Τρούμαν Καπότε: Δείπνο με τον Μάρλον Μπράντο

Σήμερα κλείνουν 10 χρόνια από τη μέρα που έφυγε από τη ζωή μια από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες της έβδομης τέχνης, ο Μάρλον Μπράντο (1924-2004). Το 1957, όταν ο Μπράντο βρισκόταν στο απόγειο του μύθου του, ο Τρούμαν Καπότε τον επισκέφθηκε στο ξενοδοχείο του στην Ιαπωνία, όπου βρισκόταν για τις ανάγκες των γυρισμάτων της ταινίας Σαγιονάρα. Δείπνησαν μαζί κι έκαναν μια χαλαρή, ελεύθερη συζήτηση, την οποία ο Καπότε μετέτρεψε σε ένα αριστουργηματικό κείμενο, που μοιάζει περισσότερο με διήγημα παρά με συνέντευξη. Δημοσιεύτηκε στο New Yorker, στις 9/11/1957. Παραθέτουμε μια συντομευμένη εκδοχή.

Lawrence_Fried._Truman_CapoteMarlon_Brando

Κυρίαρχος στην επικράτειά του

—του Τρούμαν Καπότε για το New Yorker. Προσαρμογή/απόδοση για το dim/art: Μαρία Τσάκος—

Το ξενοδοχείο Miyako, όπου έμενε το μισό καστ της ταινίας Σαγιονάρα, είναι το καλύτερο από τα ξενοδοχεία δυτικού στιλ του Κυότο· η πλειοψηφία των δωματίων του είναι επιπλωμένα με αυστηρά  —αν και κάπως συνηθισμένα και βαριά— ευρωπαϊκά έπιπλα. Παραταύτα, για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των γιαπωνέζων επισκεπτών του —ή και σ’ αυτές των τουριστών— που προτιμούν το παραδοσιακό ντεκόρ αλλά δε θέλουν να υποβληθούν στο ψύχος που επικρατεί μέσα στα αυθεντικά γιαπωνέζικα καταλύματα, το Miyako διαθέτει και μερικές σουίτες διακοσμημένες με τον παραδοσιακό τρόπο. Σε μία από αυτές είχε διαλέξει να μείνει ο Μάρλον Μπράντο. Στους χώρους της, οι αντικρουόμενες φιλοσοφίες, η γιαπωνέζικη και η δυτική —η μία να επιζητά να εντυπωσιάσει με τη σπαρτιάτικη γύμνια και την απουσία κάθε επίδειξης, και η άλλη αποφασισμένη να επιβληθεί με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο— έδιναν και οι δύο το παρόν τους, καθώς ο Μπράντο δεν έδειχνε να έχει την παραμικρή διάθεση να χρησιμοποιήσει τους αποθηκευτικούς χώρους της σουίτας και είχε απλώσει παντού γύρω τα υπάρχοντά του: βρώμικα πουκάμισα και κάλτες· παπούτσια, και πουλόβερ, και σακάκια, και καπέλα, και γραβάτες, πεταμένα όλα σαν να επρόκειτο για τη φορεσιά αποκαθηλωμένου σκιάχτρου. Και φωτογραφικές, μια γραφομηχανή, ένα κασετοφωνάκι, και μια ηλεκτρική θερμάστρα που εκτελούσε τα καθήκοντά της με αποπνιχτική αποτελεσματικότητα.

Original_movie_poster_for_the_film_SayonaraΟ Μπράντο ήρθε στην Ιαπωνία πριν από ένα μήνα και σ’ αυτό το διάστημα η εντύπωση που έχει δώσει είναι ενός σκυφτού, αξιοπρεπούς, φιλικού νέου άνδρα που είναι πάντοτε πρόθυμος να συνεργαστεί, ακόμα και να ενθαρρύνει τους συναδέλφους του —ειδικά τους ηθοποιούς—, χωρίς όμως να έχει διάθεση να συναναστραφεί μαζί τους, προτιμώντας στα διαλείμματα ανάμεσα στα γυρίσματα να κάθεται μόνος και να διαβάζει φιλοσοφία ή να κρατά σημειώσεις σ’ ένα σχολικό σημειωματάριο. Όταν τελείωναν τη δουλειά της ημέρας, αντί να αποδέχεται τις προσκλήσεις των συνεργατών του για ποτό, για σούσι, ή για βόλτα στη συνοικία του Κυότο με τις γκέισες, αντί, με άλλα λόγια, να συμμετέχει στην καλοπροαίρετη «είμαστε-μια-μεγάλη-ευτυχισμένη-οικογένεια» ατμόσφαιρα που θεωρητικά καλλιεργείται όταν τα γυρίσματα γίνονται στο εξωτερικό, εκείνος συνήθως επέστρεφε στο ξενοδοχείο του και έμενε μέσα. Τόσο που ακόμα και ο σκηνοθέτης της ταινίας Τζόσουα Λόγκαν, έχοντας δουλέψει μαζί του δυο εβδομάδες, δεν μπόρεσε να μη σχολιάσει πως «μετά την Γκάρμπο, ο Μάρλον είναι ο πιο ενδιαφέρων άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Μια ιδιοφυία. Αλλά δεν ξέρω πώς είναι ως άνθρωπος. Πραγματικά δεν ξέρω τίποτε για εκείνον».

Μια καμαριέρα μπήκε στο δωμάτιο, ακούμπησε ένα μπολ με πάγο στο χαμηλό τραπέζι, και με ένα λαμπερό χαμόγελο ανακοίνωσε «Μηόπιτα! Απόψε το μενού έχει μηόπιτα». Ο Μπράντο μούγκρισε. «Μηλόπιτα. Αυτό μόνο μου ‘λειπε». Ξάπλωσε στο πάτωμα για να ξελύσει τη ζώνη του, που είχε μπει μέσα στο κρέας του στομαχιού του. «Υποτίθεται πως είμαι σε δίαιτα. Αλλά το μόνο που θέλω να φάω είναι μηλόπιτες και τέτοια». Έξι εβδομάδες νωρίτερα, στην Καλιφόρνια, ο Λόγκαν του είχε πει πως έπρεπε να χάσει πέντε κιλά για τις ανάγκες του ρόλου του στο Σαγιονάρα και, πριν φτάσει στο Κυότο, είχε όντως κατορθώσει να χάσει τρισήμισυ. Αλλά από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Ιαπωνία, κάτι οι μηλόπιτες, κάτι η γιαπωνέζικη κουζίνα που ήταν γεμάτη γλυκές, αμυλούχες, τηγανητές λιχουδιές, είχε ξαναπάρει τα διπλάσια κιλά. Παράγγειλε (μονολογώντας κάθε τόσο «πρέπει να χάσω βάρος») σούπα, μπριζόλα, τηγανιτές πατάτες, τρίων ειδών λαχανικά, μια μερίδα σπαγκέτι για συνοδευτικό, ψωμάκια, βούτυρο, ένα μπουκάλι σάκε, σαλάτα, και τυριά με κράκερ.

«Και μηόπιτα, Μάρον;» είπε η φιλική καμαριέρα.
Αναστέναξε. «Με παγωτό, γλυκιά μου».

Marlon-Brando-001

Παρότι δεν απέχει εντελώς από το αλκοόλ, η όρεξή του για τα οινοπνευματώδη είναι απείρως πιο περιορισμένη. Περιμένοντας το φαγητό μού έβαλε ένα μεγάλο ποτήρι βότκα ενώ ο ίδιος σέρβιρε στον εαυτό του μόνο μια γουλιά ποτό — από ευγένεια προς εμένα. Πήρε ξανά τη θέση του στα μαξιλάρια, χαμήλωσε τα βλέφαρα, μετά τα έκλεισε. Έμοιαζε να έχει βυθιστεί σε έναν ανήσυχο ύπνο· τα βλέφαρά του έκαναν μια απειροελάχιστη κίνηση και όταν μίλησε, η φωνή του —μια φωνή επίπεδη και, με τρόπο της, καλλιεργημένη κι ευγενής, αλλά και απροσδόκητα εφηβική, μ’ ένα χρώμα διεισδυτικό, ερωτηματικό και αγορίστικο— έμοιαζε σαν να έρχεται από μακριά, σαν μέσα από λήθαργο.

«Τα τελευταία οκτώ, εννέα χρόνια της ζωής μου ήταν ένα χάος», είπε. «Ίσως τα τελευταία δύο να ήταν λίγο καλύτερα. Σαν να μην παραδέρνω πια μέσα στα κύματα. Έχεις κάνει ποτέ ψυχανάλυση; Εγώ στην αρχή φοβόμουν. Φοβόμουν πως μπορεί να καταστρέψει τις παρορμήσεις που με κάνουν δημιουργικό, που με κάνουν καλλιτέχνη. Ένας ευαίσθητος άνθρωπος αντιλαμβάνεται πενήντα ερεθίσματα εκεί που άλλος πιάνει μόνο επτά. Και είναι τόσο ευάλωτοι· κακοποιούνται και πληγώνονται ακριβώς επειδή είναι ευαίσθητοι. Και όσο πιο ευαίσθητος είσαι, τόσο πιο σίγουρο είναι πως θα γεμίσεις πληγές. Και πως δε θα εξελιχθείς ποτέ. Πως δε θα αφήσεις ποτέ τον εαυτό σου να νιώσει τίποτε, ακριβώς επειδή νιώθεις διαρκώς τόσα πολλά. Η ψυχανάλυση βοηθάει. Εμένα με βοήθησε. Παραταύτα, τα τελευταία οκτώ, εννιά χρόνια, ήμουν μπερδεμένος, ένα χάλι, λίγο ως πολύ…»

Marlon+Brando+PNGΗ φωνή του ήταν λες και μιλούσε μόνο και μόνο για ν’ ακούει ο ίδιος τον εαυτό του, μια ιδιότητα που η φωνή του Μπράντο έχει συχνά, γιατί, όπως οι περισσότεροι βαθιά εγωκεντρικοί άνθρωποι, αγαπά τον μονόλογο — γεγονός που παραδέχεται κι ο ίδιος και για το οποίο έχει και τη δική του εξήγηση. «Οι άνθρωποι γύρω μου δε λένε ποτέ τίποτε», ισχυρίζεται. «Το μόνο που φαίνεται πως θέλουν είναι να ακούσουν τι έχω να πω εγώ. Γι΄αυτό και αναγκάζομαι να μιλάω συνέχεια». Τον παρατηρώ τώρα, με τα μάτια του κλειστά, το αρυτίδωτο πρόσωπό του λευκό κάτω από το φως, και νιώθω σα να ξαναζώ τη στιγμή που τον συνάντησα για πρώτη φορά. Ήταν το 1947·  ήταν ένα χειμωνιάτικο απόγευμα στη Νέα Υόρκη, κι εγώ είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μια πρόβα του Λεωφορείου ο Πόθος του Τένεσι Ουίλιαμς, στο οποίο ο Μπράντο θα έπαιζε τον ρόλο του Στάνλεϋ Κοβάλσκι. Αυτός ήταν ο ρόλος που του χάρισε καθολική αποδοχή, αν και οι γνώστες της νεοϋορκέζικης θεατρικής σκηνής τον ήξεραν ήδη, από τη δουλειά που είχε κάνει με την καθηγήτρια υποκρητικής Στέλλα Άντλερ και από τις λιγοστές εμφανίσεις του στο Μπροντγουέι. Ο Ελία Καζάν, σκηνοθέτης του Λεωφορείου είχε πει τότε —και το επανέλαβε και πρόσφατα—, «Ο Μάρλον είναι ο μεγαλύτερος ηθοποιός στον κόσμο». Αλλά εκείνο το απόγευμα πριν από δέκα χρόνια που είχε τώρα έρθει στο μυαλό μου, ο Μπράντο ήταν ακόμα σχετικά άγνωστος· ή, αν μη τι άλλο, εγώ που κατέφθασα πολύ νωρίτερα απ’ την προβλεπόμενη ώρα στην πρόβα του Λεωφορείου, δεν είχα ιδέα ποιος ήταν. Εκείνο που είδα ήταν ένας μυώδης νεαρός, ξαπλωμένος πάνω σ’ ένα τραπέζι στη σκηνή, κάτω από τo έντονο φως της, να κοιμάται βαριά. Επειδή φορούσε λευκό φανελάκι και τζιν, επειδή είχε το σώμα ανθρώπου που ζει στο γυμναστήριο —μπράτσα αρσιβαρίστα και στέρνο φαρδύ (κι ας είχε πάνω ακουμπησμένο ανοικτό ένα βιβλίο με τα άπαντα του Ζίγκμουντ Φρόιντ)—  τον πήρα για φροντιστή σκηνής. images-4Ή τουλάχιστον, μέχρι τη στιγμή που είδα από κοντά το πρόσωπό του. Ήταν λες κι ένα ξένο κεφάλι ήταν κολλημένο πάνω στο μυώδες κορμί, σαν κάποιος να είχε κάνει φωτομοντάζ. To πρόσωπο αυτό ήταν τόσο τρυφερό, έτσι όπως μια αγγελική λεπτότητα και ευγένεια ήταν ζωγραφισμένη πάνω στα υπέροχα αρρενωπά χαρακτηριστικά: τέλειο δέρμα, ένα πλατύ μέτωπο, μάτια μακριά το ένα απ’ το άλλο, γαμψή μύτη, γεμάτα χείλια, αισθησιακή έκφραση. Ούτε ίχνος από τον πεζό Κοβάλσκι. Γι’ αυτό ακριβώς και ήταν αξέχαστη εμπειρία να παρατηρείς, λίγο αργότερα, με τι ανυπέρβλητη ευκολία χαμαιλέοντα φόρεσε το σκληρό προσωπείο του ήρωα του Ουίλιαμς, και με πόση μαεστρία, σαν ύπουλο ερπετό, γλίστρησε μέσα στο ρόλο, πώς η δική του προσωπικότητα εξατμίστηκε ─ με τον ίδιο τρόπο που, τώρα μέσα σ’ αυτό το ξενοδοχείο στο Κυότο, δέκα χρόνια αργότερα, εξατμίστηκε η ανάμνησή μου από εκείνον τον Μπράντο και πήρε τη θέση της αυτή του σημερινού. Και ο σημερινός Μπράντο, αυτός που καθόταν μισοξαπλωμένος πάνω στον γιαπωνέζικο τάπητα και κάπνιζε νωχελικά το τσιγάρο του καθώς μιλούσαμε, ήταν, φυσικά, ένας διαφορετικός άνθρωπος. Το σώμα του πιο γεμάτο, το μέτωπο ακόμα πιο πλατύ, καθώς τα μαλλιά του είχαν αραιώσει· ήταν πιο πλούσιος (η αμοιβή του για το Σαγιονάρα θα ήταν 300.000 δολάρια και ποσοστά επί των κερδών)· και είχε γίνει τόσο διάσημος σε όλη την υφήλιο ώστε για να κάνει βόλτα στους δρόμους, ακόμα κι εδώ στην Ιαπωνία, φορούσε όχι μόνο σκούρα γυαλιά αλλά και ιατρική μάσκα. Αυτές ήταν μερικές από τις αλλαγές που είχαν φέρει τα δέκα χρόνια. Υπήρχαν κι άλλες. Τα μάτια του είχαν αλλάξει. Το γλυκό καστανό χρώμα τους ήταν το ίδιο, όμως, η συστολή, τα όποια ίχνη αληθινής ευαλωτότητας έβλεπες μέσα τους πριν, τα είχαν πλέον εγκαταλείψει· τώρα κοίταζε τους ανθρώπους με αυτοπεποίθηση και με μια έκφραση που έμοιαζε με οίκτο, σαν να τους λυπόταν επειδή εκείνος κατοικούσε σε ένα επίπεδο υψηλής διανόησης ενώ εκείνοι, ατυχώς, όχι. Παρ’ όλα ταύτα, εκείνη η αδιόρατη τρυφερότητα που είχε το πρόσωπό του ήταν ακόμα εκεί. Δηλαδή, σχεδόν. Γιατί στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει είχε συμβεί ένα ατύχημα που του είχε δώσει μια πιο αρρενωπή εμφάνιση: είχε σπάσει τη μύτη του. Με επιδέξιους ελιγμούς, προσπάθησα να παρεμβάλω δυό κουβέντες στις δικές του για να ρωτήσω «πώς έσπασες τη μύτη σου;»

«… με το οποίο δεν εννοώ πως είμαι συνεχώς δυστυχισμένος. Νά, ας πούμε τον Απρίλιο ήμουν στη Σικελία. Ζεστή μέρα, λουλούδια παντού. Μου αρέσουν τα λουλούδια, αυτά που μυρίζουν. Οι γαρδένιες. Που λες, ήταν Απρίλιος και ήμουν στη Σικελία και τριγύριζα μόνος μου. Ξάπλωσα σ’ ένα λειβάδι με λουλούδια. Και κοιμήθηκα. Αυτό μ’ έκανε ευτυχισμένο. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ευτυχισμένος. Τι; Είπες κάτι;» «Αναρωτιέμαι πώς έσπασες τη μύτη σου». Έτριψε τη μύτη του και χαμογέλασε, σα να αναπολούσε μιαν εμπειρία το ίδιο ευχάριστη όπως εκείνο τον υπνάκο στη Σικελία. «Πάνε πολλά χρόνια. Στο μποξ. Όταν έπαιζα στο Λεωφορείο. Πηγαίναμε κάτω στο λεβητοστάσιο, εγώ και κάτι παιδιά, τεχνικοί, και παίζαμε για την πλάκα μας. Ένα βράδυ, μου έδωσε ένας μια και ─κρακ! Πήγα στο νοσοκομείο, μου βάλανε αναισθητικό και την έφτιαξαν, έγιανε πολύ γρήγορα. (Θύμισα πρόσφατα στην Irene Selznick, παραγωγό της παράστασης, το περιστατικό και είπε: «Του κόλλησαν το κόκαλο της μύτης στραβά. Ξαφνικά, το πρόσωπο του ήταν εντελώς διαφορετικό. Σαν να σκλήρυνε. Για μήνες μετά του έλεγα να πάει να την φτιάξει. Ευτυχώς για τον ίδιο, δε με άκουσε. Είμαι πεπεισμένη σήμερα ότι αυτή η σπασμένη μύτη έφτιαξε την καριέρα του στον κινηματογράφο. Του έδωσε σεξ απίλ. Πιο πριν ήταν υπερβολικά όμορφος).

1-marlon-brando-in-the-1940s-everett

Ο Μπράντο πήγε για πρώτη φορά στο Χόλιγουντ το 1940 για αν παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία The Men (Το κορμί μου σου ανήκει). Η αντισυμβατικότητα του τον έκανε αυτόματα αντιπαθή. «Ο μόνος λόγος που είμαι εδώ είναι γιατί δεν έχω ακόμα το ηθικό ανάστημα να απορρίψω τα χρήματα που μου δίνουν». Σε συνεντεύξεις επαναλάμβανε διαρκώς πως δεν ήθελε να κάνει καριέρα ως ηθοποιός του σινεμά, ίσως καμιά-δύο ταινίες, αλλά πως εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν το θέατρο. Παραταύτα, μετά από εκείνη την πρώτη ταινία, δέχτηκε να αναβιώσει το ρόλο του Κοβάλσκι στην κινηματογραφική παραγωγή του Λεωφορείου, κι αυτός ήταν και ο ρόλος που τον καθιέρωσε στο σινεμά (όπως τον είχε, άλλωστε, καθιερώσει και στο θέατρο). Μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια, έχει ενσαρκώσει στο πανί, έναν μεξικανό επαναστάτη (Βίβα Ζαπάτα!), τον Μάρκο-Αντώνιο (Ιούλιος Καίσαρας), έναν μηχανόβιο έφηβο με παραβατική συμπεριφορά (Ο Ατίθασος)· έπαιξε τον απατεώνα τραγουδώντας και χορεύοντας (Μάγκες και Κούκλες)· κι έναν μεταφραστή στο Αυγουστιάτικο Φεγγάρι, το οποίο, όπως και το Σαγιονάρα, η δέκατη ταινία του, γυρίστηκε εν μέρει στην Ιαπωνία. Και όλο αυτό το διάστημα δεν επέστρεψε ποτέ στο θέατρο, εκτός από ένα σύντομο πέρασμα κάποιο καλοκαίρι. «Για ποιο λόγο;» με ρώτησε όταν του το ανέφερα. «Και, τι να παίξω; Δεν υπάρχουν ρόλοι για μένα».

Βέβαια, αν έβαζε κανείς το ένα πάνω στο άλλο τα θεατρικά που του έχουν προτείνει τα τελευταία χρόνια, θα έφτιαχνε μια στήλη που θα ξεπερνούσε σε ύψος τον ίδιο τον Μπράντο, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Ο Τένεσι Ουίλιαμς μόνο, τον ήθελε να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και στα πέντε τελευταία θεατρικά που έγραψε, καθώς και στο πιο πρόσφατο, τον Ορφέα στον Άδη, στο πλευρό της Άννας Μανιάνι. «Ο λόγος είναι απλός», λεει ο Μπράντο. «Έχει μέσα μερικά από τα καλύτερα κομμάτια που έχει γράψει ποτέ ο Τένεσι, και ο ρόλος της Μανιάνι είναι σπουδαίος· έχει λόγο ύπαρξης, την καταλαβαίνεις ─ και θα ήταν σαν να μην υπάρχω εγώ στη σκηνή. Ο ρόλος που υποτίθεται ότι θα έπαιζα εγώ, αυτό το αγόρι, αυτός ο Βαλ, απλά δεν παίρνει θέση ποτέ. Δεν είχα ιδέα τι υποστήριζε και τι πολεμούσε. Ε, δεν μπορείς να παίξεις ένα κενό. Και του το είπα του Τένεσι. Και συνέχισε να προσπαθεί. Το ξανάγραψε, για χάρη μου, καμιά – δυο φορές. Αλλά…», ανασήκωσε τους ώμους του. «Τέλος πάντων, δεν έχω καμία διάθεση να βρεθώ στη σκηνή αυτή με την Μανιάνι. Όχι στον ρόλο αυτό. Θα με κάνει με τα κρεμμυδάκια». Έδειξε να το στοχάζεται για ένα λεπτό, μετά πρόσθεσε, «νομίζω ─για την ακρίβεια, είμαι σίγουρος─ πως ο Τένεσι με έχει συνδέσει άρρηκτα με τον Κοβάλσκι, ο οποίος είναι τα πάντα που εγώ εχθρεύομαι ─εντελώς αναίσθητος, ωμός, βίαιος. Κι όμως, η εικόνα του Τένεσι για μένα είναι στρεβλή εξαιτίας αυτού του ρόλου. Γι’ αυτό και δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι θα μπορούσε να γράψει για μένα ρόλο σε άλλη χρωματική παλέτα. Ο μόνος λόγος που έκανα το Μάγκες και Κούκλες ήταν για να δουλέψω σε πιο ανοιχτές αποχρώσεις ─ στα κίτρινα. Πριν απ’ αυτό, το πιο λαμπερό χρώμα που είχα κάνει ποτέ ήταν το κόκκινο· και από κει στα σκούρα χρώματα. Καφέ. Γκρίζο. Μαύρο».

images-2Του ανέφερα ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου αυτή τη φορά, αλλά το βλέμμα του παρέμεινε κενό ─ ή μάλλον, απλά έκανε πάλι αυτό που συνήθιζε να κάνει: δεν με άκουγε. Αισθάνθηκε, όμως, τη σιωπή και ανέλαβε να την σπάσει: «Βέβαια οι ταινίες έχουν το άλλο: παλιώνουν γρήγορα. Είδα το Λεωφορείο τις προάλλες και μου φάνηκε φοβερά παλιομοδίτικη ταινία.Όμως έχουν και το καλό πως μπορείς να πεις σημαντικά πράγματα σε πολλούς ανθρώπους. Μπορείς, ας πούμε, να τους μιλήσεις για τις διακρίσεις, το μίσος, την προκατάληψη. Θέλω να κάνω ταινίες που να μιλάνε γι’ αυτά τα θέματα στον κόσμο όπου ζούμε σήμερα». Στην συνέντευξη Τύπου που είχε γίνει όταν έφτασε στο Τόκυο, ο Μπράντο είχε πει σε κάπου εξήντα δημοσιογράφους πως είχε δεχθεί να κάνει την ταινία αυτή «επειδή ακριβώς ασχολείται με τις προκαταλήψεις που περιορίζουν την πορεία μας προς έναν πιο ειρηνικό κόσμο», και πως θα του έδινε την «ανεκτίμητη ευκαιρία να δουλέψει με τον σκηνοθέτη Τζόσουα Λόγκαν που θα του μάθαινε τι να κάνει και τι να αποφεύγει».

Αλλά φαίνεται πως είχε περάσει πολύς καιρός από τότε. Διότι τώρα, ο Μπράντο μου είπε καγχάζοντας: «α, το Σαγιονάρα, τρέλα! Αυτή η εκπληκτική μπούρδα, όλο καρδούλες και λουλούδια, που υποτίθεται πως θα ήταν μια σοβαρή ταινία για την Ιαπωνία. Αλλά και τι πειράζει; Εγώ το κάνω, ούτως ή άλλως, για τα λεφτά». Κι άλλο καγχαστικό ρουθούνισμα: «Δεν ασχολούμαι πια. Απλά θα κάνω περίπατο, κι αυτό είναι όλο. Μερικές φορές, έχω την εντύπωση πως έτσι κι αλλιώς κανείς δεν πιάνει τη διαφορά. Τις πρώτες μέρες στο πλατώ, προσπάθησα να παίξω. Αλλά μετά είπα να κάνω ένα πείραμα. Με την έννοια, ότι προσπάθησα να κάνω ό,τι βλακεία μου ερχόταν στο μυαλό. Τι γκριμάτσες, τι γύριζα τα μάτια μου προς τον ουρανό, τι χειρονομίες και εκφράσεις που ουδεμία σχέση είχαν με τον ρόλο που υποτίθεται πως έπαιζα. Και τι είχε να πει ο Λόγκαν για όλα αυτά; Είπε απλώς: “Τέλεια! Το κρατάμε!”. [Σ.τ.Μ: Αξίζει να σημειωθεί πως ο Μπράντο κέρδισε υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Αντρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία].

images-1Το φαγητό μας κατέφθασε ─μετά από αρκετή καθυστέρηση─ την ώρα που μιλούσα στον Μπράντο για έναν φίλο μου αμερικανό που είχε γίνει βουδιστής μοναχός, έμενε στην Ιαπωνία και ήθελε να τον γνωρίσει. Αυτό τον εξέπληξε. «Όπως τις προάλλες στο πλατώ», είπε. «Κάναμε γυρίσματα σε έναν Ναό, κι ένας μοναχός έρχεται και μου ζητάει αυτόγραφο. Μα να το κάνει τι; Να κάνει τι, μια φωτογραφία δική μου;». Κοίταξε ολόγυρά τα βιβλία που υπήρχαν δεξιά κι αριστερά στο πάτωμα. Πολλά είχαν να κάνουν με φιλοσοφία και αποκρυφισμό. «Αυτό που θέλω, είναι να μιλήσω με κάποιον που ξέρει απ’ αυτά. Γιατί έχω σκεφτεί σοβαρά ─πάρα πολύ σοβαρά─ πως θέλω να το παρατήσω όλο αυτό. Αυτή η ιστορία του επιτυχημένου ηθοποιού. Ποιος ο λόγος αν όλο αυτό δεν οδηγεί, δεν εξελλίσεται σε κάτι άλλο; Διότι αυτό είναι, δεν έχει τίποτε παρακάτω, δεν πάει πουθενά. Απλά κάθεσαι πάνω σ’ ένα βουνό από ζαχαρωτά που, με τον καιρό, πιάνουν στρώματα κρούστας. Η υπερβολική επιτυχία μπορεί να σε καταστρέψει όπως ακριβώς και η αποτυχία». Και μ’ αυτό κοίταξε ανόρεκτα το πιάτο με το φαγητό του. «Βέβαια…», είπε διστακτικά, σαν να γύριζε απ΄ την άλλη ένα νόμισμα για να εξετάσει την πλευρά που έλαμπε περισσότερο, «…δεν μπορείς να είσαι και συνέχεια αποτυχημένος. Δε θα επιβιώσεις. Ο Βαν Γκοχ! Νά ένα παράδειγμα τι μπορεί να συμβεί αν ένας άνθρωπος δε κερδίσει ποτέ αναγνώριση. Σταματάς να είσαι σχετικός, μένεις απ’ έξω. Αλλά νομίζω ότι το ίδιο μπορεί να σου συμβεί και με την επιτυχία. Ξέρεις, μου πήρε πολύ χρόνο για να καταλάβω πως ήμουν αυτό ─ πολύ επιτυχημένος. Ήμουν τόσο απορροφημένος με τον εαυτό μου, με τα δικά μου προβλήματα, που δεν κοίταζα ποτέ γύρω, δεν πρόσεχα. Θα περπατούσα στη Νέα Υόρκη, μίλια και μίλια, στους δρόμους αργά το βράδυ, χωρίς να βλέπω τίποτα. Ποτέ δεν ήμουν βέβαιος για την υποκριτική, πως αυτό ήταν η δουλειά που ήθελα να κάνω. Ακόμα δεν είμαι. Μετά, όταν πια έπαιζα στο Λεωφορείο, δυο μήνες μετά την πρεμιέρα, ένα βράδυ ─αμυδρά, αμυδρά─ άρχισα ν΄ακούω μια βουή. Ήταν σαν να κοιμόμουν πριν και να ξύπνησα πάνω σ’ ένα βουνό από ζαχαρωτά».

MARLON-BRANDO-C1

Κάποια στιγμή που σταματήσαμε να μιλάμε, ο Μπράντο εντόπισε ένα γράμμα θαμμένο κάτω από τα πιάτα μας και άρχισε να το διαβάζει ενώ έτρωγε, μοιάζοντας με λόρδο που περιεργάζεται την πρωινή του εφημερίδα. Ξαφνικά θυμήθηκε πως ήμουν εκεί και είπε: «Από έναν φίλο. Φτιάχνει ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Τζέιμς Ντιν. Θέλει να κάνω την αφήγηση. Μπορεί και να δεχτώ». Έκανε πέρα το γράμμα και πήρε μπροστά του το πιάτο με τη μηλόπιτα που πάνω της έλιωνε μια τεράστια μπάλα παγωτό βανίλια. «Ή ίσως και όχι. Συχνά ενθουσιάζομαι με κάτι αλλά ο ενθουσιασμός μου δεν κρατάει πάνω από επτά λεπτά. Επτά λεπτά ακριβώς. Αυτό είναι το όριό μου. Απορώ γιατί κάνω τον κόπο να ξυπνήσω το πρωί». Τελείωσε την μηλόπιτά του και κοίταξε στοχαστικά προς τo δικό μου πιάτο. Το έσπρωξα προς το μέρος του. «Αλλά πραγματικά το σκέφτομαι να το κάνω αυτό το πράγμα με τον Ντιν. Ίσως να είναι σημαντικό».

«Όχι, δεν υπήρξε ποτέ φίλος μου ο Ντιν», είπε σε απάντηση δικής μου ερώτησης μου, η οποία έδειξε να τον αιφνιδιάζει. «Δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο ίσως να δεχθώ να κάνω το σπικάζ. Μόλις και μετά βίας τον ήξερα. Αλλά είχε αυτή την εμμονή μαζί μου. Ό,τι έκανα, έκανε. Προσπαθούσε διαρκώς να με πλησιάσει. Πολλές φορές μου τηλεφωνούσε». Ο Μπράντο έκανε πως σήκωσε ένα φανταστικό ακουστικό και το έβαλε στο αφτί του με το πονηρό χαμόγελο κάποιου που κρυφακούει. «Τον άκουγα να μιλάει στον τηλεφωνητή μου, να με ρωτάει πράγματα, να αφήνει μηνύματα. Αλλά δεν το σήκωνα. Ούτε επέστρεφα τα τηλεφωνήματά του. Όχι, τον γνώρισα κάποια στιγμή σε ένα πάρτι. Γύριζε γύρω κι έκανε σκηνές, φερόταν σαν τρελός. Κι έτσι του μίλησα. Τον πήρα παράμερα και τον ρώτησα αν ήξερε πως είχε πρόβλημα. Πως χρειαζόταν βοήθεια. Με άκουσε. ΄Ήξερε πως ήταν άρρωστος. Του έδωσα το όνομα του ψυχαναλυτή μου, και πήγε. Και τουλάχιστον, η δουλειά του βελτιώθηκε. Προς το τέλος, νομίζω πως είχε αρχίσει να βρίσκει το δρόμο του ως ηθοποιού. Όλη αυτή η ηρωοποίηση του Ντιν, όμως, είναι ένα λάθος. Γι’ αυτό πιστεύω πως το ντοκιμαντέρ θα μπορούσε να είναι σημαντικό. Για να δείξει πως δεν ήταν ήρωας· να δείξει αυτό που πραγματικά ήταν ─ ένα χαμένο αγόρι που έψαχνε να βρει τον εαυτό του. Είναι κάτι που πρέπει να γίνει και θα ήθελα να το κάνω εγώ ─ ως εξιλέωση, ας πούμε, για τις δικές μου αμαρτίες. Όπως για το ότι έκανα τον Ατίθασο. Αλλά… ποιος ξέρει; Επτά λεπτά είναι το όριό μου».

brando-catΑπό τον Ντιν, η συζήτηση πέρασε σε άλλους ηθοποιούς, και τον ρώτησα ποιους, συγκεκριμένα, εκτιμούσε ο ίδιος. Το σκέφτηκε· καμιά – δυο φορές τα χείλη του έκαναν να σχηματίσουν ονόματα αλλά φάνηκε να το μετανοιώνει πριν τα προφέρει δυνατά. Πρότεινα εγώ μερικούς υποψήφιους ─ Λόρενς Ολίβιε, Τζον Γκίλγκουντ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ζεράρ Φιλίπ, Ζαν Λουί Μπαρό. «Ναι», είπε, επιτέλους, «ο Φιλίπ είναι καλός ηθοποιός. Και ο Μπαρό. Τι φοβερή ταινία τα Παιδια του Παραδείσου! Ίσως η καλύτερη ταινία που έχει γίνει ποτέ». Πήρε ξανά την ίπτια θέση του στο πάτωμα, μ’ ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του. «Θα σου πω», είπε, «ο Σπένσερ Τρέισι είναι το είδος του ηθοποιού που μου αρέσει να βλέπω. Ο τρόπος που συγκρατείται, συγκρατείται, και μετά χιμάει όταν πρέπει. Ο Τρέισι, ο Κάρι Γκραντ. Αυτοί ξέρουν τη δουλειά τους. Απ’ αυτούς μπορείς να μάθεις κάτι». Άρχισε να παίζει πιάνο στον αέρα με τα δαχτυλά του, λες και οι χειρονομίες του θα μπορούσαν να περιγράψουν εκείνο που ο ίδιος δεν μπορούσε να βάλει σε λέξεις. «Η υποκριτική είναι τόσο λεπτό πράγμα», είπε. «Ένα εύθραυστο, λεπτό πράγμα που ένας ευαίσθητος σκηνοθέτης μπορεί να βοηθήσει να βγει από μέσα σου. Στον κινηματογράφο, αυτή η σημαντική στιγμή έρχεται περίπου στο τρίτο τέικ· τότε είναι που αρκεί ένας ψίθυρος από τον σκηνοθέτη για γίνει πραγματικότητα. Ο Γκατζ ─αναφερόταν στον Ελία Καζάν με τον χαϊδευτικό του─ είναι συνήθως ικανός να το κάνει αυτό». Μισόκλεισε τα μάτια κι έκανε έναν ήχο σαν βουητό. «Ξέρεις, την πρώτη φορά που είδα το Λιμάνι της Αγωνίας σε αίθουσας προβολής με τον Γκατζ, η ταινία μου φάνηκε αίσχος. Σηκώθηκα κι έφυγα χωρίς καν να του μιλήσω». Ετοιμαζόμουν να τον ρωτήσω αν αυτό είναι κάτι που συνηθίζει: να στρέφεται εναντίον της δουλειάς του μόλις την έχει τελειώσει. Πριν προλάβω, λες και περίμενε την ερώτηση, είπε: «Πρέπει να το βουλώσω. Εδώ, στον κύκλο του Σαγιονάρα έχω ήδη πει σε ορισμένους τι γνώμη έχω. Απ’ την άλλη όμως, δεν έχω πάντα την ίδια γνώμη από τη μια μέρα στην επόμενη».

Marlon-Brando1

Χτύπησε το τηλέφωνο κι εγώ αποσύρθηκα στο μπαλκόνι για να αφήσω τον Μπράντο να μιλήσει με την ησυχία του. Όταν ολοκλήρωσε το τηλεφώνημά του, βγήκε να με συναντήσει. Πρόσεξε πως κοίταζα τη θέα που απλωνόταν μπροστά μου. «Έχεις πάει στη Νάρα; Πολύ ενδιαφέρον μέρος». Η Νάρα ήταν μια ώρα έξω από το Κυότο, μια πόλη που λες κι ήταν βγαλμένη από καρτ-ποστάλ. Και τότε, ξαφνικά, σαν να είχε σχέση με την Νάρα, είπε: «Θέλω να παντρευτώ, ξέρεις. Θέλω να κάνω παιδιά». Ίσως η κουβέντα του να μην ήταν τόσο ξεκάρφωτη όσο φαινόταν, ίσως η Νάρα, η φιλήσυχη ασφάλειά της, να έφερνε συνειρμούς για γάμο, για οικογένεια. «Πρέπει να έχεις αγάπη», είπε. «Δεν υπάρχει άλλος λόγος για να ζει κανείς. Σ’ αυτό, ο άνθρωπος δε διαφέρει από τα ποντίκια. Και τα δύο είδη γεννιούνται για να εξυπηρετήσουν τον ίδιο σκοπό: να αναπαραχθούν». Θυμήθηκα τα λόγια που μου είχε πει κάποτε ο Ελία Καζάν: «Ο Μάρλον είναι ένας από τους πιο ευγενείς ανθρώπους που έχω γνωρίσει». Και μπορούσες να το επιβεβαιώσεις αυτό όταν τον έβλεπες μαζί με παιδιά. Ήταν πολύ καλός μαζί τους, άνετος, πρόθυμος να παίξει, γλυκομίλητος· έμοιαζε, πραγματικά, να είναι συνομήλικός τους συναισθηματικά, γινόταν συνωμότης τους. Και, το κυριότερο: έκεινη η έκφραση συγκατάβασης, εκείνο το ύφος μεγαλόκαρδης συμπόνοιας που είχε όταν κοίταζε τους μεγάλους, έλειπε εντελώς από τα μάτια του όταν κοιτούσε ένα παιδί. Συνέχισε αυτό που έλεγε: «Γιατί ποιος άλλος λόγος υπάρχει; Εκτός απ’ την αγάπη; Αυτό είναι το μεγάλο μου πρόβλημα. Η αδυναμία μου ν’ αγαπήσω». Μπήκε στο δωμάτιο να βρει τα τσιγάρα του, άναψε ένα κι άρχισε να καπνίζει σκεφτικός. Έπειτα, σαν να βρήκε ξανά τον ειρμό της σκέψης του: «Δεν μπορώ. Να αγαπήσω κανέναν. Δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν αρκετά ώστε να του δοθώ. Αλλά είμαι έτοιμος. Το θέλω. Και ίσως… Είμαι σχεδόν έτοιμος, πρέπει…». Μισόκλεισε τα μάτια αλλά ο τόνος του, όχι μόνο δεν ήταν παθιασμένος, μα ήταν αδιάφορος, βαρετά αντικειμενικός, σα να μιλούσε για κάποιον χαρακτήρα σε έργο ─ για κάποιον ρόλο που δεν ήθελε κατά βάθος να παίξει αλλά τον υποχρέωνε το συμβόλαιό του. «Γιατί ─ ε ναι, τι άλλο υπάρχει; Αυτό είναι που δίνει σε όλα νόημα. Ν’ αγαπάς κάποιον. Βέβαια, έχω φίλους». Και μετά: «Όχι, όχι δεν έχω». Και στο τέλος είπε, «μα και βέβαια έχω», και σκούπησε τον ιδρώτα από το πάνω χείλος του. «Ξέρεις πώς κάνω φίλους;» Έσκυψε προς το μέρος μου σαν να επρόκειτο να μοιραστεί μαζί μου κάποιο πιπεράτο ανέκδοτο. «Το χειρίζομαι πολύ προσεκτικά. Κάνω κύκλους γύρω τους. Κάνω κύκλους. Μετά, βαθμιαία, πλησιάζω όλο και περισσότερο. Μετά απλώνω το χέρι και τους αγγίζω ─νά, τόσο απαλά…» Τα δάχτυλά του τεντώθηκαν σαν κεραίες εντόμου κι ακούμπησαν το μπράτσο μου. «Μετά», είπε και έκλεισε το ένα μάτι, το άλλο να γυαλίζει με τρόπο υπνωτικό α λα Ρασπουτίν, «… κάνω πάλι πίσω. Και περιμένω. Τους κάνω να αναρωτιούνται. Και την κατάλληλη στιγμή, επιτίθεμαι πάλι. Τους αγγίζω. Κάνω κύκλους. Δεν ξέρουν τι συμβαίνει. Και πριν το καταλάβουν, τους έχω δέσει, έχουν εμπλακεί. Και αίφνης, πολλές φορές, γίνομαι το μόνο πράγμα που έχουν. Πολλοί απ’ αυτούς, βλέπεις, είναι άνθρωποι που δεν ανήκουν πουθενά· που δεν είναι αποδεκτοί, που τους έχουν πληγώσει, που είναι σακατεμένοι με κάποιον τρόπο. Αλλά εγώ θέλω να τους βοηθήσω, κι έτσι εστιάζουν σε μένα· Εγώ είμαι ο Δούκας. Ο κυρίαρχος στην επικράτειά μου».

K5yILVM

Ο Μπράντο χασμουρήθηκε· είχε πάει μια και τέταρτο τα ξημερώματα. Καθώς έκανα να πάω να πάρω το παλτό μου, είπε:

«Ας κάνουμε ένα τσιγάρο ακόμα».   
«Δεν πρέπει να πας για ύπνο;»
«Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει και να ξυπνήσω. Τα περισσότερα πρωινά, δεν ξέρω καν γιατί ξυπνάω. Με σκοτώνει. Θες ένα ποτό;».

Έξω ήταν θεοσκότεινα και είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει, έτσι η προοπτική ενός τελευταίου ποτού ήταν ελκυστική, ειδικά εάν επρόκειτο να αναγκαστώ να περπατήσω ώς το ξενοδοχείο μου, που απήχε δύο χιλιόμετρα απ’ το Miyako. Έβαλα βότκα, ο Μπράντο δεν ήθελε. Λίγο μετά, όμως, άπλωσε το χέρι και ήπιε μια γουλιά απ’ τη δική μου. Ξαφνικά, με τρόπο αδιάφορο που δεν κατάφερε όμως να κρύψει τα αισθήματά του, είπε: «Η μητέρα μου. Διαλύθηκε λες και ήταν από πορσελάνη». Και μετά: «Ο πατέρας μου αδιαφορούσε για μένα. Τίποτε απ’ όσα έκανα δεν τον ενδιέφερε και δεν τον ευχαριστούσε. Το έχω αποδεχτεί αυτό τώρα. Είμαστε πλέον φίλοι. Τα πάμε καλά. Αλλά η μητέρα μου ήταν το παν για μένα. Ο κόσμος όλος. Προσπάθησα πολύ. Γυρνούσα στο σπίτι απ’ το σχολείο…». Κόμπιασε, λες και περίμενε να τον φανταστώ πρώτα: με τα βιβλία κάτω απ’ τη μασχάλη, να σέρνει τα πόδια του, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού. «… και δεν ήταν εκεί κανείς. Το ψυγείο άδειο. Και τότε θα χτυπούσε το τηλέφωνο. Μια φωνή από κάποιο μπαρ. Και θα έλεγαν: “έχουμ’ εδώ μια γυναίκα, ελάτε να την πάρετε”. Πίστεψα πως αν με αγαπούσε αρκετά, αν με εμπιστευόταν, πίστεψα πως θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί στη Νέα Υόρκη· θα ήμασταν μαζί κι εγώ θα τη φρόντιζα. Κάποια στιγμή, όταν εγώ έπαιζα στο θέατρο στη Νέα Υόρκη, όντως έγινε αυτό. Άφησε τον πατέρα μου και ήρθε να μείνει μαζί μου. Προσπάθησα πάρα πολύ. Αλλά η αγάπη μου δεν αρκούσε. Δεν με αγαπούσε εκείνη αρκετά. Γύρισε πίσω. Κάπως έτσι ήρθε η μέρα που σταμάτησα πια να νοιάζομαι. ΄Ηταν εκεί. Σ’ ένα δωμάτιο. Κρεμόταν από μένα. Και την άφησα να πέσει. Γιατί δεν άντεχα άλλο ─ να τη βλέπω να διαλύεται, μπροστά στα μάτια μου, σαν κομμάτι πορσελάνης. Είχε πέσει κάτω κι εγώ έκανα μια δρασκελιά, πέρασα από πάνω της κι έφυγα. Αδιάφορος. Και έτσι αδιάφορος είμαι από τότε».

Marlon-Brando-marlon-brando-31136942-1280-960

Ο ήχος του τηλεφώνου σαν να τον ξύπνησε από λήθαργο· κοίταξε γύρω του ─όπως κοιτάς όταν έχεις ξυπνήσει σε άγνωστο δωμάτιο─, μετά χαμογέλασε στεγνά, μετά ψιθύρισε «να πάρει» και πήγε ν’ απαντήσει.

Στο μεταξύ, έβαλα το παλτό μου και περίμενα να τον καληνυχτίσω. Με πήγε ως την πόρτα. «Λοιπόν, σαγιονάρα», με χαιρέτησε περιπαιχτικά. «Πες τους στη ρεσεψιόν να σου καλέσουν ταξί», και, ύστερα, καθώς διέσχιζα τον διάδρομο, φώναξε: «Και, πού ΄σαι; Μη δίνεις και μεγάλη βάση σ’ αυτά που λέω. Δεν έχω πάντοτε την ίδια γνώμη την επόμενη μέρα».

Υπό μίαν έννοια, αυτή δεν ήταν η τελευταία φορά που τον είδα εκείνο το βράδυ. Κάτω, η ρεσεψιόν ήταν έρημη, κι ούτε υπήρχαν ταξί απ’ έξω. Άρχισα λοιπόν να περπατώ κάτω από την παγωμένη βροχή προς μια κατεύθυνση που ήλπιζα πως οδηγούσε στο ξενοδοχείο μου. Ποτέ άλλοτε δεν είχα βρεθεί να περπατάω τόσο αργά το βράδυ σε πόλη του εξωτερικού. Σε αντίθεση με τις πρωινές ώρες, ή με νωρίς το απόγευμα, που το κέντρο τις πόλης ήταν γεμάτο από πλήθος ανθρώπους, τώρα μόνο γάτες μου κρατούσαν παρέα, και μέθυσοι, και γυναίκες από σπίτια με κόκκινα φανάρια· άστεγοι κουλουριασμένοι μπροστά σε πόρτες κι ένας μουσικός του δρόμου, που με ακολούθησε παίζοντάς μου μπαρόκ μουσική με τη φλογέρα του. Είχα περπατήσει πάνω από μισό χιλιόμετρο όταν βρέθηκα, επιτέλους, στον κεντρικό δρόμο με τα μεγάλα μαγαζιά και τα σινεμά. Εκεί ήταν που ξαναείδα τον Μπράντο. Δυο μέτρα ψηλός και μ’ ένα κεφάλι πελώριο, σαν του μεγαλύτερου Βούδα, ήταν εκεί μπροστά μου, ζωγραφισμένος σαν ήρωας από κόμιξ, σε μια ταμπέλα πάνω από ένα σινεμά που διαφήμιζε το Αυγουστιάτικο Φεγγάρι. Ακόμα και η πόζα του έμοιαζε με του Βούδα: καθισμένος οκλαδόν, μ’ ένα πράο χαμόγελο, και το πρόσωπό του να γυαλίζει απ’ τη βροχή κι από το φως μιας λάμπας του δρόμου. Μια θεότης, ναι· μα, πέρα απ’ αυτό, στην πραγματικότητα, απλά ένα αγόρι που καθόταν πάνω σ’ ένα βουνό από ζαχαρωτά.

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.