Η ιστορία ενός σκύλου

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα 

Την εβδομάδα που πέρασε, η ετεροχρονισμένη είδηση για τον θάνατο του Λουκάνικου, του διάσημου σκύλου των «αντιμνημονιακών διαδηλώσεων» που μπήκε στη λίστα «των προσώπων της χρονιάς» του περιοδικού Time (2011), έδωσε την αφορμή για μια έκρηξη φιλοζωϊκών συναισθημάτων και επαναστατικών μοιρολογιών. Όλα ξεκίνησαν από ένα μονόστηλο της εφ. Η Αυγή και γρήγορα η είδηση εξαπλώθηκε στον ελληνικό και ευρωπαϊκό έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Το ενδιαφέρον στοιχείο της είδησης δεν είναι βέβαια ο ίδιος ο θάνατος του συμπαθητικού ζώου αλλά η δημοσιογραφική σύγχυση γύρω από τον ακριβή χρόνο του θανάτου του —ο Λουκάνικος δεν πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα αλλά τον περασμένο Μάιο— και βέβαια, ο πένθιμος λόγος που συνόδευσε την είδηση. Μέσα σε λίγες μέρες, η εικόνα του «αδέσποτου επαναστάτη» σκύλου έγινε σύμβολο της αντιμνημονιακής αντίστασης και ενέπνευσε μια άνευ προηγουμένου νεκρολογική παραλογοτεχνία, που, στη ζωομορφική εκδοχή της, συνεχίζει το μύθο της «ρομαντικής εξέγερσης». Στη χτεσινή κυριακάτικη Αυγή, μάλιστα, το σχετικό άρθρο φιλοτεχνούσε το πορτρέτο ενός σκύλου που ενοχλούσε «τη φτιασιδωμένη αισθητική των ντόπερμαν της εξουσίας»![1]

Το σκυλί έζησε περίπου δέκα χρόνια. Και πράγματι ήταν συχνός επισκέπτης και πρωταγωνιστής των διαδηλώσεων. Γαύγιζε στα ΜΑΤ και δάγκωνε τις ασπίδες τους. Όπως και χιλιάδες άλλοι πολίτες αυτής της πόλης, μάλλον αγανακτούσε με τη χρήση των ληγμένων δακρυγόνων, την άσκοπη χρήση χημικών και την απίστευτη βία των ανθρώπων. Σε αντίθεση μάλιστα με τους διάφορους ανώνυμους κουκουλοφόρους που έσπευσαν να τον βάλουν στο κάδρο της δικής τους γραφικής φωτογραφίας, ο Λουκάνικος είχε ακριβή στοιχεία ταυτότητας: τον έλεγαν Θοδωρή και φόραγε λουράκι με τον αριθμό κινητού του ανθρώπου που τον πρόσεχε. Μάλλον δεν ήταν τόσο «αδέσποτος» όσο τον ήθελε ο μύθος και πάντως η «οικογένειά» του δεν επεδίωξε την εμπορική δημοσιότητα με αντάλλαγμα κάποια κουπόνια διαφήμισης για ζωοτροφές. Όταν, πριν λίγους μήνες, το σκυλί ξεψύχησε μέσα στο σαλόνι του σπιτιού, η ταφή του έγινε με τους όρους που ταίριαζαν στη μέριμνα, την αφοσίωση και την αγάπη∙ και όχι με τους ψεύτικους λυγμούς σε χαρτομάντιλα μιας χρήσης.

Όπως σωστά μας θύμισε σε ένα πρόσφατο σχετικό άρθρο του ο Γιώργος Σιακαντάρης,[2] τα τελευταία χρόνια, η «δημοκρατία της συγκίνησης» —ο όρος ανήκει στον Ανδρέα Πανταζόπουλο[3]— έχει υπονομεύσει καταλυτικά την πολιτική συγκρότηση της δημόσιας σφαίρας, εισάγοντας ως κυρίαρχη ιδεολογία και ως πολιτισμική δεσπόζουσα τον κοινότοπο ανορθολογισμό, τα κοινοτιστικά πάθη και τα υποκειμενικά συναισθήματα. Ο Λουκάνικος ήταν μια καλή αφορμή για να επιστρέψουν στο προσκήνιο όλες οι παθογένειες αυτής της πρακτικής: η έλλειψη τεκμηρίωσης, η διαδικτυακή επιδειξιομανία της νέας «εθνικής αντίστασης» απέναντι στους ξένους, τα μακιγιαρισμένα δάκρυα του πένθους, η «ψυχική οικονομία» μιας πολιτικής που πλειοδοτεί στη διαμαρτυρία.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Λουκάνικος είχε ήδη επινοηθεί ως μυθοπλαστικός ήρωας μιας σειράς μικρών ιστοριών ρήξης και ανταρσίας, στα χρόνια του Μνημονίου : «ο Λουκάνικος και οι μπάτσοι», «Ο Λουκάνικος στις διαδηλώσεις», «Ο Λουκάνικος ως protest dog» κλπ. Μέχρι και βίντεο γκέιμ είχε φτιαχτεί με το avatar του Λουκάνικου να γαυγίζει σε αστυνομικό. Το πιο διάσημο σκυλί της ελληνικής κρίσης είχε ήδη ενταχτεί σε μια εικονική πραγματικότητα, που διευκόλυνε τη συναισθηματική πρόσληψη των πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων.

Για όλα αυτά, βέβαια, δεν φταίει το ίδιο το σκυλί. Τα αξόδευτα πάθη των λογής –λογής «αγανακτισμένων» έχουν κατασκευάσει μια εικόνα «ανθρωπιάς», που είναι, βέβαια, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μιας συναισθηματικότητας ερήμην των ζώων. Η ποιότητα των συναισθημάτων, άλλωστε, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το νοητικό περιβάλλον που τους δίνει νόημα. Γι αυτό το περιβάλλον, ο Λουκάνικος δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Φαίνεται άλλωστε πως ήταν ένα πολύ «ορθολογικό» σκυλί. Γλύτωσε πολλές φορές τον τυχαίο θάνατο που φέρνει η βίαιη σύγκρουση, επιστρέφοντας πάντα στο σπίτι του, έστω και με καθυστέρηση μερικών ημερών.

Η πραγματική συγκίνηση για τον θάνατό του πάντως φέρνει στο νου μου τα καταληκτικά (και καταπληκτικά) λόγια του Εμμ. Ροΐδη από την «Ιστορία ενός σκύλου»:  Συλλέξαντες δι᾿ ἐράνου τρεῖς δραχμὰς κατεπείσαμεν δι᾿ αὐτῶν τὸν νεκροθάπτην ν᾿ ἀποθέσῃ τὸ λείψανον τοῦ Πλούτωνος εἰς λάκκον σκαφέντα πλησίον τοῦ νεκροταφείου, ἀφοῦ ἀδύνατον ἦτο νὰ ταφῇ ἐντὸς αὐτοῦ διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶχε τέσσαρας πόδας. Πολλάκις ἔκτοτε ἀναγινώσκων ὅσα γράφονται περὶ μελλούσης ζωῆς ἔτυχε νὰ σκεφθῶ ὅτι, ἂν ἀληθεύῃ ἡ γνώμη τῶν πιστευόντων ὅτι δὲν ἐπιζῇ εἰς τὸ σῶμα πᾶσα ψυχή, ἀλλὰ μόνη ἡ πίστις, ἡ ἀφοσίωσις, ἡ αὐταπάρνησις καὶ ἡ ἀγάπη βραβεύονται εἰς τὰς αἰωνίους μονάς, πολὺ πιθανώτερον παρὰ πολλῶν μεταστάντων γνωρίμων φίλων μου εἶναι νὰ εὑρίσκεται ἐκεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ καλοῦ ἐκείνου σκύλου.

 

[1] Βλ. Π. Κατσάκος, «Ο Λουκάνικος και τα ντόπερμαν», εφ. Η Αυγή,  12/10/2014, σ. 63.

[2] http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/%CE%BF-%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%85

 

[3] Ανδρέας Πανταζόπουλος, Η δημοκρατία της συγκίνησης. Ίμια-Οτσαλάν : αντιεκσυγχρονιστικές και εκσυχγρονιστικές τάσεις στο πολιτικό σύστημα, Πόλις, Αθήνα,  2002.

 

 * * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.