Σθένος και συναίσθημα

Zorz_Sari

—της Μαρίας Τοπάλη—

Πριν από λίγες μέρες (9/6) συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τον θάνατο της Ζωρζ Σαρή. To  κείμενο της Μαρίας Τοπάλη πρωτοδημοσιεύτηκε στο book’s journal τ.22, τον Αύγουστο του 2012.

Θα πρέπει να πούμε, εισαγωγικά, ότι ο θάνατος της Ζωρζ Σαρή (1925-2012) δίνει αφορμή να παρατηρήσουμε, για μια ακόμη φορά, ότι η λογοτεχνία για παιδιά και για νέους, ακόμη και στην κλασική εκδοχή της —στην οποία αναμφισβήτητα ανήκει και η πρόσφατα εκλιπούσα— δεν έχει βρει ακόμη τη θέση της ως αντικείμενο της «σοβαρής» κριτικής,  καθεστωτικής και μη, πολύ λιγότερο δε ως αντικείμενο της δημόσιας συζήτησης για τον σύγχρονο πολιτισμό[1]. Δεν συμβαίνει το ίδιο, από όσο γνωρίζουμε, σε άλλους πολιτισμούς και σε μεγάλα έντυπα για το βιβλίο άλλων γλωσσικών οικογενειών. Επώνυμοι λογοτέχνες και κριτικοί της Αγγλίας και της Αμερικής συζητούν, έτσι, εκτενώς τα έργα της λογοτεχνίας «τους» για παιδιά και για νέους μέσα από τις σελίδες μεγάλων εντύπων, όπως ο Guardian, το TLSκαι το NYRB. Υπάρχουν, βεβαίως, και σε μας λαμπρές εξαιρέσεις.

Θα επισημάνουμε δύο από αυτές, ενδεικτικά, με την ελπίδα να χρησιμεύσουν ως καλό παράδειγμα για το μέλλον. Έχουμε, λοιπόν, το 1971, την εισαγωγή του Στρατή Τσίρκα  στην πρώτη, αν δεν σφάλλουμε, έκδοση του Όταν ο ήλιος της Σαρή. Και έχουμε, στη συνέχεια, το υποδειγματικό δοκίμιο του Απόστολου Δοξιάδη για τα Μυστικά του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα[2], που κοσμεί, πραγματικά την πρόσφατη, τελευταία έκδοση του κλασικού αυτού βιβλίου από την Εστία. Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι δυο, με την αμεσότητα και το πάθος που χαρακτηρίζει κείμενα συγγραφέων για συγγραφείς, αναμετρώνται με τα δύσκολα σημεία, με τις σκοτεινές γωνίες του έργου των ομοτέχνων τους. Ο μεν Τσίρκας αντιμετωπίζει με οξυδέρκεια και φρέσκο νου το ζήτημα της πραγμάτευσης των σκληρών και δυσάρεστων πλευρών της σύγχρονης ζωής μέσα από τη λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους, ο δε Δοξιάδης συζητά με μετριοπάθεια και γνώση την εθνικιστική διάσταση του διάσημου μυθιστορήματος της Δέλτα, συμπεριλαμβάνοντας στη συζήτηση και τη σχετική βιβλιογραφία.

Η  Ζωρζ Σαρή, μαζί με την περίπου δίδυμή της στη βιογραφική και στη λογοτεχνική διαδρομή Άλκη Ζέη, εμφανίζεται στα γράμματα από τη δεκαετία του 60, για να φθάσει να γίνει, εδώ και λίγες δεκαετίες, δημοφιλές ανάγνωσμα για μαθητές, νέους αλλά και ενήλικες. Που σημαίνει ότι έχει ήδη συμβάλει στη διάπλαση γενιών ελληνόγλωσσων νέων. Να, λοιπόν, μια καλή αφορμή για να επιτείνουμε έτι περαιτέρω την εναγώνια απορία μας ως προς τη συνέχιση της άρνησης να αποδοθεί σε αυτήν και στους —συχνά αλλά όχι πάντα θηλυκού γένους— ομότεχνούς της ο χώρος που τους αξίζει στη δημόσια συζήτηση για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό. Αναρωτιόμαστε, μάλιστα, μήπως το —όποιο— μερίδιο καταδέχεται να τους παραχωρήσει η «πιάτσα», το ενδιαφέρον, δηλαδή, που συγκεντρώνουν, οφείλεται σε μεγάλο μέρος στα μυθιστορήματα που έγραψαν για ενήλικες και για νέους- όχι πάντως για τα «παιδικά» τους. Μήπως π.χ. έγινε περισσότερη συζήτηση για την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Ζέη και για τη Νινέτ της Σαρή από όση έγινε για όλα τα «παιδικά» βιβλία τους μαζί. Μήπως το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, συνέβη πρόσφατα και ως προς τις κριτικές αναγνώσεις του εθνικιστικού πατριωτισμού της Δέλτα, η συζήτηση του οποίου τείνει να επισκιάσει κάθε άλλη συζήτηση για το έργο της.

Εντελώς διαφορετική, όπως είπαμε, αλλού η στάση της κριτικής, και του δημόσιου λόγου γενικά, απέναντι στο σημαντικό αυτό είδος, τη λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους, που έχει αναδείξει παγκόσμιου κύρους συγγραφείς όπως τους Τσαρλς Ντίκενς, Μάρκ Τουέν, Τζ.Κ. Ρόουλιγκ, Σέλμα Λάγκερλεφ, Άστριντ Λόενγκριν, Τζούλια Ντόναλντσον, και στην Ελλάδα την Πηνελόπη Δέλτα, την Ζωρζ Σαρή, την Άλκη Ζέη, τον Ευγένιο Τριβιζά και πάει λέγοντας. Θα παρατηρούσαμε, σχετικά, τρία τουλάχιστον σημεία —και με αυτά θα κλείναμε κιόλας τις εισαγωγικές παρατηρήσεις— που παρατράβηξαν. Πρώτον, η παιδική και εφηβική λογοτεχνία φέρει συχνά τα χαρακτηριστικά μιας popular, μιας δημοφιλούς καλλιτεχνικής παραγωγής, που για να συζητηθεί απαιτεί ανάλογη εγρήγορση καθώς και μια κάποια πνευματική άνεση και χειραφέτηση. Ένας λόγος σοβαροφανής (καθότι ανασφαλής και, στην πραγματικότητα, επαρχιώτικος) νιώθει συνεχώς την ανάγκη να διορθώνει τον ποδόγυρο και να ισιώνει την τσάκιση, να επιβεβαιώνει εαυτόν ασχολούμενος εμβριθώς με «δύσκολα» και «σοβαρά» είδη, σνομπάροντας τα «κατώτερα», ευρείας κατανάλωσης δημοφιλή προϊόντα. Δεύτερο σημείο: την ίδια αντιμετώπιση επιφυλάσσει η κρατούσα στην κριτική (αλλά και στην εκδοτική «πολιτική», αν υποτεθεί ότι υπάρχει σε εμάς τέτοιο πράγμα) και στη δημόσια συζήτηση τάση σε κάθε έργο εκλαΐκευσης: να ‘ναι τυχαία άραγε η ένδειά σε σύγχρονες εκδόσεις των κλασικών μας; Η απουσία σοβαρών βιογραφιών και ανθολογιών;

Αλλά η λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους είναι εξ ορισμού, θα λέγαμε, εκλαϊκεύουσα, αφού έχει καθήκον κι υποχρέωση να καταστήσει στρυφνές έννοιες και δύσκολα ζητήματα προσιτά στο νου και στην ψυχή του παιδιού και του νέου. Κι αντί μια τέτοια ικανότητα να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού και μελέτης, προκαλεί, αντίθετα, τη συγκατάβαση (στην καλύτερη περίπτωση). Ευτυχώς, δηλαδή, που δεν υπέφερε από τέτοιους φραγμούς ο Τ.Σ. Έλιοτ — αλλιώτικα ποτέ δε θα είχαμε απολαύσει το μιούζικαλ «Γάτες». Τελευταίο, μα όχι λιγότερο σημαντικό: η λογοτεχνία, και γενικότερα η τέχνη για παιδιά και εφήβους, αποτελεί πεδίο άσκησης ενός άγραφου δικαιώματός: του δικαιώματος των παιδιών και των νέων να απολαμβάνουν καλλιτεχνικά δημιουργήματα που έχουν φτιαχτεί για τους ίδιους, σεβόμενα τη διαφορετικότητα και τις ανάγκες τους. Ως εδώ όμως με αυτά.

Η Σαρή υπήρξε η ίδια μυθιστορηματική, ως «βίος και πολιτεία». Ήταν το τρίτο παιδί της Έμμας, μιας Γαλλίδας από τη Σενεγάλη, που ρίχτηκε στην περιπέτεια του γάμου με τον Έλληνα μικρασιάτη Σωκράτη Σαριβαξεβάνη, καθηγητή της Γαλλικής και βρέθηκε, διαμέσου Κωνσταντινουπόλεως και Οδησσού, να μεγαλώνει τα τρία της κορίτσια στην οδό Ιπποκράτους της δεκαετίας του ‘20. Η Σαρή φοίτησε στην Ιόνιο Σχολή, όπου και γνωρίστηκε με τη Ζέη — φιλία που κράτησε μια ζωή. Σπούδασε ηθοποιός, αγωνίστηκε στην Αντίσταση, τραυματίστηκε στον Εμφύλιο, έζησε την τραγική μοναξιά και την ασθένεια της μητέρας της, έγινε ηθοποιός, τα παράτησε, έγραψε παιδική λογοτεχνία, αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία, έχασε, σχετικά πρόσφατα, την κόρη της, την επίσης συγγραφέα και μουσικό Μελίνα Καρακώστα (1959-2007). Η ζωή της είναι, στενά και κυριολεκτικά, συνυφασμένη με το λογοτεχνικό της έργο, που σε μεγάλο μέρος του φέρει αυτοβιογραφικά στοιχεία. Αλλά δεν είναι άραγε αυτή η σύνδεση βιογραφίας και έργου κάτι σχεδόν αυτονόητο, όχι μόνο στην παιδική λογοτεχνία αλλά και στη λογοτεχνία για ενήλικες; Επ’ αυτού γράφτηκαν και εξακολουθούν να γράφονται τόμοι. Όλοι όμως έχουμε έρθει σε επαφή με μια βιωματική εκδοχή αυτής της μείζονος συγγραφικής συνθήκης. Όλοι τεντώνουμε τα αυτιά μας να ακούσουμε μια «ιδιωτική» ιστορία, προσδοκώντας, ταυτόχρονα, την ηδονή της κλειδαρότρυπας. Όλοι — και πιο πολύ απ’ όλους τα παιδιά, που έχουν σοβαρούς λόγους (κατανόησης του κόσμου και συγκρότησης της δικής τους προσωπικότητας) να μάθουν «τα πάντα» για το οικογενειακό παρελθόν. Καλύτερο ηρεμιστικό από το «θα σου πω μια ιστορία για τη γιαγιά όταν ήτανε μικρή» δεν υπάρχει. Επίσης, όμως, τίποτε δεν είναι πιο τρομαχτικό για ένα παιδί από την άρνηση τέτοιων αφηγήσεων, που τυλίγουν με ανησυχητικό σκοτάδι τα παιδικά και νεανικά χρόνια των προγόνων, αποκλείοντας τη γνωριμία σε βάθος και την —τόσο απαραίτητη— ταύτιση.

Η συγγραφή της Σαρή θα μπορούσε, από την άποψη αυτή, να ιδωθεί ως έντεχνη διαδικασία ανοίγματος ντουλαπιών και συρταριών (άλλη «μαγική» απόλαυση για τα μικρά παιδιά…) Καθώς μάλιστα η συγγραφέας επανέρχεται στο ίδιο συμβάν ή στην ίδια ιστορία ξανά και ξανά, με νέα βιβλία, υπό διαφορετική οπτική γωνία, εντάσσοντας την οπτική ολοένα και περισσότερων και διαφορετικών πρωταγωνιστών, δίνει θαυμάσιο παράδειγμα διαφοροποιημένης προσέγγισης της «αλήθειας». Είναι μια εξέχουσα αφηγήτρια της μικροϊστορίας των ανθρώπων, που την συνθέτει μεθοδικά, υπομονετικά, επανερχόμενη για να προσθέσει εδώ κι εκεί μια κουβέντα, ένα φόρεμα, μια σκιά στο δρόμο, μιαν απόχρωση του λόγου. Διδάσκει έτσι —διαθέτοντας ατέλειωτα αποθέματα ψυχικής γενναιότητας— τη σχετικότητα και την υποκειμενικότητα αλλά και την ανάγκη για διαρκή απέκδυση των βεβαιοτήτων.

Ως συγγραφέας παιδικής  λογοτεχνίας η Σαρή υπερασπίστηκε, με την παρορμητικότητα , τον ενθουσιασμό και το απίστευτο θάρρος που τη χαρακτήριζαν (δεν είναι, σίγουρα, τυχαίο το «μότο» που χρησιμοποιούν οι εκδόσεις Πατάκη στη συνοπτική εργογραφία, στο τέλος των βιβλίων της: «Όταν θέλεις κάτι, το καταφέρνεις…» — μολονότι οι συνθήκες κάθε άλλο παρά ευνοϊκές υπήρξαν για την ίδια…) την οπτική του παιδιού και του νέου. Θα έλεγα: υπερασπίστηκε μαχητικά και με συνέπεια την οπτική αυτή. Το επισημαίνει άλλωστε και η βιβλιογραφία[3], και το καθιστά ανάγλυφο η μικρή πρωταγωνίστρια στα Γενέθλια (1977), η μικρή Ζωρζ στο Ε.Π. (1995), η Νινέτ (1993), φυσικά, παντού… Έχει σημασία το γεγονός ότι η Ζ.Σ. υιοθετεί συνειδητά τη στάση αυτή, την οποία, μάλιστα, ανάγει η ίδια, ρητά, απερίφραστα, στη Γαλλίδα μητέρα της. Που σε αντίθεση —προσεχτικά και ευγενικά διατυπωμένη— με τις Ελληνίδες μανάδες άφηνε τα παιδιά της να κυκλοφορούν ελεύθερα και ατημέλητα, τους μαγείρευε απλά, τα έστελνε να ψωνίζουν, να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να καλούν στο σπίτι τους φίλους τους. Έδινε το βάρος στην ουσία, στις χαρές της ζωής, όχι στους τύπους και στη βιτρίνα. Η σκηνή του αποτυχημένου πάρτι στο  Ε.Π. είναι αληθινός θησαυρός της κουλτούρας του διαφορετικού. Στο βάθος της ο προσεχτικός αναγνώστης θα διακρίνει όχι μόνο τη χειραφετημένη Γαλλίδα (που είχε κάνει ήδη τη δική της επανάσταση) αλλά και τον —πρόσφυγα— Μικρασιάτη, που από τη μια θρηνεί τη μη απόκτηση άρρενος απογόνου, από την άλλη όμως αγαπά την Έμμα και αποδέχεται τις δικές της αρχές στην ανατροφή των κοριτσιών. Στην πολύτιμη αυτή αφήγηση αλλά και στις αφηγήσεις της καλοκαιρινής απλότητας στο Καβούρι ή στην Αίγινα θα διαγνώσει ο προσεχτικός αναγνώστης το σεβασμό στην παιδική αυτονομία και στην ανάπτυξη πρωτοβουλιών εκ μέρους των παιδιών. Και θα βγάλει τα συμπεράσματά του για σημερινές συνήθειες ευνουχιστικού υπερπροστατευτισμού αλλά και καταναλωτικού παροξυσμού στην ανατροφή των ελληνοπαίδων.

Η Σαρή μίλησε πολύ καθαρά και πολύ ευαίσθητα για τις γυναίκες, για τα παιδιά και για τη μεταξύ τους σχέση. Κι έψαχνε, από την αρχή μέχρι το τέλος, να αποκαταστήσει την ειρήνη και τη συμφιλίωση ανάμεσα στις γυναίκες των διαφορετικών γενεών της οικογένειάς της. Ανάμεσα στις μανάδες και στις κόρες. Της Γιαγιάς στη Σενεγάλη, που υπερασπίζεται τον αντι-συμβατικό έρωτα της Νινέτ ενώ είχε σθεναρά αντισταθεί στον γάμο της δικής της κόρης με τον Έλληνα. Η Σαρή έψαχνε να γεφυρώσει αντιθέσεις και χάσματα. Όχι για να υπακούσει σε κάποια δεοντολογία ή σε άλλου είδους κανονιστικό κώδικα. Μα για να μπορέσει να υπάρξει και να ανασάνει. Μέχρι την τελευταία λέξη που βγήκε από την πένα της, αρνήθηκε τις ευκολίες και τις απλουστεύσεις. Από τους μεγαλύτερους, ίσως ο μεγαλύτερος θησαυρός, που κρύβουν τα βιβλία της είναι η διαρκώς ελεγχόμενη, η βασανιστικά διαφοροποιημένη οπτική, η άρνηση του άσπρο-μαύρο, η δύσκολη συμφιλιωτική στάση, η πλήρης ανάληψη της ευθύνης του ενδιάμεσου.  Όχι μονάχα ανάμεσα σε Έλληνες και «ξένους» αλλά και ανάμεσα σε Μπολσεβίκους και Λευκορώσους, μαυραγορίτες και αντιστασιακούς, γενναίους και δειλούς, άντρες και γυναίκες, αδέρφια που μαλλιοτραβιούνται. Ίσως, όλα αυτά, να αποτελούν τη γενναία προσπάθειά της να εξευμενίσει την πιο φοβερή και οδυνηρή αντίφαση ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, ανάμεσα στη μοναξιά και το εσωτερικό αδιέξοδο της μητέρας-Έμμας, που τα λόγια πνίγονται εντέλει στον λαιμό της, και στη λαμπερή και γάργαρη διάθεση για ζωή, για έρωτα, για χειροκροτήματα, για πάθος, για επιβράβευση της μικρής Ζωρζ-Ζωής. Η διαρκής ακροβασία πάνω στην θανατηφόρο σχάση της —χαρισματικής!— γυναικείας ύπαρξης που αρνείται να υποστείλει τη σημαία της μέθης, της χαράς, της ορμής ενώ ταυτόχρονα βουλιάζει στη σιωπή και στην ανυπαρξία, υποστασιοποιείται μυθιστορηματικά ανάμεσα στο λευκό κεφάλι της Έμμας που αργοσβήνει και στην παράφορη σγουρομάλλα Ζωή-Ζωρζ που ανεβαίνει στις στέγες να πιάσει τον ήλιο, να απολαύσει το χειροκρότημα, να γίνει παρανάλωμα.

Θα όφειλε κανείς να επισημάνει δυο τουλάχιστον ακόμη μεγάλες «αρετές» του έργου της Σαρή: την πρωτοκαθεδρία των συναισθημάτων, στα οποία ξέρει να αφήνεται, όπως αφήνεται στα κύματα ο κολυμβητής, πράγμα, με τη σειρά του, εξαιρετικά σημαντικό και παρήγορο για το παιδί-αναγνώστη αλλά και για τον αναγνώστη γενικώς. Κι, ακόμη, την ενστικτώδη πίστη στο φως και στο κάλλος, που αντιστοιχεί σε μια χειμαρρώδη αγάπη για τη ζωή, ζευγαρώνοντας αξεχώριστα με τις δυσκολίες, τις σκοτεινές πλευρές και τις οδύνες, που η Σαρή κάθε άλλο παρά κουκουλώνει στις ιστορίες της.

Μαλλιά λευκά, μάτια κάρβουνα. Άβολη και γοητευτική, φρικτή και πανέμορφη, γενναία, διακριτικά αυτοκαταστροφική, κυοφορώντας αιώνιες αντιφάσεις, κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος η μητρότητα. Που επιχειρεί «στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή» να αναλάβει την ευθύνη των άλλων και του εαυτού της. Chapeau…

 

[1] Στο ίδιο γενικό συμπέρασμα καταλήγει η Τασούλα Τσιλιμένη, που οδηγείται μάλιστα σε αυτό μέσα από την ανίχνευση των βιβλιοκριτικών σημειωμάτων στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο ειδικά ως προς το έργο της Ζ. Σαρή: Τ. Τσιλιμένη, «Οι κριτικοί και οι μελετητές για το έργο της Ζωρζ Σαρή» σε Όταν… η Ζωρζ Σαρή, 40 χρόνια προσφοράς στη λογοτεχνία για παιδιά και για νέους, Πρακτικά ημερίδας, επιμ. Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου, εκδ. Πατάκη, 2009, σελ. 61.

[2] Το κείμενο του Δοξιάδη συζητιέται στο κείμενο της υπογράφουσας «Πηνελόπη Δέλτα-Υπέρλαμπρο άστρο», «The Books’ Journal», τχ. 7, Μάιος 2011.

[3] Η Βίκυ Πάτσιου, στο «Όταν…η Ζ.Σ.», οπ.π., σελ. 37-38, κάνει εύστοχα λόγο για «έλλειψη κηδεμονίας» εκ μέρους της Ζ.Σ. καθώς και για «προσήλωση» της ίδιας στην «αξιοπιστία του λόγου των παιδιών».

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

One comment

  1. Απλώς θα ήθελα να προτείνω στην κ. Τοπάλη να ανατρέξει στο έργο (μονογραφίες και άρθρα σε συνέδρια/περιοδικά) των Αναγνωστοπούλου Διαμάντη, Γιαννικοπούλου Αγγελικής, Ζερβού Αλεξάνδρας, Κανατσούλη Μένης, Κατσίκη-Γκίβαλου Άντας, Νικολουδάκη-Σουρή Ελπινίκης, Οικονομίδου Σούλας, Παπαντωνάκη Γιώργου, Πολίτη Δημήτρη και άλλων, καθώς να αναζητήσει τις σχετικές διδακτορικές διατριβές που εκπονούνται με θέμα τη θεωρία και κριτική της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας. Ίσως έτσι δει ότι η κριτική που αναπτύσσεται εκ μέρους των διδασκόντων παιδική και εφηβική λογοτεχνία όχι μόνο δεν είναι φτωχή αλλά, αντίθετα «σε εγρήγορση και με πνευματική άνεση».
    Μένη Κανατσούλη, καθηγήτρια Παιδικής Λογοτεχνίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.