Ο τελευταίος καλός πόλεμος

—του Ηλία Μαγκλίνη—

Η εβδομηκοστή επέτειος της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία (6 Ιουνίου 1944) γιορτάζεται σε μια δύσκολη για την Ευρώπη συγκυρία: εβδομήντα χρόνια από τη λεγόμενη «μεγαλύτερη ημέρα του πολέμου», αναδύονται σκοταδιστικές πολιτικές ιδέες και πρακτικές. Ωστόσο, η μνήμη, η συλλογική μνήμη, σπαρταράει κάτι τέτοιες ημέρες.

«Συνειδητοποιείς ότι τέτοια ώρα αύριο, δεκάδες χιλιάδες νέοι άνδρες δεν θα υπάρχουν;» Είχε ρωτήσει βαρύς ο Τσώρτσιλ τη σύζυγό του, τη νύχτα της 5ης Ιουνίου του 1944. Ακόμα και ο συνήθως κυνικός σερ Ουίνστον λύγισε κάτω από το τρομακτικό φορτίο της ευθύνης και της κρισιμότητας της όλης επιχείρησης.

Παραδόξως, οι μεγαλοπρεπείς εορτασμοί στα συμμαχικά κοιμητήρια της Νορμανδίας είναι ένα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Η 6η Ιουνίου του ’44 απέκτησε άλλη βαρύτητα, στις συνειδήσεις των νεότερων τουλάχιστον, μετά το 1998, χρονιά προβολής της «Διάσωσης του στρατιώτη Ράιαν» του Σπίλμπεργκ. Η δυναμική της ποπ κουλτούρας: η Νορμανδία είναι πια ταυτισμένη με τον «Ράιαν» (βλέπουμε το μακελειό στο τμήμα της νορμανδικής ακτής με την κωδική ονομασία «Όμαχα», ούτε που αναφέρονται όμως τα άλλα τρία τμήματα της ακτής, η επίσης αμερικανική «Γιούτα», η καναδική «Τζούνο» και οι βρετανικές «Σουόρντ» και «Γκολντ» – όπου έγιναν φονικές μάχες). Και αυτό, μολονότι ήδη από το 1962 είχε γυριστεί η υπερπαραγωγή «The Longest Day», ιστορικό φιλμ που κάλυπτε όλο το εύρος της απόβασης. Ωστόσο, το επικό στοιχείο του 1962 και οι αφελείς απεικονίσεις των σκηνών μάχης θρυμματίζονται από τον ωμό ρεαλισμό του 1998, καθώς και από μια σχεδόν πορνογραφική οπτική πάνω στο πεδίο της μάχης.

Παρά ταύτα και οι δύο ταινίες μεταφέρουν αυτούσιο το πνεύμα μιας συλλογικής μνήμης που συνοδεύει διαχρονικά όλο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: ότι αυτός ήταν «ο τελευταίος καλός πόλεμος». Αραγε, σήμερα, με τη γνώση των συμμαχικών βομβαρδισμών (σε Γερμανία αλλά και Ιαπωνία), της σφαγής των Πολωνών στο Κατίν από τον Στάλιν ή των μαζικών βιασμών Γερμανίδων από άνδρες του Κόκκινου Στρατού, αυτό το επίσημο «τελευταίος καλός πόλεμος» ακούγεται κάπως κενό;

«Η ιστοριογραφία άφησε πίσω –σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον– τις επίσημες παραδοχές του παρελθόντος, φωτίζοντας νέες πτυχές της μικροϊστορίας, εκεί όπου η μελέτη της ιστορίας είναι η μελέτη της βιωμένης εμπειρίας, η οποία επιμερίζεται μέσα από τους αντιφατικούς μηχανισμούς πρόσληψής της», γράφει στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη της «Μνημεία της λήθης. Ιχνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη» (εκδ. Πόλις) η ιστορικός Άννα Μαρία Δρουμπούκη. Στο ίδιο βιβλίο (που προλογίζει ο Χάγκεν Φλάισερ), η συγγραφέας παραθέτει μία φράση από το αριστουργηματικό φιλμ «Βαλς με τον Μπασίρ»: «Η μνήμη μας πηγαίνει εκεί που θέλει αυτή». Πράγματι. Και όμως, αν αναλογιστούμε ότι η φετινή επέτειος της Νορμανδίας συνέπεσε με τα αίσχη στην ελληνική Βουλή εκείνων που θα ήθελαν η 6η Ιουνίου του ’44 να έχει αντίστροφη εξέλιξη, ίσως θα πρέπει να ξανασυλλογιστούμε πολύ σοβαρά τι ακριβώς σήμαινε εκείνο το «τελευταίος καλός πόλεμος»…

Πηγή: Καθημερινή

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Copy-paste

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.