Το να είσαι δημοσιογράφος…

Σήμερα συμπληρώνονται 15 χρόνια από τη μέρα που έφυγε απ’ τη ζωή ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Φρέντυ Γερμανός που έγινε γνωστός από τις τηλεοπτικές παραγωγές και τα ευθυμογραφήματά του. Αντί άλλου αφιερώματος παραθέτουμε ένα αυτοβιογραφικό κεφάλαιο από το βιβλίο του Τρελαθήκαμε εντελώς; (εκδ. Κάκτος, 1988) και δύο ευθυμογραφήματα από τη συλλογή Ελλάς–υπό το μηδέν… (εκδ. Κάκτος,1990), γραμμένα όλα με το χαρακτηριστικό φλεγματικό χιούμορ του.

* * *

Το να είσαι δημοσιογράφος…

Κάθε τόσο έρχονται στο γραφείο νέα παιδιά και μου ζητάνε συμβουλές για το επάγγελμα. Θέλουν να μάθουν πώς γίνεται κανείς δημοσιογράφος. Υπάρχουν πολλές συνταγές, η μία χειρότερη απ’ την άλλη. Η καλύτερη είναι να αγοράσεις μια γραφομηχανή. Όλες οι μεγάλες καριέρες έτσι άρχισαν. Το επόμενο πράμα που έχεις να κάνεις, είναι να την πουλήσεις.

Όλες οι μεγάλες καριέρες έτσι τελείωσαν.

Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα είναι κάτι σαν το Εθνικό Θέατρο. Είναι μια πολύ χρήσιμη ιστορία, φτάνει να την εγκαταλείψεις εγκαίρως. Προσωπικά, δεν είμαι τόσο απαισιόδοξος για το Εθνικό Θέατρο. Ίσως γιατί είμαι έξω απ’ το Εθνικό Θέατρο. Αντίθετα, δεν είμαι τόσο αισιόδοξος για τη δημοσιογραφία. Ίσως γιατί είμαι μέσα δημοσιογραφία.

Φαίνεται ότι αυτά τα τριάντα χρόνια μου άφησαν κάποια ψυχικά τραύματα. Το επάγγελμα του δημοσιογράφου είναι γεμάτο βαθιές πίκρες. Την πρώτη μου βαθιά πίκρα την πήρα όταν ήμουν 18 χρονών κι έπιασα δουλειά στην πρώτη μου εφημερίδα. Είχα μόλις τελειώσει ένα μυθιστόρημα γύρω απ’ την ερωτική ζωή των Ετρούσκων και το πήγα στον αρχισυντάκτη μου, με την ελπίδα ότι θα του άρεσε. Του άρεσε. Μου είπε ότι είχε ξενυχτήσει διαβάζοντάς το. Μου είπε, ακόμα, ότι δεν θα το δημοσίευε στην εφημερίδα γιατί, απ’ όσο ήξερε, δεν την διάβαζε κανένας Ετρούσκος.

Αυτή ήταν η πρώτη μου βαθιά πίκρα στο επάγγελμα. Πέρασαν έξι μήνες χωρίς να κάνω τίποτε. Είχα μπροστά μου μιαν άσπρη κόλλα χαρτί και την κοίταζα. Κάθε πρωί ο αρχισυντάκτης μου περνούσε από μπροστά μου και κουνούσε το κεφάλι του. Μια μέρα μου είπε:

«Αποφάσισα να σου δώσω μια μόνιμη στήλη στην εφημερίδα. Θες;»
«Και βέβαια», είπα. Μη μου δώσετε όμως το κύριο άρθρο γιατί δε μου πάει στο στιλ μου».
Ο αρχισυντάκτης μου κούνησε το κεφάλι του:
«Αποφάσισα να σου δώσω τα Διανυκτερεύοντα Φαρμακεία».

Αισθάνθηκα σαν Ετρούσκος που τον βάρεσαν μ’ ένα σφυρί στο κεφάλι. Δεν θυμάμαι αν έκανα δέκα λεπτά ή μισή ώρα για να απαντήσω. Στο διάστημα αυτό ο καλός εκείνος άνθρωπος, μου εξηγούσε τι σπάνια τύχη για ένα νέο δημοσιογράφο ήταν να γράφει τα Διανυκτερεύοντα Φαρμακεία.
«Ας πούμε πως αρρωσταίνει η γιαγιά του εκδότη σου», μου είπε. «Πονάει φρικτά και όλοι τα έχουν χαμένα. Το χειρότερο είναι πως έχουν χάσει τα χάπια της. Εδώ χάπια, εκεί χάπια, πουθενά τα χάπια. Όλοι φοβούνται μήπως η γιαγιά τα τινάξει. Τι γίνεται τότε;»
«Η γιαγιά τα τινάζει», είπα με ελπίδα.
«Όχι, παιδί μου. Ανοίγουν την εφημερίδα και βλέπουν στη στήλη σου, ποιο είναι το κοντινότερο φαρμακείο. Αγοράζουν τα χάπια και η γιαγιά γλιτώνει την τελευταία στιγμή. Την άλλη μέρα σε φωνάζει ο εκδότης σου και σου λέει: Άκου παιδί μου, χάρη στη στήλη σου, η γιαγιά μου σώθηκε την τελευταία στιγμή. Πάρε 50.000 δραχμές αύξηση».

Έτσι τ’ αποφάσισα και πήρα τη στήλη.

Το μόνο κακό ήταν ότι ο εκδότης μου δεν είχε γιαγιά. Αυτός ήταν ο ένας από τους 12 λόγους για τους οποίους δεν πήρα αύξηση…

Παρ’ όλα αυτά, τα Διανυκτερεύοντα Φαρμακεία ήταν μια πολύ πετυχημένη στήλη. Ο αρχισυντάκτης μου έλεγε σε όλους ότι κανένας δεν θα μπορούσε να τα γράψει τόσο καλά όσο εγώ. Γι’ αυτό μ’ άφησε να τα γράφω τρία χρόνια! Νομίζω ότι ήταν τα καλύτερα Διανυκτερεύοντα Φαρμακεία που πέρασαν ποτέ απ’ τις στήλες του ελληνικού Τύπου. Ήταν γραμμένα με φαντασία και στιλ. Συχνά είχαν και κάποια ποίηση.

Τα βράδια όμως είχα πολύ ανήσυχο ύπνο. Έβλεπα τον Μαρινόπουλο να παίζει καράτε με τον Μπακάκο και τον Μπακάκο να ρίχνει ακουαφόρτε στον Δαμβέργη. Ήταν μια πολύ άγρια εποχή. Ίσως όλη η αγριάδα να ξεκινούσε απ΄ το γεγονός ότι εξακολουθούσα να μην παίρνω μισθό. Στα χρόνια εκείνα οι νέοι δημοσιογράφοι δεν έπαιρναν μισθό. Στα χρόνια εκείνα οι νέοι δημοσιογράφοι απλώς έγραφαν. Ή έτσι νόμιζαν τουλάχιστον.

Θυμάμαι πόσο είχε ξαφνιαστεί ο εκδότης μου όταν τον συνάντησα μια μέρα, τυχαία, στο ασανσέρ της εφημερίδας και του είπα ότι, κατά τη γνώμη μου, αφού κρατούσα μια τόσο σημαντική στήλη, που μπορούσε κάποτε να σώσει και τη ζωή της γιαγιάς του, έπρεπε να αρχίσω να πληρώνομαι.
«Εννοείς ότι θες να παίρνεις μισθό;» με ρώτησε μαλακά.
«Μάλιστα», είπα.
Ο εκδότης μου με κοίταξε θλιμμένα:
«Ποτέ δεν περίμενα ν’ ακούσω κάτι τέτοιο από σένα».
Έκανα μια τελευταία προσπάθεια να κερδίσω το χαμένο παιχνίδι — ανάμεσα στον τρίτο και στο δεύτερο όροφο:
«Γιατί το παιδί του ασανσέρ παίρνει μισθό κι εγώ δεν παίρνω;» ρώτησα.
Ο διευθυντής μου σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε ξαφνιασμένος:
«Γιατί το παιδί του ασανσέρ δεν γράφει», μου είπε. «Εσύ γράφεις!»

Κι ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι το γράψιμο στην Ελλάδα είναι μια αξιόποινη πράξη…

Λένε ότι κάθε δημοσιογράφος κρύβει μέσα του ένα συγγραφέα και κάθε συγγραφέας κρύβει μέσα του ένα δημοσιογράφο. Πολύ συχνά βέβαια δεν κρύβουν μέσα τους τίποτε κι οι δύο. Όταν μπήκα στη δημοσιογραφία, έγραφα διηγήματα. Πίστευα ότι η δημοσιογραφία και το γράψιμο πάνε συνήθως παρέα. Δεν είχα ακόμα καταλάβει ότι αυτά τα δύο πράγματα είναι σαν τον Κάιν με τον Άβελ. Συχνά σκοτώνει ο Κάιν τον Άβελ, κι άλλοτε πάλι σκοτώνει ο Άβελ τον Κάιν. Ακόμα πιο συχνά σκοτώνονται στη μάχη και οι δύο.

Σας έλεγα προηγουμένως για τον πρώτο μου αρχισυντάκτη. Όταν τον γνώρισα καλύτερα, κατάλαβα πως ήταν ένας έξυπνος άνθρωπος. Δεν είχε γράψει, βέβαια, ποτέ του διηγήματα. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ του προσωπικά τον Κάιν. Απλώς ήταν ένας πολύ καλός δημοσιογράφος.
«Ποια είναι τα προσόντα σου, παιδί μου;» με ρώτησε όταν γνωριστήκαμε.
«Γράφω!» του είπα όσο πιο σεμνά μπορούσα.
Ο αρχισυντάκτης μου με κοίταξε πάνω απ’ τα γυαλιά του.
«Τι εννοείς —γράφεις;».
«Γράφω καλά!», είπα.
Ο αρχισυντάκτης μου με κοίταξε πάλι επάνω απ΄τα γυαλιά του:
«Να το κόψεις!», μου είπε.

Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε.
Και τελικά νομίζω τα κατάφερα.
Το έκοψα…

 * * *

Μεσημβρινή ανάπαυσις

Κάθε άνθρωπος έχει στη ζωή του ένα ζωύφιο να τον βασανίζει. Εγώ έχω τον Διαχειριστή της Πολυκατοικίας μου.

Είναι ένας άνθρωπος που μοιάζει με μύγα, ή μια μύγα που μοιάζει με άνθρωπο. Πιστεύω πως ο Θεός, όταν άρχισε να τον φτιάχνει, ήθελε να φτιάξει μύγα. Μετά, ένιωσε τύψεις για τις μύγες. Έτσι, του βγήκε άνθρωπος…

Χτες το πρωί, ανέβηκε στο διαμέρισμά μου:

– Μας έχουν κάνει παράπονα από το διαμέρισμα 13, το διαμέρισμα 24 και το διαμέρισμα 30, ότι κάνετε θορύβους την ώρα της μεσημβρινής αναπαύσεως.
– Μάλιστα.
– Το «μάλιστα» δεν είναι απάντησις. Κάνετε ή δεν κάνετε θορύβους; Και αν κάνετε, γιατί κάνετε; Σας στείλαμε τον κανονισμό της πολυκατοικίας! Τον διαβάσατε;
– Μάλιστα.
– Τότε γιατί κάνετε μπάνιο;
– Με συγχωρείτε, δεν κατάλαβα.
– Το διαμέρισμα 21, το διαμέρισμα 26 και το διαμέρισμα 35 σας κατηγορούν ότι κάνετε συχνά μπάνιο.
– Είναι εναντίον του μπάνιου;
– Ναι, όταν γίνεται την ώρα της μεσημβρινής αναπαύσεως. Κάθε πότε κάνετε μπάνιο;
– Κάθε Πάσχα και κάθε Χριστούγεννα. Φέτος έκανα και στις 25 Μαρτίου.
– Να τα αραιώσετε.
– Μάλιστα.
– Το διαμέρισμα 39 σας κατηγορεί ότι γράφετε σε ένα περίεργο μηχάνημα που κάνει έναν περίεργο θόρυβο. Περί τίνος πρόκειται;
– Περί γραφομηχανής.
– Να μην ξαναγράψετε.
– Αυτό μου το ζητάνε κι άλλοι.
– Δεν με ενδιαφέρει ποιοι σας το ζητούν. Αντιλαμβάνεσθε τι θα γινόταν αν ο καθείς εγκαθιστούσε ένα μηχάνημα μέσα στο διαμέρισμά του. Εγώ, φερ’ ειπείν, έχω στην Άμφισσα ένα ελαιοτριβείο.
– Αποδίδει;
– Να μη σας ενδιαφέρει.
– Μάλιστα.
– Το διαμέρισμα 47 σας κατηγορεί ότι την ώρα της μεσημβρινής αναπαύσεως ακούγονται στο δωμάτιό σας γυναικεία κλάματα. Δέρνετε τη γυναίκα σας;
– Ποτέ την ώρα της μεσημβρινής αναπαύσεως.
– Τότε, γιατί κλαίει;
– Ίσως πρόκειται για την κόρη μου.
– Να της δώσετε να διαβάσει τον κανονισμό.
– Μάλιστα.
– Πόσων ετών είναι;
– Ενός!
– Α, είσθε και είρων. Θορυβοποιός και είρων. Το χειρότερον είδος ενοικιαστού. Είχαμε έναν τέτοιο το ’82. Απέθανε από τύφο.
– Εγώ τον έχω περάσει.
– Δεν με ενδιαφέρει!
– Μάλιστα.

* * *

«Καλά, εσύ μετακόμισες νωρίς…»

Πέμπτη, απόγεμα:
Νάτος πάλι:

– Δεν μου ήρεσε, χθες, το άρθρον σας!
– Μάλιστα.
– Αυτό δεν είναι απάντησις.
– Μάλιστα.
– Γράφετε ότι η πολυκατοικία μας είναι στην οδό Σόλωνος. Γράφετε επίσης ότι είμεθα στην καρδιά του νέφους.
– Δεν είμεθα;
– Ούτε αυτό είναι απάντησις.
– Μάλιστα.
– Τα μυστικά της πολυκατοικίας μας είναι ιερά: Γράφετε ότι η κυρία του διαμερίσματος 17 μαγειρεύει συχνά στιφάδον!
– Είναι ιερό μυστικό το στιφάδο;
– Μη λέτε βλακείας.
– Μάλιστα.
– Γνωρίζετε ότι έδωσα μάχην στο διοικητικό συμβούλιο για να σας σώσω; Ο κύριος του 24 ήθελε να σας υποβάλει μήνυσιν.
– Τρώει κι αυτός στιφάδο;
– Όχι, αλλά εδιάβασε το άρθρον σας.
– Μάλιστα.
– Του είπα ότι έχετε μετανοήσει και ότι θα ζητήσετε συγγνώμην από το διοικητικό συμβούλιο της πολυκατοικίας. Σκοπεύετε να γράψετε και άλλον άρθρον;
– Μόνο αν συμφωνεί το διοικητικό συμβούλιο της πολυκατοικίας!
– Να μας το φέρετε προς έγκρισιν και θα δούμε. Συνεδριάζομεν εκάστην Παρασκευήν απόγευμα. Το ίδιο έκανε και ο κύριος του 32.
– Είναι δημοσιογράφος;
– Όχι, οδοντίατρος. Γράφει ποιήματα. Εσείς, διατί δεν γράφετε ποιήματα;
– Δεν είμαι οδοντίατρος.
– Πάλιν βλακείαν είπατε.
– Μάλιστα.
– Δεν είναι να ομιλεί κανείς μαζί σας. Διατί φοράτε αυτήν την παρδαλήν γραβάταν;
– Μου την εχάρισαν στη γιορτή μου.
– Κι εμένα μου εχάρισαν στη γιορτή μου ένα βίντεο αλλά δεν το φοράω.
– Μάλιστα.
– Τι είναι αυτά τα αντικείμενα που έχετε κρεμάσει στους τοίχους;
– Πίνακες.
– Το βλέπω ότι είναι πίνακες! Διατί τους εβάλατε ανάποδα; Να τους βάλετε ίσια.
– Ίσια είναι.
– Τότε να τους βάλετε ανάποδα.
– Μάλιστα.
– Δεν μπορώ να καταλάβω τι άνθρωπος είσθε. Φοράτε παρδαλές γραβάτες και έχετε ένα σπίτι αχούρι. Θα προτείνω να σας απελάσουν από την πολυκατοικίαν μας.
– Μάλιστα.

Εκείνη τη στιγμή τηλεφώνησε από κάτω ο θυρωρός. Είχε έρθει το αυτοκίνητο του κ. διαχειριστή για να τον πάει στην Εκάλη.

– Γιατί πάτε στην Εκάλη; ρώτησα.
– Είναι η τρίτη βλακώδης ερώτησις που μου κάμνετε σήμερα.
– Μάλιστα.
– Τι θα πει «Γιατί πάω στην Εκάλη». Αφού μένω στην Εκάλη!
– Δεν μένετε στην πολυκατοικία μας;

Ο διαχειριστής μου γέλασε σαρκαστικά:

– Δεν είσαι καλά, παιδί μου! Εγώ να μένω σε τούτο το σαρδελοκούτι που βρίσκεται στην καρδιά του νέφους;

 * * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

 

 

 

 

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.