορμί της, να προσγειωθεί με την πλάτη μπροστά από την πίσω τσέπη του παντελονιού του, και να του αρπάξει το περίστροφο που είχε εκεί…

* * *

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.