Too late

Αυτό δεν είναι τραγούδι #103
Dj της ημέρας, η Μίλλη Τσουμάνη


Ο ήχος όταν κλείνει μια πόρτα. Και μαζί τα λόγια πριν κλείσει η πόρτα. Μένεις πίσω κουβάρι. Είν’ αργά, όλο και πιο αργά, και πέρασα να σε βρω αλλά δεν ήσουν. Αλλάζουν οι άνθρωποι καρδιά; «And it’s too late to change your mind» Ο Ηρακλής Αναστασιάδης στα πλήκτρα και ο Κώστας Αντωνιάδης στη φωνή με την τρυφερή παρουσία της Αλίκης Αβδελοπούλου, σχεδόν μας διαβεβαιώνουν ότι είναι αργά πια ν’ αλλάξει γνώμη, έφυγε και δεν γυρίζει. Είναι οι GAD. Η μπάντα που έκανε την ασθένεια όνομα: Generalized Anxiety Disorder, που συνοδεύεται από ανεξέλεγκτη ανησυχία για την καθημερινότητα. Κοινώς πλάκωμα. Αυτό στο στήθος, που τίποτα δεν έχεις και καλά δε γίνεσαι. Γράφοντας στίχους και μελωδίες, ο Κώστας και ο Ηρακλής βρήκαν ανάσες, και μέσα σε έξι χρόνια έδωσαν τρία γεμάτα άλμπουμ, «System May Fall», «The Perfect Crime», με τελευταίο το «End in Tears», καθώς και πολλά singles, συνεργασίες, συναυλίες, εμφανίσεις. Οι GAD μάς κέρδισαν με τα τραγούδια τους, αλλά περισσότερο για τη συνέπειά τους. Μια αρετή που σπανίζει σήμερα όχι μόνο από τη μουσική, αλλά και από τους ανθρώπους. Δεν γύρισαν την πλάτη μετά τις πρώτες επιτυχίες, δεν κορόιδεψαν, δεν τροφοδότησαν με ανούσιες και κουτές ιστορίες το κοινό παίζοντας το παιχνίδι της δημοσιότητας. Αυτό που κάνουν είναι να δουλεύουν το στίχο τους, να ανανεώνουν τη μουσική τους, να πειραματίζονται και να ηχογραφούν στο στούντιό τους παρέα μ’ αυτό το ψυχεδελικό άγχος της καθημερινότητας που βρίσκει γιατρειά μόνο μέσα από τη μουσική. Ένας από τους λόγους που έχω αγαπήσει αυτό το κομμάτι περισσότερο είναι για την αμετάκλητη αλήθεια που εκφράζει, αλλά και για την επαλήθευση της προσμονής ποτέ δεν είναι αργά για τίποτα. Όλα εδώ επιστρέφουν, όλα μπορούν ν’ αλλάξουν.

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. 

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

 

Κράτα το

Advertisements

Το κρυφό βιβλιοπωλείο

—της Μαρίας Τσάκος—

Πριν από τρία χρόνια το Paris Review ανακάλυψε ένα σύντομο ντοκιμαντέρ που ξεναγούσε τον θεατή στον υπέροχο κόσμο του Brazenhead Books, ενός βιβλιοπωλείου που λειτουργούσε στο διαμέρισμα του ιδιοκτήτη του: ενός νεοϋρκέζου, παθιασμένου βιβλιοπώλη. Πολλά χρόνια νωρίτερα, ο Michael Seidenberg είχε αναγκαστεί να αφήσει το κατάστημά του στο Μπρούκλιν, όταν τετραπλασιάστηκε το ενοίκιο, και αυτή, μπορεί να μην ήταν η ιδανική, μπορεί να μην ήταν καν νόμιμη, ήταν, όμως, η μόνη λύση που μπόρεσε να βρει για να στεγάσει κάπου τα βιβλία του. Έτσι, το 2008 άρχισε να τα πουλάει από το διαμέρισμά του, στο Upper East Side του Μανχάταν.

Capture7Τελικά, όπως λέει ο ίδιος, αυτή η μεταστέγαση ταίριαζε περισσότερο με το είδος βιβλιοπώλη που είχε ονειρευτεί να γίνει: όχι αυτός που θα πουλήσει βιβλία στο δρόμο και στα παζάρια αλλά εκείνος που θα έχει τα βιβλία του σε έναν ζεστό χώρο με ράφια γεμάτα πρώτες εκδόσεις και μικροπράγματα, ίσως και μια γάτα να κόβει βόλτες κάπου τριγύρω. «Δεν ξέρω αν οφείλεται στην εξοικείωσή μου με την αποτυχία», λέει. «Βρίσκω τρόπους να επιβιώνω χωρίς να βγάζω τόσα χρήματα ώστε να μπορεί κανείς να πει την επιχείρησή μου “επιτυχημένη”. Έτσι κι αλλιώς, αν είναι τα λεφτά το ζητούμενο, υπάρχουν καλύτερα πράγματα να πουλήσει κανείς από βιβλία».

img_0272

«Έκρυψε», λοιπόν, τα βιβλία του σε ένα διαμέρισμα των τριών δωματίων, χωρίς επιγραφές, χωρίς βιτρίνα, και όμως κατάφερε το βιβλιοπωλείο του να γίνει γνωστό από στόμα σε στόμα και επιβίωσε έτσι από το 2008 μέχρι σήμερα. Ο ταξιδιωτικός οδηγός Fodor’s έγραφε προτείνοντας το μαγαζί στους αναγνώστες του: «γεμάτο από πάνω ώς κάτω με βιβλία, καινούργια, μεταχειρισμένα και πολλά από αυτά σπάνια… τα Σαββατόβραδα θα βρεις εκεί τους διανοούμενους της μητρόπολης να απολαμβάνουν το ουίσκυ τους και να συζητούν για κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία».

Σε ένα σημείο του σύντομου ντοκιμαντέρ  αναφέρει γελώντας πως ενώ ο κόσμος προεξοφλούσε  πως τα μεγάλα βιβλιοπωλεία-αλυσίδες ήταν ο λόγος που έκλεισε τότε το κατάστημα που διατηρούσε στο Μπρούκλιν, η πραγματικότητα ήταν πως η στεγαστική αγορά ήταν εκείνη που τον έτρεψε σε φυγή.

Και δυστυχώς, όλα δείχνουν, πως θα τον αναγκάσει για ακόμη μια φορά να κλείσει (ακόμα και αυτό το αυτοσχέδιο) κατάστημά του. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του Οpen culture, μέσα στο καλοκαίρι ο Seidenberg ενημέρωσε τους φίλους και πελάτες του μικρού κρυφού βιβλιοπωλείου, μέσω Facebook, ότι του γίνεται έξωση, χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες για τους λόγους. Ο ίδιος μέσα στο ντοκιμαντέρ παραδέχεται πως η δημοσιότητα που πήρε το κρυφό μαγαζί του, ενώ δεν είχε όλες τις απαραίτητες άδειες από τις αρχές, ήταν επικίνδυνη. Δεν ξέρουμε αν έφταιξε αυτό, σε κάθε περίπτωση, στο τέλους του μήνα που διανύουμε, θα πρέπει να κλείσει το γραφικό μαγαζί που επί 6 χρόνια υπήρξε κρυψώνα για τα βιβλία και για τους μυημένους πελάτες του.  Του ευχόμαστε τα βιβλία και το μεράκι του να βρουν μια εξίσου ξεχωριστή, φιλόξενη και νόμιμη στέγη το συντομότερο δυνατό.

Οι φωτοφραφίες που ακολουθούν μπορεί να θυμίσουν σε ορισμένους από τους φίλους που μας διαβάζουν το δικό τους διαμέρισμα. Ελπίζουμε να μην τους βάζουμε ιδέες…

Capture5

Capture4

Capture3

Capture1

img_0223

img_0229

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Τα εγκαίνια που δεν έγιναν ποτέ

—της Μαρίας Κατσουνάκη—

Όταν ενεργοποιείται ο όρος «γραφειοκρατική εμπλοκή», συνήθως δύο τινά συμβαίνουν: κάποιοι ή θέλουν να εμποδίσουν ή δεν επιθυμούν να διευκολύνουν μια κατάσταση. Επί της ουσίας, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Οι προθέσεις διαφέρουν· μπορεί να είναι επίδειξη εξουσίας ή μεθόδευση για ιδιοτελείς σκοπούς. Γιατί λύσεις υπάρχουν, αρκεί να συνοδεύονται και από ανάλογη βούληση.

Για το νέο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στο Φιξ, τουλάχιστον, το οποίο επρόκειτο να εγκαινιαστεί την περασμένη άνοιξη και παραμένει κλειστό, οι φήμες οργιάζουν, κάνοντας τα όποια συμπεράσματα εξαιρετικά επισφαλή. Η «γραφειοκρατική εμπλοκή» είναι, κι εδώ, η έκφραση–κλειδί. Το Δ.Σ. και η ιδρυτική διευθύντρια του ΕΜΣΤ, Άννα Καφέτση, δεν έχουν τις καλύτερες σχέσεις. Ισως να έχουν και τις χειρότερες δυνατές, στα 14 χρόνια που η κ. Καφέτση είναι επικεφαλής. Το Δ.Σ. (εμπνεύσεως του προηγούμενου ΥΠΠΟΑ Π. Παναγιωτόπουλου) «ροκανίζει τον χρόνο» όπως υποστηρίζουν στο περιβάλλον της διευθύντριας, προκαλώντας «τεχνητή κωλυσιεργία». Τι κάνει το Δ.Σ.; Σύμφωνα με το ρεπορτάζ («Κ» 26/09) δεν αναθέτει το δεύτερο στάδιο της οριστικής μουσειογραφικής μελέτης και των λοιπών επικαιροποιημένων μουσειολογικών μελετών του κτιρίου, δεν προχωράει στη σύσταση μη κερδοσκοπικής εταιρείας για τη διαχείριση της δωρεάς του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος», ύψους τριών εκατομμυρίων ευρώ, ώστε να ολοκληρωθεί η προμήθεια και εγκατάσταση του τεχνολογικού και υλικοτεχνικού εξοπλισμού, απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκατάσταση των υπηρεσιών και των μονίμων συλλογών στο νέο Φιξ.

Εν τω μεταξύ, η καθυστέρηση αυτή επηρεάζει άμεσα και δυσμενώς το Ωδείο Αθηνών (όπου στεγάζεται προσωρινά το ΕΜΣΤ), που περιμένει ύστερα από… 40 χρόνια την έναρξη των εργασιών για την αποπεράτωση των υποδομών του.

Μύλος. Η κ. Καφέτση δηλώνει «πανέτοιμη» για το νέο ΕΜΣΤ, το Δ.Σ. έχει αντίθετη άποψη. Το πραγματικό θύμα σε αυτήν τη διελκυστίνδα είναι η ίδια η πόλη, η Αθήνα, η μόνη, πιθανόν, πρωτεύουσα του πολιτισμένου κόσμου που δεν διαθέτει Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ένα μουσείο, δηλαδή, που να συμμετέχει στον διεθνή πολιτιστικό διάλογο, να παρακολουθεί τάσεις και πτυχές σε εξέλιξη, να αντιλαμβάνεται, να συγκεντρώνει και να στηρίζει τις δημιουργικές δυνάμεις, να αφουγκράζεται και να μεταλλάσσει τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς μιας κοινωνίας η οποία αναζητάει το στίγμα της μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει μεγάλες ταχύτητες, να αποτελεί πόλο έλξης για τον τουρισμό (και τον εσωτερικό).

Όσοι γνωρίζουν την κ. Καφέτση την περιγράφουν ως έναν άνθρωπο με πάθος και πάθη, αφοσιωμένο απολύτως στο μουσείο. Οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ότι πήρε έναν τίτλο (ΕΜΣΤ) και δημιούργησε ένα μουσείο με συλλογή 1.000 έργων που αντιπροσωπεύουν τον διεθνή εικαστικό πολιτισμό από το 1950 έως σήμερα. Μπορεί να συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται για «μιας γυναικός αρχή», αλλά για να λυθούν θέματα άμεσα και αποτελεσματικά χρειάζεται ευελιξία, η οποία ενίοτε αντιστρατεύεται τους τύπους.

Ένα μουσείο φέρει το αποτύπωμα του διευθυντή του· του ύφους και του ήθους του· του οίστρου και της τόλμης του· του σχεδιασμού και των γνώσεών του. Αποκλείεται το αποτέλεσμα να βρίσκει σύμφωνους τους πάντες. Ούτε ένας διευθυντής «παντρεύεται» τη θέση του. Η ροή και η διαδοχή βοηθούν την ανανέωση και την κινητικότητα.

Όσο ανασταλτικό για ένα θεσμό είναι να μην αλλάζουν ποτέ τα πρόσωπα, άλλο τόσο καταστροφικό είναι να «ακυρώνονται» στην ωριμότητά τους. Όταν και ξέρουν και μπορούν και θέλουν. Οι «γραφειοκρατικές εμπλοκές» στερούν από μια πόλη το μουσείο της, απαξιώνοντας μια προσπάθεια τη στιγμή ακριβώς που έχει τις προϋποθέσεις για να ανθήσει.

Πηγή: Καθημερινή

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Copy-paste

To dim/art στο Facebook

Είσαι το ταίρι μου

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα 

Την εβδομάδα που πέρασε, ο μάλλον υπερβολικός (στην τελετουργία του και στην προβολή του) γάμος του Κλούνεϊ με την Αλαμουντίν αποτέλεσε αναμφισβήτητα την πρώτη είδηση στα ΜΜΕ. Μαθαίνω πως σύντομα θα δούμε το ζεύγος και στην Αθήνα στο πλαίσιο της νέας «εθνικής εκστρατείας» για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Το γεγονός δεν είναι μικρής σημασίας, αν σκεφτεί κανείς πως πλέον οι μισοί Έλληνες ασχολούνται με στοιχήματα γύρω από την αρχαιολογία (Αμφίπολη) και οι άλλοι μισοί ασχολούνται με στοιχήματα γύρω από τον αν θα βγει από την παρούσα Βουλή Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η μισή χώρα ψάχνει την άλλη μισή, ο μισός Παρθενώνας τον άλλο μισό και βέβαια οι ερωτευμένοι ψάχνουν το άλλο τους μισό.

Αν κρίνουμε πάντως από τα ποσοστά τηλεθέασης του γάμου του Κλούνει με την Αλαμουντίν, σίγουρα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ενδιαφέρον φαινόμενο: τι σημαίνει σήμερα να αναζητάς το «άλλο μισό»; Τι σημαίνει να «ψάχνεις το ταίρι σου» ως υπόσχεση δέσμευσης σε ένα κόσμο που η έννοια «ζευγάρι» είναι η κατεξοχήν εύθραυστη συνθήκη συντροφικότητας ; Και για να μεταφερθούμε στη «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», τι σημαίνει —και τι κοστίζει— σήμερα ένας γάμος που αποτελεί συμβάν της δημοσιότητας και ταυτόχρονα μέσο για έναν άλλο σκοπό;

54294b8513465

Για να μην παρεξηγηθώ: δεν υπαινίσσομαι κάτι για σχέσεις του προβεβλημένου ζευγαριού, και βέβαια δεν αμφισβητώ τις ειλικρινείς προθέσεις του να ενωθεί με τα ιερά δεσμά —τι λέξη!— του γάμου. Αναφέρομαι κυρίως στην επικοινωνιακή επένδυση γύρω από ένα ιδιωτικό συμβάν που τελικά καταλήγει να είναι ταυτόχρονα ένα μιντιακό συμβάν. Ο Κλούνεϊ με την Αλαμουντίν παντρεύονταν «συνεχώς» επί τρεις ημέρες, δίπλα σε κάμερες, φωτογραφίες, θαυμαστές, αγοράζοντας και πουλώντας τις μετοχές του έρωτά τους. Προφανώς, η κριτική σε αυτό το είδος γάμου δεν γίνεται για τη διάρκειά του. Σε πολλά χωριά της ελληνικής επαρχίας, οι γάμοι κρατάνε μια βδομάδα. Η κριτική γίνεται επειδή το ειδύλλιο ήταν ήδη από την αρχή συνυφασμένο με μια ορισμένη εκδοχή εμπορεύσιμης προβολής.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του ρεπορτάζ, «το ζευγάρι ξόδεψε περίπου 1,6 εκατομμύρια δολάρια για να παντρευτεί με αυτό το φαντασμαγορικό τρόπο. Πάντως, σύμφωνα πάντα με το περιοδικό, δεν αληθεύουν οι φήμες ότι το λογαριασμό πλήρωσαν οι γονείς της νύφης. Οσο για το αν… γλίτωσαν κάτι από το λογαριασμό: Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Κλούνεϊ και Ράντι Γκέρμπερ, με τον οποίο είναι οι ιδιοκτήτες της Casamigos Tequila μετέφεραν στην Ιταλία 100 κιβώτια με το συγκεκριμένο αλκοολούχο, για τις ανάγκες του γάμου».[1] Κάπως έτσι, το ζεύγος ολοκλήρωσε την παράσταση. Το θέμα είναι αν οι μετοχές της σχέσης θα εισαχθούν σε νέο χρηματιστήριο.

4beedf32-dcb9-4b6b-bda8-1ec43f8fcd51-460x276

Στο χρηματιστήριο των διασημοτήτων ποτέ κανείς δεν ξέρει αν και για πόσο καιρό μπορεί να εξασφαλίσει σίγουρες επενδύσεις. Προς το παρόν, το σκηνικό του δικού τους μελλοντικού έγγαμου βίου επισκευάζει ατυχήματα και φαντασιώσεις του δικού μας «εθνικού παρελθόντος». Κάπου ανάμεσα στη διαφήμιση για το Νεσπρέσο και στις Καρυάτιδες, ο Κλούνεϊ θα πρέπει να αποφασίσει αν θα προσχωρήσει στο σχέδιο του επαγγελματικού ακτιβισμού της Αλαμουντίν, ή αν θα συμβεί το αντίστροφο. Στο εύστοχο, άλλωστε, πρωτοσέλιδο της ιστοσελίδας The Business Woman, γράφτηκε με ειρωνικό και μάλλον παρωδιακό τρόπο, πως η «Αμάλ Αλαμουντίν παντρεύτηκε έναν ηθοποιό». Ο συνδυασμός της μαχητικής ακτιβίστριας με τη χολυγουντιανή λάμψη του συζύγου δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για ένα θεαματικό δίδυμο, που μπορεί σίγουρα να αναλάβει «επικίνδυνες αποστολές» Δεν είναι χωρίς σημασία, άλλωστε, ότι η το γαμήλιο υπερθέαμα είχε στοιχεία υπέρβασης της προηγούμενης ατομικότητας με έμφαση στο «παιχνίδι για δύο».

Τα «δημόσια συναισθήματα», βέβαια, η έκθεση και η συμμετοχή μια ολόκληρης κοινότητας στην «ψυχική οικονομία» αυτών των σχέσεων είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του ζευγαριού. Δεν ξέρω αν αυτή η ζευγαρωτή γαμήλια προβολή αποτελεί προανάκρουσμα υπολογισμένων ρόλων και υπολογιστικών συναισθημάτων. Δηλώνει ωστόσο μια επικοινωνιακή τεχνογνωσία και δείχνει ότι ο  γάμος των διασήμων μπορεί να είναι ταυτόχρονα ένας «διπλός δεσμός». Το τίμημά του μπορεί να μην εξαρτάται μόνο από το ανοιχτό στοίχημα μιας ερωτικής επιθυμίας για το απροσδιόριστο μέλλον αλλά από το οργανωμένο σύστημα των κοινών συμφερόντων, με «καλό σκοπό». Και με φόντο τον Παρθενώνα.

[1] Πηγή: Πόσο κόστισε ο γάμος Κλούνεϊ -Αλαμουντίν: Τι δεν πλήρωσε το ζευγάρι | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/node/172921#ixzz3FJgEXEdL

*Εικόνα εξωφύλλου: Michael Mucci

 * * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook