Ο θάνατός μου, η ζωή μου

—της Μαρίας Κατσουνάκη—

Το θέμα της «καύσης νεκρών» είχε τεθεί στη χώρα μας, δημόσια, για πρώτη φορά το 1987, η διαδικασία επετράπη ύστερα από δύο δεκαετίες, με την ψήφιση το 2006 του σχετικού νόμου, το 2010 τα συναρμόδια υπουργεία (Περιβάλλοντος, Εσωτερικών και Υγείας) υπέγραψαν κοινή απόφαση για τη ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν την ίδρυση και λειτουργία των κέντρων αποτέφρωσης, ενώ μόλις αυτήν την εβδομάδα κατατέθηκε τροπολογία με την οποία ορίζονται οι ενέργειες που απαιτούνται για την εγκατάσταση αποτεφρωτηρίων. Όπως και να ’χει δεν θα τη χαρακτήριζε κανείς διαδικασία εξπρές! Χρειάστηκαν αθροιστικά τριάντα χρόνια για να συντονιστούν τόσο η ελληνική κοινωνία όσο και οι πάσης φύσεως αρμόδιοι με ό,τι άλλες ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζουν από τον 19ο ή έστω τα μέσα του 20ού αιώνα (η Γαλλία από το 1789). Η Εκκλησία έπαιξε τον ρόλο της σε αυτήν την αδράνεια (ένα μεγάλο μέρος της τουλάχιστον), η βιομηχανία που σχετίζεται με την ταφή είναι εδραιωμένη και προσοδοφόρα, ο θανών δεν μπορεί να… επιβάλει κυρώσεις αν δεν τηρηθεί η τελευταία επιθυμία του (εκτός εάν το έχει προβλέψει ως όρο στη διαθήκη του). Όταν, ως κοινωνία, αρχίσαμε να βαδίζουμε, με βήμα απρόθυμο και δύσθυμο, στον 21ο αιώνα και υποδεχθήκαμε, κατ’ αρχάς, το αυτονόητο να μπορεί να αποφασίζει κανείς ανάμεσα στην ταφή και στην καύση, ξεκίνησε το β΄ μέρος του έργου: πού θα δημιουργηθούν τα κέντρα αποτέφρωσης νεκρών. Οι δήμοι αποφάσιζαν και τα δημοτικά συμβούλια ξήλωναν.

Τοπικοί μητροπολίτες παρουσίαζαν την καύση ως αμαρτία και παρέκκλιση· το «χώμα» είναι περισσότερο συνδεδεμένο με την ορθοδοξία απ’ ό,τι η «πυρά». Έτσι, ενώ επί μια οκταετία η διαδικασία ήταν νόμιμη και στην Ελλάδα, τα γραφεία κηδειών ταξίδευαν τη σορό στο εξωτερικό γιατί εμείς είχαμε, τυπικά και μόνον, τη βούληση αλλά όχι τα μέσα… Προβλήματα με τις χρήσεις γης, με τους τίτλους ιδιοκτησίας, δεκάδες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Και -κυρίως- στερεωμένη νοοτροπία τόσο γερά ώστε η επιθυμία για καύση φάνταζε (αν δεν φαντάζει ακόμα) παραξενιά, επιμονή στη διαφορετικότητα, ήσσονος σημασίας ζήτημα, κάτι σαν λεπτομέρεια. Εν τω μεταξύ, βέβαια, παρέμενε αδιατάρακτη η εγχώρια ταφική βιομηχανία ενώ αναπτύχθηκε και ένας ιδιότυπος τουρισμός: η μεταφορά στη Βουλγαρία, για παράδειγμα, με όλα τα συμπαρομαρτούντα στοίχιζε ανάμεσα σε 2.500 και 3.500 ευρώ. Έχουμε αποδεχτεί και συμφιλιωθεί με την εκταφή, την αφόρητη διαδικασία της «επιστροφής» του, εναπομείναντος, εκλιπόντος μετά την τριετία, αλλά εξακολουθούμε να θεωρούμε την καύση αταίριαστη ή ανάρμοστη. Δύσκολα συζητάει και ακόμη δυσκολότερα γράφει κανείς γι’ αυτό το θέμα. Δεν συγκαταλέγεται ασφαλώς στα ευχάριστα, εξαντλείται στα στοιχειώδη, το διατρέχουμε γρήγορα, δεν προχωράει στην ουσία: στη σχέση με τον θάνατο. Στην αδυναμία αποχωρισμού, που ανακουφίζεται με την προστασία του τελετουργικού. Όμως ο τρόπος που βιώνουμε, ως κοινωνία πάντα, την απώλεια, δεν διαφέρει από τις άλλες δραστηριότητές μας. Και κυρίως από τον τρόπο που αντιστεκόμαστε σε οτιδήποτε απομειώνει την υστεροφημία, οδηγώντας ταχύτερα στην ανυπαρξία. Λες και η θνητότητα του σώματος παίρνει μια προσωρινή αναβολή με την ταφή. Λες και η απόσταση ανάμεσα στον τάφο και στην υδρία μετριέται σε τετραγωνικά…

Πηγή: Η Καθημερινή

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Copy-paste

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.