Η τέχνη των εσόδων

Eureka—της Μαρίας Κατσουνάκη—

Στο Εθνολογικό Μουσείο της Ολλανδίας, στο Λέιντεν, το περασμένο Σαββατοκύριακο, έγιναν κάποιες αλλαγές. Ορισμένοι χώροι διαμορφώθηκαν για τις ανάγκες μιας θεματικής ενότητας που αφορούσε τουριστικούς προορισμούς. Ένα μεγάλο ταξιδιωτικό πρακτορείο, με το οποίο συνεργάζεται το μουσείο, δημιούργησε μια διαδρομή με περίπτερα, σαν αγορά, όπου ειδικευμένο προσωπικό ενημέρωνε για τόπους και ταξίδια, προσφέροντας μικρά αναμνηστικά δώρα. Η δράση αυτή κράτησε τρεις ημέρες, στη διάρκεια των οποίων επισκέφτηκαν τις μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις πολύ περισσότεροι θεατές απ’ ό,τι συνήθως. Δεν είναι η πρώτη φορά και ασφαλώς δεν θα είναι η τελευταία. Ο βασικός λόγος, σαφώς οικονομικός. Όμως και μια γενικότερη αντίληψη που επικρατεί, όχι μόνο στην Ολλανδία αλλά και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, για τη χρήση των μουσείων. Κιβωτοί πολιτισμού· ναι. Χώροι συναντήσεων τέχνης, ιστορίας, τάσεων, ιδεών· ασφαλώς. Την ίδια στιγμή, όμως, τα μουσεία είναι ανοιχτά στις κοινωνικές ανάγκες, στις αλλαγές, στις επιθυμίες, στις μετατοπίσεις. Συνδιαμορφώνουν τις εποχές. Αν δεν αφουγκραστούν τις αναταράξεις και αναμοχλεύσεις, αν δεν κινηθούν με ταχύτητα, ένστικτο και γνώση, κινδυνεύουν να μείνουν απολιθώματα. Με τα έσοδα από εμπορικές συμφωνίες τα μουσεία συντηρούνται, προχωρούν στην ανακαίνισή τους ή σε απαραίτητες επισκευές.Παρόμοιες συζητήσεις έχουν ήδη ολοκληρώσει τον κύκλο τους εκτός Ελλάδος, τα επιχειρήματα έχουν συντριπτικά ταχθεί υπέρ της λελογισμένης εμπορικής εκμετάλλευσης. Ειδικά μετά την οικονομική κρίση και την (πολύ) μειωμένη κρατική χρηματοδότηση, αναγκάζονται να κάνουν μια εμπορική στροφή, αναπροσαρμόζοντας παράλληλα τις τιμές των εισιτηρίων, ενισχύοντας τα εκπαιδευτικά τους προγράμματα κ.ο.κ. Παρελθόν, επίσης, αποτελεί στο εξωτερικό και ο διάλογος γύρω από τη χρήση οπτικοακουστικών μέσων στις εκθέσεις. Στα μεγάλα εθνικά μουσεία, με πλούτο συλλογών, το δίλημμα δεν υφίσταται στον ίδιο βαθμό με τα μικρότερης κλίμακας και ειδικού ενδιαφέροντος. Οθόνες αφής, video wall, συμμετοχή του επισκέπτη (διαδραστική περιήγηση), συμπληρωματικοί «πίνακες» στα εκθέματα με στοιχεία, ερωτηματολόγια (εκπαιδευτικού περιεχομένου) με συμβολικά βραβεία, κυνήγι θησαυρού, οτιδήποτε μπορεί να είναι ελκυστικό για ενηλίκους και παιδιά. Κάποιες φορές, η έκθεση μετατρέπεται σε εμπειρία, ταξιδεύοντας τον θεατή. Παράδειγμα, «Η επιθυμία για τη Μέκκα», μέσα από τα μάτια των προσκυνητών, που φιλοξενεί το Εθνολογικό Μουσείο της Ολλανδίας. Σε μία από τις αίθουσες, οι προβολές στους τέσσερις τοίχους, με συνοδευτικούς ήχους από τα πλήθη που συρρέουν στο προσκύνημα, υποβάλλουν στον θεατή την ατμόσφαιρα μιας τελετουργίας καθοριστικής για τη ζωή των μουσουλμάνων.Μια πρώτη διερεύνηση του θέματος «μουσειακή πολιτική» στην ελληνική επικράτεια, μέσα από ανθρώπους που γνωρίζουν το αντικείμενο, κατέχοντας υπεύθυνες θέσεις, δίνει συγκεχυμένα σήματα. «Η συζήτηση για τα ελληνικά μουσεία απλώς δεν υπάρχει. Γίνεται αποσπασματικά, παραμένει εκκρεμής και στο τέλος περιθωριοποιείται», σχολιάζουν. Το θεσμικό – νομοθετικό πλαίσιο παραμένει ανολοκλήρωτο. Γι’ αυτό ευθύνεται και η ασυνέχεια ανάμεσα στις αποφάσεις των υπουργών Πολιτισμού, που εναλλάσσονται στην εξουσία. Στις ημιτελείς διαδικασίες επισωρεύονται δυσλειτουργίες που δεν αφορούν μόνο την κρατική μηχανή αλλά και τα πρόσωπα. Η διαδικασία αξιολόγησης αφορά κυρίως τον ιδιωτικό τομέα. Πώς μπορεί να υπάρξει αξιοκρατία, με τα κόμματα να ελέγχουν τα ποσοστά στις τοποθετήσεις «δικών μας» και «δικών σας», τα τηλεφωνήματα να πέφτουν βροχή συνδιαμορφώνοντας καμιά φορά και το περιεχόμενο των εκθέσεων, την όποια ευελιξία για αποφάσεις γρήγορες και αποτελεσματικές να προσκρούει σε νομοθετικές αγκυλώσεις ή μικροσυμφέροντα και ιδιοτέλειες;

Το ερώτημα, αν θα μπορούσε μια δραστηριότητα όπως αυτή ενός ταξιδιωτικού πρακτορείου να φιλοξενηθεί σε ένα σημαντικό ελληνικό μουσείο, έπεσε μάλλον στο κενό. Δεν είναι ανέφικτη, ίσως, πρακτικά, ιδεολογικά όμως υπάρχουν αντιστάσεις. «Ιδιωτική πρωτοβουλία ναι, αλλά υπό όρους. Να ελέγχονται οι σκοποί».

Ανάμεσα όμως στην απόρριψη και στην καταγγελτική ευκολία από τη μια πλευρά και στην ανεπιφύλακτη αποδοχή των όρων της αγοράς από την άλλη, υπάρχει ένας ενδιάμεσος χώρος ζυμώσεων και προβληματισμού. «Πλήττεται το συμβολικό φορτίο του Λούβρου αν συνδέσει το όνομά του με ελβετικά ρολόγια ή υποβαθμίζεται το Παλάτι των Δόγηδων αν φιλοξενήσει για κάποιο χρονικό διάστημα τον Bulgari;» είχαμε αναρωτηθεί σε παλαιότερο σχόλιό μας (2011). Από τότε μέχρι σήμερα, οι δυσκολίες στην επιβίωση των μουσείων έχουν αυξηθεί, οι χορηγίες δεν δίνονται απλόχερα, οι χώροι παραμένουν ζωντανοί και ανοιχτοί χάρη σε ατομικές προσπάθειες και πρωτοβουλίες ανθρώπων, επικεφαλής ή απλώς εργαζομένων.

Μια εκδήλωση πιο καινοφανής και ριζοσπαστική μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις. Μήπως, όμως, είναι και αυτός ένας τρόπος για να ανοίξει, τουλάχιστον, η συζήτηση;

Πηγή: Η Καθημερινή

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Copy-paste

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.