Home

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 28 Ιουλίου 1836, γεννήθηκε ο Εμμανουήλ Ροΐδης.

1

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου, γόνος αριστοκρατικής εμπορικής οικογένειας με καταγωγή από τη Χίο. Πατέρας του ήταν ο Δημήτριος Ροΐδης και μητέρα του η Αιμιλία Ροδοκανάκη. Ύστερα από διορισμό του πατέρα του σε θέση διευθυντή εμπορικού οίκου και στη συνέχεια σε θέση έλληνα προξένου, ο Ροΐδης πέρασε οχτώ χρόνια της παιδικής του ηλικίας στη Γένοβα (1841 – 1849), όπου έμαθε ιταλικά και ήρθε σε επαφή με τα κηρύγματα της επανάστασης του 1848 – 1849.

Επιστρέφοντας στη Σύρο φοίτησε στο ελληνοαμερικανικό λύκειο του Χ. Ευαγγελίδη. Εκεί ασχολήθηκε με τη συγγραφή και γνωρίστηκε με το Δημήτριο Βικέλα, με τον οποίο εξέδωσαν, μαθητές ακόμη, το χειρόγραφο περιοδικό Μέλισσα.

Από το 1855 έφυγε για περαιτέρω σπουδές στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας στο Βερολίνο. Στο Βερολίνο τον οδήγησε παράλληλα και η ανάγκη θεραπείας της βαρηκοΐας του, από την οποία υπέφερε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στράφηκε στο εμπόριο και ταξίδεψε στην Ευρώπη, τις παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την Αίγυπτο.

Από το 1857 ως το 1862 έζησε με την οικογένειά του στη Ρουμανία, επισκεπτόμενος όμως την Αθήνα κατά περιόδους. Έτσι το 1860 δημοσίευσε στην Αθήνα την τετράτομη μετάφραση του έργου του Chateaubriand Itineraire (Οδοιπορικό). Στον πρόλογο της μετάφρασης αυτής τόνισε την έλλειψη ελληνικής γλώσσας κατάλληλης για τη λογοτεχνία, κρίνοντας την καθαρεύουσα ως τεχνητή και τη δημοτική ως ανεπαρκή. Από το 1862 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και αφοσιώθηκε στη συγγραφή. Το χειμώνα του επόμενου χρόνου ταξίδεψε με την οικογένειά του στο Κάιρο, όπου πέθανε ο πατέρας του. Ακολούθησε επιστροφή του Ροΐδη στην Αθήνα μαζί με τη μητέρα του και ανάληψη της οικογενειακής επιχείρησης στη Ρουμανία από τον αδελφό του Νικόλαο.

Το 1866 εξέδωσε την Πάπισσα Ιωάννα, μυθιστόρημα δηκτικής σάτιρας της σύγχρονης του συγγραφέα πολιτικής, κοινωνικής, εκκλησιαστικής και πνευματικής κίνησης υπό το πρόσχημα της μελέτης των ηθών της μεσαιωνικής ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η Πάπισσα Ιωάννα γνώρισε μεγάλη επιτυχία, έκανε πολλές εκδόσεις και μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες, παράλληλα ωστόσο κρίθηκε ως σκανδαλώδης και προκάλεσε τον αφορισμό του Ροΐδη από την Ιερά Σύνοδο. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία (διευθυντής της γαλλόφωνης εφημερίδας Grece το 1870, και συντάκτης των Independance hellenique ,Times, Journal de Debats). Το 1873 έχασε ολόκληρη την περιουσία του στα Λαυρεωτικά.

Στο χώρο της πολιτικής αρθρογραφίας ο Ροΐδης κατέδειξε τα κακώς κείμενα της πολιτικής ζωής του καιρού του μέσα από τα σατιρικά άρθρα που δημοσίευε με το ψευδώνυμο Θεοτούμπης στη σατιρική και πολιτική εφημερίδα Ασμοδαίος, της οποίας υπήρξε βασικός συντάκτης, ενώ υποστήριξε την παράταξη του Χαριλάου Τρικούπη. Στη δεκαετία 1880 – 1890 ανέλαβε τη σύνταξη πολιτικών επιθεωρήσεων στην εφημερίδα-όργανο του τελευταίου Ώρα. Ήδη το 1878 είχε αρχίσει να δημοσιεύσει το εναντίον του Θεόδωρου Δηλιγιάννη λιβελογράφημα Γενηθήτω φως.

Η ενασχόλησή του με το διήγημα ξεκίνησε γύρω στο 1876, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος της διηγηματογραφικής του παραγωγής του τοποθετείται στη δεκαετία 1891 – 1901. Παράλληλα δημοσίευσε λογοτεχνικές μεταφράσεις και κριτικά δοκίμια λογοτεχνίας, αισθητικής, ζωγραφικής και μουσικής. Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Εστία και Παρνασσός από την ίδρυσή τους το 1876 και 1877 αντίστοιχα.

Το 1884 αυτοκτόνησε ο αδερφός του Νικόλαος. Ήδη από το 1885 χρονολογείται η στροφή του ενδιαφέροντός του προς το γλωσσικό ζήτημα. Σημειώνονται τα έργα του Το ταξίδι του Ψυχάρη και Τα είδωλα (1893). Από το 1880 ως το 1903 (με διακοπές κατά τις περιόδους διακυβέρνησης από το κόμμα του Δηλιγιάννη) υπήρξε έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης, όπου άφησε σημαντικό οργανωτικό έργο, εμπλουτίζοντάς την με 100.000 νέους τίτλους και 1500 μεσαιωνικά χειρόγραφα. Πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1904 στην Αθήνα.

Ο Ροΐδης είναι γνωστός κυρίως ως συγγραφέας της Πάπισσας Ιωάννας και κριτικός. Τη γραφή του χαρακτηρίζει το περίτεχνο ύφος, το ευφυές, συχνά σαρκαστικό χιούμορ, η σατιρική διάθεση. Η κριτική του οπτική, αποτέλεσμα των ελληνικών και ευρωπαϊκών σπουδών του, του έντονου κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού του και της αξιοσημείωτης οξυδέρκειάς του, διαμορφώθηκε κυρίως μετά την Πάπισσα Ιωάννα. Ήδη ωστόσο με το πρώτο αυτό έργο του αντιτάχθηκε στην ελληνοχριστιανική και αντιευρωπαϊκή θεωρία της εποχής του, για να περάσει σταδιακά στην επόμενη φάση, όπου υπεραμύνθηκε ενός νέου κοσμοπολίτικου πνεύματος στη νεοελληνική λογοτεχνική παραγωγή και καταδίκασε τη ρητορεία της ρομαντικής έκφρασης της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής, διατηρώντας ωστόσο παράλληλα τις καταβολές του στον ευρωπαϊκό διαφωτισμό (που γνώρισε δίπλα στον Κωνσταντίνο Ασώπιο) και το ρομαντισμό του Byron. Στο γλωσσικό ζήτημα εξάλλου ο Ροΐδης τάχθηκε θεωρητικά υπέρ της δημοτικής (η μελέτη του για το Ταξίδι του Ψυχάρη αποτέλεσε την πρώτη παρουσίασή του στην Ελλάδα) που θα προερχόταν από τον βαθμιαίο καθαρισμό της καθαρεύουσας. Χαρακτηριστικό του έργου του είναι η δημιουργική επίδραση του προσωπικού λογοτεχνικού ύφους του στην καθαρεύουσα γλώσσα. Στη δημοτική έγραψε μόνο ένα διήγημα με τίτλο «Η Μηλιά» (1895). Ιδιόμορφη τέλος στάθηκε η σχέση του με τους πεζογράφους της γενιάς του 1880, καθώς καταδίκασε την ηθογραφική λογοτεχνική παραγωγή και περιήλθε σε ανοιχτή ρήξη με τους νεώτερους συγγραφείς. Στην ιστορία της νεοελληνικής κριτικής σημαντική θέση κατέχει η διαμάχη του με τον Άγγελο Βλάχο, με αφορμή την εισήγηση του πρώτου στον ποιητικό διαγωνισμό του Παρνασσού το 1877, όπου αποκήρυξε όλα τα έργα που είχαν υποβληθεί και υπό την επίδραση της θεωρίας του Ταίν για την ποιητική ατμόσφαιρα διατύπωσε την άποψη περί ανυπαρξίας ποιητικής παραγωγής στην Ελλάδα, με εξαιρέσεις τους Σολωμό, Χριστόπουλο, Βηλαρά, Αχιλλέα Παράσχο και Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Με την εισήγησή του ο Ροΐδης καταδίκασε στην ουσία την έκφραση του ρομαντισμού από την Α΄ Αθηναϊκή σχολή και την τακτική των ποιητικών διαγωνισμών και εισηγήθηκε την ανάγκη αναπροσανατολισμού της νεοελληνικής πεζογραφίας. Παράλληλα υπήρξε ένας από τους εισηγητές συγγραφέων όπως οι ΄Εντγκαρ ΄Αλαν Πόε, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Μπωντλαίρ στην Ελλάδα. Συνοπτικά θα λέγαμε πως ο Ροΐδης αποτέλεσε μια μοναχική περίπτωση δημιουργού που κάλυψε χρονικά μια μεγάλη περίοδο της νεώτερης λογοτεχνίας μας και δημιουργώντας στην καμπή της πρώτης Αθηναϊκής Σχολής προς τη δεύτερη αντιμετωπίστηκε ως ριζοσπάστης από τους συγχρόνους του και ως συντηρητικός από τους νεώτερούς του.
1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Εμμανουήλ Ροΐδη βλ. Αγγέλου Άλκης, «Ο Ρο•δης και η εποχή του (1836-1904)• Συγκριτικός χρονολογικός πίνακας», Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα• Επιμέλεια Άλκης Αγγέλου, σ.9-27. Αθήνα, Ερμής, 1988, Βαλέτας Γ., «Ροΐδης Εμμανουήλ», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια21. Αθήνα, Πυρσός, 1933, Γεωργαντά Αθηνά, «Ροΐδης Εμμανουήλ», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Γιαλουράκης Μανώλης, «Ροΐδης Εμμανουήλ», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας12. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Δονάτος Μπέζας, «Εμμανουήλ Ροΐδης», Η παλαιότερη πεζογραφική μας παράδοση · Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΕ΄·1830-1880, σ.8-46. Αθήνα, Σοκόλης, 1996 και «Χρονολόγιο Εμμανουήλ Ροΐδη», Διαβάζω96, 13/6/1984, σ.8-12.

Εργογραφία
(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)Ι.Πεζογραφία
• Η Πάπισσα Ιωάννα. Αθήνα, τυπ. Ιωαν. Κασσανδρέως και Σίας, 1866.
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Σατωβριάνδου. Οδοιπορικόν1-4. Αθήνα, τυπ. Αυγή, 1860.
• Μακώλεϋ, Ιστορία της Αγγλίας· Από της Βασιλείας Ιωάννου του Β’· Μεταφρασθείσα εκ της αγγλικής υπό Ε.ΡοΐδουΑ΄. Αθήνα, τυπ.Σακελλαρίου, 1897.
• Εδγάρδου Πόου, Ο Χρυσοκάραβος. Αθήνα, Ι.Ν.Σιδέρης, 1922.
ΙΙΙ.Δοκίμια – Άρθρα
• Ολίγαι λέξεις εις απάντησιν της υπ’ αρ. 5688 Εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου κατά της Παπίσσης Ιωάννας. Αθήνα, τυπ. Αυγή, 1866.
• Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής. Αθήνα, 1877.
• Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως. Αθήνα, παράρτημα της Εστίας, 1877.
• Τα Κείμενα. Αθήνα, Γραφείο της Εστίας, 1877.
• Γενηθήτω φως. Αθήνα, 1879.
• Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Εστίας, 1879.
• Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880. Αθήνα, τυπ. Ανδρ. Κορομηλά, 1880.
• Πάρεργα · εκδιδόντος Δημητρίου Ι. ΣταματοπούλουΑ΄. Αθήνα, τυπ.Ανδρ. Κορομηλά, 1885.
• Το ταξίδι του Ψυχάρη. Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1888.
• Τα Είδωλα· Γλωσσική μελέτη. Αθήνα, Εστία, 1893.
ΙV.Συλλογικές εκδόσεις
• Έργα · επιμ. Α.Μ.Ανδρεάδης – Δ. Πετροκόκκινος1-7. Αθήνα, 1911 – 1914.
• Τα έργα · επιμ. Κ.Καιροφύλλας1-4. Αθήνα, χ.χ.
• Άπαντα · επιμ. Ε.Φωτιάδου1-2. Αθήνα, Βίβλος, 1955.
• Άπαντα · επιμ. Άλκης Αγγέλου1-5. Αθήνα, 1978.

Το βιογραφικό και εργογραφία του Εμμανουήλ Ροΐδη προέρχονται από το site του ΕΚΕΒΙ

* * *

georges-melies-a-trip-to-the-moon-le-voyage-dans-la-lune-painting

Εμμανουήλ Ροΐδης
Περιήγησις εις την Σελήνην
(1867)

Lune, quell esprit somber
Promène au bout d’un fil
Dans l’ombre
Ta face et ton profil
?

(Musset)

«Ουδέν υπάρχει απατηλότερον των γυναικών και των επιταφίων», έγραφεν ο Βύρων μετά άυπνον νύκτα, ης το πρώτον ήμισυ είχε διέλθει εις επίσημον χορόν, θαυμάζων τους γυμνούς ώμους και τας ενδυμένας φράσεις των θυγατέρων της υγράς Βενετίας, το δε άλλο ήμισυ εντός νεκροταφείου, του οποίου πάντες ανεξαιρέτως οι κάτοικοι ανεπαύοντο υπό πλάκας, εφ’ ων όλαι του κόσμου αι αρεταί και τινες άλλαι ακόμη ήσαν με χρυσά γράμματα κεχαραγμέναι. Αλλ’ ου μόνον αι ανυμνούσαι των νεκρών τας αρετάς, αλλά και αι επιστέφουσαι τα έργα των ζώντων επιγραφαί υπόκεινται δυστυχώς εις την αυτήν κατηγορίαν. Τοιούτος είναι και του ανά χείρας σου άρθρου μας ο τίτλος «Περιήγησις εις την Σελήνην», μετά τον οποίον επερίμενες βεβαίως, αναγνώστα, ότι ηθέλαμεν ανοίξει τα οργυιαία πτερά της φαντασίας μας, ίνα επ’ αυτών σε μεταφέρωμεν ουχί εις την σελήνην του Γαλιλαίου, του Κοπερνίκου και του Αραγώ, αλλ’ εις το ποιητικόν εκείνο άστρον, το οποίον επεσκέφθησαν ο Λουκιανός, ο Αριόστος, ο Συεδενβόργ και πάτερ Νικόλαος Κούζας. Πλην δυστυχώς ημείς δεν έχομεν ούτε αρχάγγελον, ούτε Πήγασον, ούτε πτερά, ουδέ καν αερόστατον εις τας διαταγάς μας, αλλά μόνον διαβήτην και τηλεσκόπιον, δια των οποίων θέλομεν προσπαθήσει να κατασκοπεύσωμεν και να μετρήσωμεν το άστρον των ερώτων, των ποιητών και των λαθρεμπόρων.

Το σύντομον τούτο προοίμιον επροτάξαμεν προς αποφυγήν παρεννοήσεων, ίνα ως τίμιοι και φιλαλήθεις άνθρωποι σοι γνωστοποιήσωμεν ότι παρ’ ημών δεν έχεις άλλο τι να περιμένης παρά μόνον αστρονομικάς θεωρίας, ξηράς ως αυτάς τας πεδιάδας της Σελήνης, εφ’ ης, ως ίσως γνωρίζεις, ούτε θάλασσαι υπάρχουσιν, ούτε ποταμοί, ούτε ρύακες, ούτε φρέατα, ούτε βρύσεις, ουδέ καν δάκρυα εις τους οφθαλμούς των κατοίκων της, ως ισχυρίζεται ο προμνημονευθείς πανοσιώτατος πάτερ Κούζας. Αι κατωτέρω προσφερόμεναί σοι αστρονομικαί θεωρίαι τόσον ολίγον ποιητικαί είναι, ώστε ηδυνάμεθα, αν ηθέλαμεν, να στολίσωμεν αυτάς και με άκομψά τινα επιστημονικά στοιχεία, οίον Δ² λογ.= ΚΠ/β²=……..!

Αλλά τούτο δεν το κάμνομεν, διότι άτοπον και ασυνείδητον μας φαίνεται να σε βυθίσωμεν εις ερεβώδη αλγεβρικά σκότη επί προφάσει επιστημονικής σαφηνείας.

Αν λοιπόν αισθάνεσαι τας σιαγόνας σου αρκούντως ισχυράς, ώστε ν’ ανθέξωσιν άνευ φόβου εξαρθρώσεως εις επιστημονικά χασμήματα, ακολούθει μας μετά θάρρους. Οι ιατροί συμβουλεύουσιν εις τους ανατριχιώντας εκ της προσψαύσεως του ψυχρού ύδατος να βυθίζωνται δια μιας εις την θάλασσαν, ίνα καταστήσωσι βραχυτέραν την αγωνία των. Τοιούτον σύστημα θέλομεν μεταχειρισθή και ημείς βυθιζόμενοι δια μιας, αντί να προχωρήσωμεν βαθμηδόν εις τας ξηράς άμμους της επιστήμης.

Οι ρητορικοί εφεύρον σχήμα τι λόγου ονομαζόμενον παρασιώπησις, το οποίον συνίσταται εις το να λέγη και να εξιστορή τις λεπτομερώς πράγματα, άτινα υποκρίνεται ότι αποσιωπά.

Αγνοούντες το ακριβές μέτρον των αστρονομικών σου γνώσεων και φοβούμενοι μη σε ταπεινώσωμεν αν αρχίσωμεν από το άλφα βήτα της επιστήμης του Ιππάρχου, καταφεύγομεν και ημείς εις το σχήμα τούτο, ίνα σε είπωμεν, αν και όλως διόλου περιττόν, διότι κάλλιον ημών γνωρίζεις τούτο, ότι η Σελήνη είναι μικρότατος πλανήτης ή μάλλον δορυφόρος, τεσσαρακονταεννεάκις μικρότερος και αυτής της μικράς γης μας, απέχων αφ’ ημών 96.000 λευγών, στρεφόμενος περί ημάς εις διάστημα 27 ημερών, 7 ωρών, 43 λεπτών και δεν ενθυμούμαι πόσων δευτερολέπτων, και δεχόμενος παρά του ηλίου ίσην σχεδόν ποσότητα φωτός και θερμότητος.

Η Σελήνη διαιρείται εις δύο εντελώς απ’ αλλήλων διακεκριμένα ημισφαίρια, το ορατόν δηλ. και το αόρατον εις τους κατοίκους της γης. Ο δορυφόρος ημών μας παρουσιάζει πάντοτε το αυτό πρόσωπον, όπισθεν του οποίου υπάρχει έτερον, το οποίον ούτε είδομεν ούτε θέλομεν ποτέ ιδεί. Το πρόσωπον της Σελήνης, το οποίον κατά πρώτον ησπάσθη ο πρόπαππός μας Αδάμ εκ του επιγείου Παραδείσου (εκτός μόνον αν υποθέσωμεν τον επίγειον Παράδεισον εις αυτήν την Σελήνην, ως ισχυρίσθησαν πολλοί θεολόγοι), είναι αυτό εκείνο, το οποίον θέλει αποχαιρετήσει ο τελευταίος άνθρωπος, όταν κατά την εσχάτην ώραν του κόσμου λάμψη ο δίσκος της Φοίβης επτάκις μεγαλύτερος και πέσωσιν οι αστέρες επί της γης, κατά την Αποκάλυψιν δηλ. και τον Ησαḯαν, διότι κατά την αστρονομίαν ταύτα είναι μαθηματικώς αδύνατα.

Προχωρούντες από του γνωστού εις το άγνωστον ή μάλλον από του ορατού εις το αόρατον, θέλομεν ομιλήσει πρότερον περί του μέρους της Σελήνης, το οποίον βλέπομεν. Οι κάτοικοι του ημισφαιρίου εκείνου… Αλλ’ ενταύθα πιθανόν να μας διακόψης, αναγνώστα, ερωτών αν τω όντι υπάρχουσι κάτοικοι  εις την Σελήνην. Οι πλείστοι των αστρονόμων, θεολόγων και φιλοσόφων της αρχαιότητος και του μεσαιώνος ισχυρίσθησαν ότι ο δορυφόρος μας κατοικείται, πολλοί δε τούτων εύρον και τον τρόπον να συναναστραφώσι μετά των κατοίκων του, ο δε Φλαμμαριών και οι σύντροφοί του αποδεικνύουσι σήμερον την οίκησιν των πλανητών δια του α+β. Αλλ’ ευκολώτερον ήθελεν είναι να διέλθη κάμηλος δια της οπής βελόνης ή να χωρέσωσιν ενταύθα ο λόγοι των πρώτων και οι λογαριασμοί των δευτέρων· ώστε εκόντες άκοντες αναγκαζόμεθα, ίνα σε πείσωμεν, να καταφύγωμεν, εν ελλείψει άλλου, εις θεολογικόν τι επιχείρημα καλούμενον ‘πίστην’, παρακαλούντες σε να πιστεύης, ‘δια τον λόγον ότι σοι το λέγομεν’, το εξής αστρολογικόν δόγμα, ότι «τα άστρα ως και τα γένεια των καλογήρων επλάσθησαν δια να κατοικώνται». Τούτου τεθέντος, ας επανέλθωμεν εις τους κατοίκους της Σελήνης, τους οποίους θέλομεν ονομάσει συντομίας χάριν ‘Σεληνίτας’.

Ούτοι ως εκ της τοποθεσίας των βλέπουσιν όλα τα ουράνια σώματα κινούμενα μετ’ άκρας βραδύτητος. Ο ήλιος π.χ. άπαξ μόνον του μηνός ανατέλλει και δύει παρ’ αυτοίς, ώστε εκάστη ημέρα και εκάστη νυξ διαρκεί εκεί δύο όλας εβδομάδας!

Αν λοιπόν υποθέσωμεν τους Σεληνίτας τρώγοντας, ως ημείς, δις της ημέρας, το πρόγευμα αυτών απέχει του δείπνου επτά ολόκληρα ημερονύκτια· και τούτο παρεκίνησε τον σοφόν Κυράνον να υποθέση ότι οι στόμαχοι των Σεληνιτών έχουσι μεγάλην αναλογίαν προς τους των καμήλων. Αλλ’ ο αξιότιμος κ. Ιωάννης Ερσχήλος ωδηγήθη εκ του μήκους των σεληνιακών ημερών εις έτερον όλως διάφορον περί της φύσεως αυτών συμπέρασμα, παρατηρήσας ότι η αδιάκοπος επί δεκαπέντε όλας ημέρας συσσώρευσις των ηλιακών ακτίνων παράγει επί της Σελήνης θερμοκρασίαν πολύ ανωτέραν της του ζέοντος τζαḯου, όπερ έπινεν ενώ παρεδίδετο εις τα θεωρίας ταύτας και εκ τούτου έκλινε να πιστεύση ότι οι Σεληνίται συγγενεύουσι μάλλον προς τα σαλαμάνδρας. Οι νεώτεροι όμως αστρονόμοι, εν οις και ο σοφός Αραγώ, βασιζόμενοι εις την παντελή έλλειψιν ατμοσφαίρας ικανής να συγκεντρώση και να διατηρήση το θάλπος των ηλιακών ακτίνων, ισχυρίζονται απεναντίας ότι ο δορυφόρος μας τόσον ψυχρός είναι, ώστε ήθελεν εν ακαρεί απολιθώσει τον και δια του άκρου δακτύλου απτόμενον αυτού, συμφωνούντες κατά τούτο και με τους ποιητάς, οίτινες θεωρούσι την λευκήν Φοίβην ως την ψυχροτέραν των ακτινοβόλων θεοτήτων. Άλλοι δε πάλιν ισχυρίσθησαν ότι οι κάτοικοι του δορυφόρου μας απολαύουσιν ακριβώς της αυτής θερμοκρασίας, ης και οι αλιείς  του κήτους παρά τας ακτάς της Ισλανδίας. Το καθ’ ημάς, μη έχοντες γνώσεις ικανάς, ίνα μεταξύ τούτων αποφασίσωμεν, περιοριζόμεθα να πιστεύσωμεν ότι ο πανάγαθος Θεός ο πλάσας τους Σεληνίτας εφρόντισε και ν’ απονείμη αυτοίς την θερμοκρασίαν την καταλληλοτέραν προς διατήρησιν της ζωής των και ωρίμασιν των πεπόνων των, αν έχωσι τοιαύτας, ως ισχυρίζεται ο πάτερ Βαβίνος.

Οι κάτοικοι της Σελήνης βλέπουσιν εις το στερέωμά των άστρον γιγαντιαίον, αιωνίως ακίνητον εις το αυτό του ουρανού σημείον. Εις τους οφθαλμούς αυτών το άστρον τούτο φαίνεται δωδεκάκις μεγαλύτερον του ηλίου, παρουσιάζον αυτοίς διαφόρους φάσεις ως εις ημάς η Σελήνη. Το όνομα του αστέρος τούτου εμάντευσας ήδη, αναγνώστα, είναι η Γη, ην ποτίζομεν δια των ιδρώτων και των δακρύων μας, περιμένοντες την υποσχεθείσαν ημίν καλυτέραν κατοικίαν. Η σφαίρα μας είναι δια τους Σεληνίτας θέαμα μυριάκις τερπνότερον και διδακτικώτερον αφ’ όσον δι’ ημάς η Σελήνη. Αν δε οι εκεί φιλόσοφοι φιλούσιν ως οι ημέτεροι να εξηγώσι τα πάντα δια των τελικών αιτίων, δικαιούνται πολύ μάλλον ημών να υποθέσωσι τον κόσμον όλον, συμπεριλαμβανομένης και της Γης μας, ως επίτηδες προς τέρψιν και χαράν των πλασθέντα.

Θεωρουμένη εκ της Σελήνης η Γη είναι τεραστία σφαίρα εκπέμπουσα δεκαπεντάκις πλειότερον φως του παρεχομένου εις ημάς υπό της πανσελήνου. Στρέφεται περί εαυτήν εντός εικοσιτεσσάρων ωρών, παρουσιάζουσα αλληλοδιαδόχως όλα τα σημεία της επιφανείας της εις τους Σεληνίτας, και γενναιοτέρα ούσα και κατά τούτο από την Σελήνην, ήτις το ήμισυ μόνο των καλλονών της μας δεικνύει. Το χρώμα της Γης φαίνεται εκείθεν αποκλίνον προς το πράσινον ένεκα των απεράντων ωκεανών μας, των παρθένων δασών της Αμερικής και των σπαρτοφύτων αγρών. Εκ διαλειμμάτων όμως η πρασίνη αυτής στολή ποικίλλεται δια λευκών, φαιών ή κιτρινοχρόων στιγμάτων των πόλεων, των ηπείρων και των άμμων της Λιβύης, άνωθεν της οποίας φαίνεται μικρά τις κυανοπράσινος κηλίς πανταχόθεν υπό κόκκων άμου διατεμνομένη. Η κηλίς αύτη είναι η Μεσόγειος με τας μυρίους νήσους της, εις τα πέρατα της οποίας δύνανται οι Σεληνίται, αν έχωσι καλά ομμάτια ή τηλεσκόπια, να διακρίνωσι και την μικράν Ελλάδα μας.

Αλλ’ η Γη στρέφεται και αι ήπειροι εξαφανίζονται, μετ’ ολίγον δε αντ’ αυτών σκεπάζει επί τινας ώρας ολόκληρον σχεδόν τον δίσκον της μεγάλη τις βαθυπράσινης κηλίς, ο Ατλαντικός ωκεανός, ον διαδέχονται αι λευκόφαιοι πεδιάδες της Ασίας προς βορράν, και αι πράσινοι νήσοι της Αυστραλίας προς νότον. Αλλά πλην της ποικιλίας των χρωμάτων και σχημάτων της σφαίρας μας, των φαιών ηπείρων, των πρασίνων θαλασσών, της λευκότητος των πόλων, των κιτρίνων άμμων και των ποικίλων νήσων, τα όμματα των Σεληνιτών θαμβούνται και υπό της λάμψεως της αδιακόπως μεταβαβαλλομένης ατμοσφαίρας μας. Οτέ μεν περικυκλούμεθα υπό ελαφρών νεφών εκπέμποντες τότε προς αυτούς γαλακτώδες και ομοιόμορφον φως, οτέ δε η ατμοσφαίρα ημών είναι κρυστάλλου διαφανεστέρα, και το ηλιακόν φως ακωλύτως απορροφώμενον υπό των πεδιάδων και θαλασσών παριστά ημάς ως σμαραγδίνην φεγγοβόλον σφαίραν, άλλοτε δε πάλιν εν καιρώ ανεμοζάλης και τρικυμίας παριστάμεθα ως άμορφος τις και μελανόφαιος όγκος.

Η διηνεκής αύτη αστασία και ακατάπαυστος μεταβολή της όψεως της Γης ωδήγησε βεβαίως τους Σεληνίτας εις το συμπέρασμα, ότι η σφαίρα μας είναι ακατοίκητος. Και τω όντι πώς ποτε να υποθέσωσιν ούτοι, οι πατούντες επί ανύδρου στερεού και αμεταβλήτου εδάφους, ότι είναι δυνατόν να ζήσωσι λογικά όντα επί του ευμεταβόλου εκείνου και ποικιλοχρόου ατμώδους στρώματος όπες περικυκλοί την σφαίραν μας; Αν εισήρχετο εις αυτό Σεληνίτης ήθελεν αφεύκτως πνιγή, πολλώ δε μάλλον αν έπιπτεν εις το πράσινον εκείνο και αεικίνητον ρευστόν, όπερ σκεπάζει τα τρία τέταρτα του πλανήτου μας. Αλλ’ ουδ’ επί των νεφών εκείνων, άτινα εκατοντάκις της ημέρας αναφαίνονται και εξαφανίζονται, ήθελε δυνηθή να ζήση ο Σεληνίτης· πλην δε τούτου η Γη θεωρουμένη εκ της Σελήνης στρέφεται μετά τοσαύτης ταχύτητος, και εις τοσαύτας υπόκειται μεταβολάς, ώστε πάντη άτοπον ήθελεν είναι να υποθέση τις λογικά όντα κατοικούντα το περιστρεφόμενον εκείνο άμορφον, ποικιλόχρουν και ακατασκεύαστον χάος. Ταύτα νομίζω ικανά ίνα σε πείσωσιν ότι, αν οι Σεληνίται είναι επίσης δεινοί όσον ημείς περί την τέχνην του παρατηρείν, σκέπτεσθαι και συμπεραίνειν, θα επείσθησαν προ πολλού δι’ ακαταμαχήτων επιχειρημάτων ότι η σφαίρα μας είναι άβατος ερημία, ουδεμίαν άλλην έχουσα εν τω ουρανώ αποστολήν ειμή μόνον να προφυλάττη από τους λάκκους τους οδοιπόρους και να εμπνέη τους ποιητάς της Σελήνης· αν δε υπάρχωσιν εκεί ανόητα όντα, ισχυριζόμενα ότι η Γη κατοικείται, τα όντα ταύτα κατοικούσι βεβαίως εις τα φρενοκομεία της Σελήνης, δικαιούντα το λόγιον του Αγ. Παύλου «μωρός γενέσθω, ίνα γένηται σοφός».

Το προσεχές έτος, αν ο Θεός χαρίση  ζωήν εις ημάς, τον Καζαμίαν και τους αναγνώστας του, θέλομεν εξετάσει και το έτερον αόρατον και μυστηριώδες ημισφαίριον της Σελήνης, την ζοφεράν εκείνην επικράτειαν, περί ης σιωπά η επιστήμη, αλλ’ ην περιγράφουσι μετά θαυμαστής ακριβείας οι θελόγοι του μεσαιώνος, οι έχοντες ως γλαύκες την ιδιότητα να τυφλώττωσιν εις το φως και να βλέπωσιν εν τω σκότει. Το σεληνιαίον εκείνο ημισφαίριον είναι αληθώς η χώρα των θαυμάτων. Εκεί ευρίσκεται κατά τον Μαυρόλυκον ο χαλκούς λέβης εντός του οποίου βράζουσιν οι εικονοκλάσται, δραπετεύοντες ενίοτε εν σχήματι αερολίθων και πίπτοντες κατά προτίμησιν επί της στέγης των εκκλησιών, ίνα θραύσωσι τας εικόνας· εκεί στρέφεται ο χαλύβδινος δείκτης ο δεικνύων τας ώρας εις τους κολασμένους και εκεί πλανώνται αι σκιαί των αβαπτίστων αθώων. Εν τω αυτώ άρθρω θέλομεν εξετάσει και άλλα τινά ουχ ήττον περίεργα αστρονομοθεολογικά ζητήματα, την μετοίκησιν των ψυχών εις τους αστέρας και την επιρροήν του προπατορικού αμαρτήματος επί των κατοίκων των πλανητών. Κατά του δόγματος τούτου εξανίστανται πολλοί των κατοίκων της Γης, άδικον νομίζοντες να τιμωρείται ο αθώος υιός ή εγγονός δια του πατρός ή προπάππου του τας αμαρτίας, οι δε θεολόγοι μάτην συσσωρεύουσιν επιχειρήματα, ίνα δικαιολογήσωσι το ρητόν της Γραφής: «Τέκνων αμαρτωλών αποτελείται κληρονομία και μετά του σπέρματος αυτών ενδελεχιεί όνειδος». Αλλ’ ημείς αντί θεολογικών επιχειρημάτων θέλομεν μεταχειρισθή μαθηματικάς αποδείξεις, καταφεύγοντες εις τους περί της βαρύτητος και πτώσεως των σωμάτων νόμους του Νεύτωνος, ίνα αποδείξωμεν ότι τω όντι αποτίουσιν οι υιοί τα αμαρτήματα των πατέρων. Ως μικρόν απόγευμα του αληθούς της θεωρίας ταύτης έστω σοι το εξής χαλδαϊκόν ανέκδοτον. Καθ’ ον καιρόν “οι υιοί του θεού ελάμβανον γυναίκας τας θυγατέρας των ανθρώπων”, τρεις τοιούτοι άγγελοι κατέβησαν εσπέραν τινά εξ ουρανού εις την οικίαν του Καϊνάν ζητούντες εις γάμον τας τρεις αυτού θυγατέρας. Αλλ’ ο Καϊνάν απέρριψε τας προτάσεις των πτεροφόρων τούτων μνηστήρων, οίτινες μένεα πνέοντες ανήλθον ο μεν εις τον αστέρα Σείριον, ο δε εις τον Ωρίωνα και ο τρίτος εις το πράσινον άστρον της Ανδρομέδας. Αποσπάσας εκείθεν τεράστιον τμήμα βράχου εκσφενδόνισε ο πρώτος κατά του οίκου του Καϊνάν. Αλλ’ από του Σειρίου μέχρι του πλανήτου μας υπάρχουσι τριάκοντα επτά δισεκατομμύρια λευγών, απόστασις ην μόλις εις διάστημα πεντακοσίων εβδομήκοντα ετών δύναται να διατρέξη εκείθεν ριπτόμενον σώμα· ώστε ότε ο λίθος εκείνος έπεσεν επί της οικίας του Καϊνάν, ούτος προ πολλού είχεν αποθάνει, αντ’ αυτού δε συνετρίβη ο υπό την αυτήν στέγην οικών αθώος εγγονός του. Ο εκ του Ωρίωνος ριφθείς λίθος καταπεσών μετά εννεακόσια τεσσαράκοντα έτη επλάκωσε του συντριβέντος εγγόνου τους τρισεγγόνους, ο δε τρίτος λίθος, απαιτών εννέα χιλιάδας ετών ίνα καταπέση, σχίζει ακόμα τον αιθέρα απειλών τους εσχάτους του Καϊνάν απογόνους, ίνα πληρωθή το «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα».

voyagealalune1

* * *

Νίκος Μαυρέλος
Ο Ροΐδης, ο Εδγάρος Πόου και η «Περιήγησις εις την Σελήνην» [απόσπασμα]
Περιοδικό Φιλολογικά, τεύχος 2, Φθινόπωρο 1997

filologika 01

filologika 02

[…]

filologika 03

Εδώ το πλήρες άρθρο του Νίκου Μαυρέλου.

* * *

Ηρώ Τσαρνά
Όψεις του μεταφραστικού έργου του Εμμανουήλ Δ. Ροΐδη [απόσπασμα]

Ο Poe υποστηρίζει ότι η λογοτεχνική σύνθεση είναι μια κατασκευή συγκρίσιμη με την αρχιτεκτονική ή τη μουσική κατασκευή. Και αυτό θα βρει σύμφωνο τον ΄Ελληνα μεταφραστή από την άποψη ότι παράλληλα με τη Λογοτεχνία που την θεωρεί ύψιστο είδος της γλωσσικής έκφρασης (βλ. Είδωλα) μελετά και προσεγγίζει προς την τέχνη του λόγου τη ζωγραφική και τη μουσική (βλ.Δ 100, Ε Ο Βάγνερ εν Βαϋρέτ, Η εν Ελλάδι ζωγραφική, 56, 136). Είναι θέσεις που αναπτύσσει και ο Baudelaire στο Curiosité Esthé tique, ανάγοντας τον Delacroix, που κύριά του έκφραση είναι ο ρομαντισμός και η μελαγχολία σε «αρχηγό του μοντερνισμού», και σε αδελφή ψυχή, όπως τον Poe, και τον De Quincey. Από την άλλη ο Ρ. εισάγοντας από νωρίς επιστημονικά στοιχεία στο λογοτεχνικό του έργο, Περιήγησις εις την Σελήνην (Α΄354, σ. 354) θα υιοθετήσει ευχάριστα την έφεση του Poe να εμπλουτίζει το δικό του με επιστημονικά στοιχεία (ή έστω με την επίφαση της επιστημοσύνης) όπως ο μεσμερισμός,(=μαγνητισμός), πλαισιωμένος από πλήθος ιατρικών όρων, στο διήγημά του The facts in the case of m. Valdemar. Στον ΄Ελληνα ο τίτλος αλλάζει επί το απαλότερο Το πάθημα του Βαλδεμάρου, ίσως για να μην τρομάξει τον αναγνώστητου αν έπαιρνε πολύ στα σοβαρά την περίπτωση του πειραματισμού της θεραπευτικής μεθόδου του Γερμανού γιατρού Μέσμερ, υπνώσεως με «μαγνητικό ρευστό», όπως χρησιμοποιεί αναλυτικά τον όρο για το κοινό του ο μεταφραστής, επάνω στον κ. Βαλδεμάρο την ώρα που «πνέει τα λοίσθια». Παρόμοιου ενδιαφέροντος θέματα ιατρικά ή άλλα, όπου επικρατεί το στοιχείο του παράδοξου συναντάμε και στα έγκυρα περιοδικά της εποχής, στην «Εστία» λόγου χάρη του 1893, σ. σ. 171-173 με τον τίτλο Η νεκρανάστασις των Φακιρών διαβάζουμε: «΄Ανθρωπος τις ηλικίας 25 ετών… απεκοιμήθη αίφνης και επί ένα ολόκληρον μήνα διετέλεσεν εν εντελή υπνωτίνη καταστάσει ναρκώσεως.» Στον πρόλογό του για τον Αμερικανό συγγραφέα, ο Ρ. αναφέρει ,δανειζόμενος στοιχεία από το σχετικό πρόλογο του Baudelaire, ότι ο Poe δεν άγγιξε ούτε τη διάνοια, την απορροφημένη από βιομηχανικούς συνδυασμούς,(με το κοσμογονικό του ποίημαΕύρηκα), ούτε την ψυχή των συμπατριωτών του,(με το ποίημα Κοράκι ή τη λυρική Λιγεία) και άρχισε να γράφει παραμύθια, που διαβάζοντάς τα σε σοβαρά περιοδικά τα πήραν για αλήθειες και τρόμαξαν, έπαθαν τα νεύρα τους˙ και ο ίδιος ο Poe το αναφέρει αποδίδοντας αυτήν την ευπιστία στους οπαδούς του Swedenborg. Φαινόμενα, όπως ο υπνωτισμός, η μετεμψύχωση ή στοιχεία μαθηματικών, αστρονομικά, ή Χημείας, που την έχει σπουδάσει, δίνουν άλλη βαρύτητα και κύρος στο λογοτεχνικό έργο που αλλιώς θα ήταν ρηχό. Και ο Ρ. στα διηγήματά του- άλλο στοιχείο ομοιότητας με τον Αμερικανό το σύντομο είδος στην πεζογραφία- στηρίζεται περισσότερο σε πραγματικά γεγονότα παρά στη φαντασία, με την οποία δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις: …αμοιρούντες της φαντασίας…λαμβάνομεν τα ημέτερα επιχειρήματα εκ των δικαστικών αρχείων του μεσαιώνος (Αι Μάγισσαι του Μεσαιώνος, Α΄, 381).

Το θετικό πνεύμα και ο ορθολογισμός του Poe είναι στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας και του ΄Ελληνα μεταφραστή του, καθώς και η αναδίφηση της ανθρώπινης ψυχής.

Στον αισθητικό τομέα ο Poe είναι κυριολεκτικά ο πρώτος Αμερικανός δανδής με την κομψότητα του ύφους του και την τελειομανία του, αφού γράφει και ξαναγράφει το έργο του πολλές φορές μέχρι να ικανοποιηθεί. Σ’ αυτό το σημείο δεν πάει πίσω και ο Ροΐδης , ένας άνθρωπος του κόσμου, ένας «ακούσιος συγγραφέας» που έλεγε με κάποια κοκεταρία και αρκετή πόζα πως δουλειά του δεν ήταν να γράφει βιβλία.(Παράσχος, σ. 47).

Εδώ ολόκληρο το άρθρο Όψεις του μεταφραστικού έργου του Εμμανουήλ Δ. Ροΐδη της Ηρώς Τσαρνά

Ροϊδης

* * *

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Τσακνιάς

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

3 thoughts on “Εμμανουήλ Ροΐδης: Περιήγησις εις την Σελήνην (1867)

  1. Παράθεμα: Εμμανουήλ Ροΐδης: Περιήγησις εις την Σελήνην (1867) – anastasiakalantzi50

  2. Παράθεμα: Εμμανουήλ Ροΐδης: Περιήγησις εις την Σελήνην (1867) – worldtraveller70

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s