Η μελαγχολία της ανάγνωσης

Ιστορίες ανάγνωσης #1

—της Ελένης Κεχαγιόγλου—

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς

 

M

(«Τηλεφώνημα του Χ.: μου διηγείται τις διακοπές του, αλλά δε με ρωτάει για τις δικές μου, σαν να μην είχα μετακινηθεί καθόλου εδώ και δυο μήνες. Δεν βλέπω σ’ αυτό καμιάν αδιαφορία· μάλλον την επίδειξη μιας άμυνας: εκεί που δεν ήμουν εγώ, ο κόσμος έχει μείνει ακίνητος: μεγάλη ασφάλεια»), «Ρολάν Μπαρτ από τον Ρ. Μπ.» (μτφ. Φλοράνς Πουανιάν).

Η ανάγνωση, εν πλήρει αντιθέσει με τον κύριο Χ., σε οδηγεί εκεί όπου δεν ήσουν, εκεί όπου ενδεχομένως δεν θα βρεθείς ποτέ· εσύ, ακίνητος, στον καναπέ, στο γραφείο, στο κάθισμα του τρένου, όρθιος στο μετρό, βουλιαγμένος στην πολυθρόνα, κι ο κόσμος, τεράστιος, να αλλάζει ─στις πολλαπλές του εκδοχές─ από σελίδα σε σελίδα, από γραφή σε γραφή, από τη μια οπτική γωνία στην άλλη («Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα / κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί. /  Πίσω απ’ το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία /  Έβενος γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί», ο Καββαδίας στο Τραβέρσο).

Ε

«Άκου, ξέρω ένα καφενείο εδώ στη γωνία, γεμάτο καθρέφτες, με μια ορχήστρα που παίζει βαλς: με προσκαλείς;»·  Ίταλο Καλβίνο, «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» (μτφ. Αντ. Χρυσοστομίδης).

Διαβάζοντας αναδύεται η μελαγχολία που πηγάζει από το ανικανοποίητο, τη βαθιά γνώση του πεπερασμένου της ζωής, της οριστικά και αμετάκλητα μίας, της περιορισμένης από επιλογές που απαντούν στα εκάστοτε διλήμματα, υπό την ψευδαίσθηση της ελευθερίας σ’ έναν κόσμο δέσμιο της λογικής, που πόρρω απέχει από την (κατά Μπαρτ, ξανά) ηδονή. Η εικόνα ενός καφέ με την ορχήστρα να παίζει βαλς, ο αυθορμητισμός της αιφνίδιας παρακίνησης (χορεύουμε;) σταλάζει μελαγχολία για μια ζωή εντός ορίων.

L

«Λοιπόν φιλί, φιλί και πάλι, η νιότη είν’ ύφασμα που δε βαστά»· Σαίξπηρ, «Δωδέκατη Νύχτα» (μτφ. Βασ. Ρώτας)

Α

«Τι θα ονειρευτεί το ανεξιχνίαστο μέλλον; Θα ονειρευτεί ότι ο Αλόνσο Κιχάνο μπορεί να γίνει Δον Κιχώτης χωρίς να εγκαταλείψει το χωριό και τα βιβλία του. […] Θα ονειρευτεί ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε θαύματα αλλά δε θα τα κάνουμε, γιατί θα ‘ναι πιο πραγματικό να τα φανταζόμαστε. […] Η ζωή δεν είναι όνειρο, γράφει ο Νοβάλις, αλλά μπορεί να γίνει»· (Χ. Λ. Μπόρχες, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης).

Μόνο στο χάσμα που διανοίγει η πράξη της δημιουργίας, διατυπώνεται η πεποίθηση πως πραγματικότητα είναι η φαντασία ─ η πραγματική πραγματικότητα, κατά κανόνα τη στερείται.

Ν

Τι γίνονται οι ήρωες όταν μεγαλώνουν; Ο Καρλ της καφκικής Αμερικής, η Νίνα και ο Πλατόνοφ του Τσέχοφ συντροφιά με την Μπλανς Ντυμπουά;  Η Άντα του Ναμπόκοφ, η Αλίκη από τη Χώρα των Θαυμάτων, η φασματική μαντάμ Μποβαρύ χέρι χέρι με τον Ακάκιο Ακακίεβιτς και το Παλτό του ─ παραδίπλα ίσως ίπταται και η άσωτη Μύτη; Ο Μίσκιν του Ηλίθιου, ο Αλιόσα του Καραμαζόφ, ο Επιθεωρητής του Γκόγκολ; Ο Πιπς του Ντίκενς και ο Τζακ Μαγκς του Κάρεϋ, οι Δουβλινέζοι του Τζόυς, ο Φεδερίκο Σάντσεθ του Σεμπρούν, η Αγάθη και ο Ούρλιχ του Μούζιλ, η χήρα Μαγκάντα της Πλαθ… («Τι άραγε ονειρεύτηκε ο χρόνος μέχρι σήμερα που είναι, όπως κάθε σήμερα, η κορφή; [..] Ονειρεύτηκε πως Κάποιος τον ονειρεύεται»· Χ. Λ. Μπόρχες.)

C

Ήταν πολύ τρομακτικό να ζεις σ’ αυτό το σπίτι / και ούτε η θέρμη της πατρικής εστίας / ούτε η κούνια που είχε μέσα το παιδί μου / ούτε που ήμασταν οι δυο μας τόσο νέοι / και όνειρα γεμάτοι/  δε σίγαζαν την αίσθηση του φόβου. / Κι έμαθα να την κρύβω μ’ ένα γέλιο / […] / ενώ εμείς πασχίζαμε σιωπώντας / να μην κοιτάμε τι γινόταν στον καθρέφτη / ούτε ποιανού τα βήματα στη σκάλα / ηχούσανε βαριά μες στο σκοτάδι / λες κι από λύπηση σωπαίναμε με οίκτο. / Και συ έλεγες, παράξενα γελώντας: / «Ποιον κουβαλάνε τάχα από τη σκάλα;» / Τώρα εσύ ‘σαι κει που όλα τα ξέρουν· / πες μου: τι ζούσε, έξω από μας, σ’ αυτό το σπίτι;»· Άννα Αχμάτοβα (μτφ. Γ. Τσακνιάς).

Θλίψη, διττή.

Α. Το ποίημα· το έχεις ήδη αποφασίσει ─ ζηλεύεις όσους θα το ανακαλύψουν εφεξής.

Β. Η δημιουργία· συγκινεί, ως τρόπος υπέρβασης του θανάτου ─ ή και, ακόμη χειρότερα, όχι. Η ιδιοφυής Αχμάτοβα, «αγία και πόρνη» για την εποχή της, λατρεύτηκε με πάθος, βίωσε ωστόσο τη ματαίωση της απώλειας, του πένθους.

Η

«Είσαι σαν κάποια χώρα / που ποτέ κανένας δεν είπε»· Τσέζαρε Παβέζε (μτφ. Σωτήρης Τριβιζάς).

Ο

Πολύ το μελάνι που έχει χυθεί σχετικά με την απόλαυση της ανάγνωσης, την οποία έρχεται να αποκαταστήσει ο Μπαρτ (ξανά) το 1973 στο έργο του «Η απόλαυση του κειμένου»: «Η απόλαυση του κειμένου μοιάζει μ’ εκείνη την αβάσταχτη στιγμή, την απίθανη, την καθαρά μυθιστορηματική, που απολαμβάνει ο ακόλαστος στο τέρμα ενός τολμηρού κόλπου, σαν κόβει το σκοινί που τον κρεμάει τη στιγμή που ηδονίζεται», ή: «αυτό που θέλει η απόλαυση είναι ο τόπος του χαμού» ─ έρχεται δηλαδή απολύτως να τη διακρίνει από την έννοια της απλής ψυχαγωγίας, με την οποία μάλλον τη συγχέουμε, «να είσαι αριστοκράτης αναγνώστης», αποφαίνεται.

L

Να είσαι μελαγχολικός αναγνώστης διότι η «θλίψη είναι αδιαχώριστη από κάθε θνητό βίο» (Σέλλινγκ, όπως τον παραθέτει ο Τζ. Στάινερ, «Δέκα (πιθανοί) λόγοι για τη μελαγχολία της σκέψης»· μτφ. Σ. Βελέντζας).

Υ

[ΕΝ ΕΙΔΕΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: Πιερ Μπεττενκούρ, όπως τον «διάβασε» ο Ε. Χ. Γονατάς]

«Η αλήθεια μόνον σε κάνει καλύτερον. Όταν η αλήθεια σου σ’ έχει πάει μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει, μη διστάσεις να ακολουθήσεις μιαν άλλη. Εξ άλλου, αυτή έρχεται μόνη της σε σένα. Καλή μέρα!»

 * * *

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Διαβάζω, τχ. 484, Απρίλιος 2008.

pablo-picasso-girl-reading

Εικόνα εξωφύλλου: Πικάσο, Γυναίκα που διαβάζει, 1953

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ιστορίες ανάγνωσης

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.