Το τραμ στη λογοτεχνία

Πριν από 57 χρόνια, 15 προς 16 Οκτωβρίου του 1960, ξεκίνησε το τελευταίο δρομολόγιό του το τραμ στην Αθήνα. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια πιο εκτεταμένη μορφή ενός κειμένου που είχε δημοσιεύσει ο Σάκης Κουρουζίδης στο ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής, το 2005, σε ένα ειδκό αφιέρωμα για το τραμ.

Το τελευταίο δρομολόγιο του τραμ. Εδώ εικονίζεται στην οδό Αριστείδου, ξεκινώντας για την Κολοκυνθού, όπου και τερματίζεται η ζωή του, η οποία ξεκίνησε το 1882.
Το τελευταίο δρομολόγιο του τραμ. Εδώ εικονίζεται στην οδό Αριστείδου, ξεκινώντας για την Κολοκυνθού, όπου και τερματίζεται η ζωή του, η οποία ξεκίνησε το 1882.

Το τραμ στη λογοτεχνία

—του Σάκη Κουρουζίδη—

Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει,
άδειο κι ολόφωτο
μες στη νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων.
Μ’ ένα σκοπό του ταξιδιού: προς τα άστρα.

— Ν. Εγγονόπουλος

Τα τρένα και τα τραμ τροφοδότησαν με υλικό και ιδέες τις τέχνες και τα γράμματα περισσότερο από τα άλλα μέσα μεταφοράς, καθώς οι δρόμοι που ανοίγονται για να περάσουν οι ράγες διαφέρουν από τους άλλους, αυτούς που κόβουν το τοπίο για να περάσουν τα αυτοκίνητα. Οι ράγες χρειάζονται λίγα μέτρα χώρο, ενώ οι αυτοκινητόδρομοι θέλουν δεκάδες. Οι μεν σέβονται το τοπίο, οι δε το χαράζουν ανεξίτηλα, το μαστιγώνουν, το αλλοιώνουν.

Το ταξίδι με το τρένο προσφέρει μια αυθεντική εικόνα του τοπίου στον επιβάτη. Οι εμπειρίες που αποκομίζουν αξίζουν να καταγραφούν, να τις μοιραστούν με άλλους. Πεζογραφήματα, ποιήματα, σενάρια για θέατρο και κινηματογράφο, ταξιδιωτικές αναμνήσεις και χρονογραφήματα εκτυλίσσονται πάνω σε τρένα. Ο Ζήσης Πρωτοπαπάς, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, συγκέντρωσε σε έναν τόμο 96 σελίδων, ποιήματα και πεζά, με τίτλο Ανθολογία του Σιδηροδρόμου: Λογοτεχνικά Κείμενα. Ανθολογούνται κείμενα των Δ. Καμπούρογλου, Φ. Γιοφύλη, Π. Νιρβάνα, Στ. Δάφνη, Κλ. Μαρκίνα, Α. Καραντώνη, Ζ. Παπαντωνίου, Κ. Ουράνη, Τ. Δόξα, Αιμ. Δάφνη, Μ. Περάνθη, Ρ. Γκόλφη, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Γ. Σουρή, κά.

Η απόλαυση, βέβαια, του τοπίου γίνεται διαφορετικά από έναν πεζό. Τα δικαιώματα του πεζού αναλαμβάνει να υπερασπιστεί ο μέγας πεζοπόρος Ζαν Ζακ Ρουσώ, ο οποίος κυκλοφορούσε αποκλειστικά με το υπ’ αριθμόν …έντεκα (με τα πόδια, δηλαδή). «Η φύση ανήκει στους πεζούς», έλεγε. «Μόνον αυτοί μπορούν χαίρονται το τοπίο, να το γουστάρουν σε όλες τις λεπτομέρειές του, να ανακαλύπτουν τις κρυφές ομορφιές του. Αλλά μόνο το τοπίο ανήκει στους πεζούς; Η πόλη; Οι τύποι της, η ζωή της, το χρώμα της, ο παλμός της, οι βιτρίνες της, τα λόγια της, οι σκηνές της;». Ας μην μας αποθαρρύνει, όμως, ο Ρουσώ!

Το τραμ είναι ένα ιδιαίτερο τρένο. Κινείται, κυρίως, μέσα στην πόλη, όμως οι αναλογίες είναι πάντα ίδιες με τα άλλα μέσα μεταφοράς. «Γυρνώντας με το τραμ απ’ το Φάληρο, απαντήσαμε στο δρόμο, βιαστικά, το φθινόπωρο. Ξέχυσε μέσα στο βαγόνι μια μυρωδιά ανακατεμένη από υγρασία, από άρμη, από βρεγμένο αδιάβροχο, από τις κουρτίνες και τα ξύλα των καθισμάτων. Αυτό είναι, εγώ το ξέρω καλά. Γυαλίζει απάνω στα σύρματα, κουνιέται με τα κορδόνια κι’ ανάμεσα στα μαλλιά των κοριτσιών που κάθονται αντίκρυ και που οι φούστες τους έχουν το χρώμα μουσκεμένης ανεμώνας», διαπιστώνει ο Τέλλος Άγρας.

Η Αθήνα πρωτοείδε τροχοφόρο μόλις το 1831, όταν ο Άγγλος ναύαρχος Μάκολμ, διοικητής της μοίρας της Μεσογείου, έφερε από τη Μάλτα δυο κάρα για τη μεταφορά του οικοδομικού υλικού που χρειαζόταν για να κτίσει την βίλα του στα τότε ερημικά Πατήσια. Την επόμενη χρονιά, το 1832, όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα, άρχισαν μερικοί πλούσιοι να χρησιμοποιούν αμάξια –τα λεγόμενα τότε Phaetons, Vis-a-vis και τις περιβόητες Μαρίκες– για τις εκδρομές τους στα περίχωρα.

Προηγήθηκε η άμαξα του Παλαιολόγου που «πηγαινοέρχεται πλέον τακτικώς δις της ημέρας από Ναυπλίου εις Άργος» (Ιούνιος 1831). Κάποιος δάσκαλος της εποχής, αφού ξεφύλλισε όλα τα τότε λεξικά της Ελληνικής Γλώσσης, βρήκε πως το πρώτο Ελληνικό λεωφορείο έπρεπε να ονομασθεί Πασιτείνουσα, μεταφράζοντας κατά λέξη το «Ομνιμπούς».

Την εποχή που ξεκίνησε το πρώτο ιππήλατο τραμ στην Αθήνα, μια διαδρομή με άμαξα από την αγγλική εκκλησία ως την Ομόνοια στοίχιζε μία δραχμή, ενώ το εισιτήριο του τραμ είχε 15 λεπτά. Επί πλέον, ο περίπατος στο Παλαιό Φάληρο, πριν από τη λειτουργία του ατμοκίνητου τροχιοδρόμου, ήταν προνόμιο μόνο των πλουσίων. Ο εργαζόμενος λαός περιόριζε τον περίπατό του, κατ’ ανάγκη, στα εξοχικά κέντρα του Ιλισσού ή των Πατησίων και το πολύ μέχρι το Ν. Φάληρο, του οποίου η συγκοινωνία εξυπηρετείτο, από το 1869, με τον σιδηρόδρομο.

Εύλογος επομένως ήταν ο ενθουσιασμός με τον οποίον οι Αθηναίοι υποδέχθηκαν τη λειτουργία του πρώτου τμήματος του ιπποσιδηροδρόμου, που ξεκινούσε από την πλατεία Συντάγματος, διατρέχοντας τις οδούς Σταδίου και Πατησίων και τερμάτιζε λίγα μέτρα μετά την πλατεία Αγάμων (Αμερικής). Η επιβατική κίνηση ήταν αρκετά ζωηρή, όπως δείχνει το ανακοινωθέν της Εταιρείας τον Οκτώβριο του 1882 (τα εγκαίνια είχαν γίνει την 23η Απριλίου 1882), κατά το οποίο, εντός των τριών πρώτων μηνών, μεταφέρθηκαν συνολικά περί τα 400 χιλιάδες άτομα.

Κατέβαινε κάποτε κι’ ο τραμβαγέρης στο Σύνταγμα για να πιη σκασμένος από τη ζέστη, ένα ποτήρι νερό! Στους Αμπελοκήπους τα ίδια. Ένα σύννεφο σκόνης προηγείται. Έπειτα το τραμ… Και κάποτε, οι Αμπελοκηπήτες, που τα είχαν με την Εταιρεία, πήγαν μια μέρα λίγο πιο κάτω από κει, που είναι σήμερα ο «Ευαγγελισμός», ξεπέζεψαν τα άλογα και ζεύξανε δύο μεγαλοπρεπείς… Γαϊδάρους: Και υπό τας ιαχάς των γαβριάδων και τα ογκανίσματα των πτωχών υποζυγίων το τραμ έφθασε στο τέρμα του «ονήλατο πλέον».
Ο μέσος ήχος της πόλης αποκτά ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, τον ήχο «τζαζ» των τραμ.
«Ψυχή μου στα Πατήσια
που πάει ο δρόμος ίσια!»,
»Όσο για τον δρόμο που «πήγαινε ίσια» (που ειρήσθω εν παρόδω, ύστερα από του Λεβίδη, πήγαινε… μάλλον στραβά!), την εποχή εκείνη, μπορούσε να πάει κανείς, με τα πόδια και με το ιπποκίνητο τραμ, που έφτανε ως τα «Καλάμια», ύστερα «Κλωναρίδη», με κάτι πρωτόγονα λεωφορεία με άλογα, με δεκάλεπτο εισιτήριο και με επίσης δεκάλεπτο «βιζαβί». Αν η τσέπη βαστούσε, έπαιρνε κανείς μια «βιττόρια» ή ένα «λαντώ», με δύο άλογα και φυσικά, τότε, θα έπρεπε να πάη να πιη μπύρα στου Κλάϊν, ωραία, παχειά, νόστιμη μπύρα, με μαύρο σπιτικό γλυκό ψωμί της μπύρας και τυρί της Βίτσερης και μεσόστρατα, πριν απ’ του Λεβίδη, στην μπυραρία –κήπο, μεταξύ των οδών Πιπίνου και Τροίας, γιατί δεν υπήρχε τότε η τυποποιημένη νερουλιάρικη μπύρα– υπήρχε ακόμη η βαυαρική παράδοσις.

(Γεράσιμος Άννινος, «Παν», Οκτ. 1959)

Με μεγάλο ενθουσιασμό ξεκίνησε τη λειτουργία του την Καθαρά Δευτέρα του 1885 ο σιδηρόδρομος της Κηφισιάς, το περίφημο «θηρίο», που «ως το 1938 εξακολουθούσε, εξαπολύοντας τρομακτικά σφυρίγματα και τους τριγμούς του και γεμίζοντας τον αέρα με πυκνά σύννεφα μαύρου καπνού, να διασχίζη λαχανιάζοντας την οδό Γ΄ Σεπτεμβρίου κ’ εν συνεχεία άλλους δρόμους των Αθηνών». Υπήρξε μέρα γενικής γιορτής η ημέρα εκείνη. Βέβαια, μερικοί, όπως ο Θέμος Άννινος, ειρωνεύτηκαν τότε το θηρίο. Την εποχή εκείνη μεταφέρει ημερησίως 7.000 επιβάτες περίπου. «Από την Αθήνα ως το Λαύριο είχε 9 σταθμούς και 7 στάσεις, γέφυρες και οχετούς 163 και πολλά άλλα ωραία και θαυμάσια».

Ο Τίμος Μωραϊτίνης με την εμπειρία του ταλαιπωρημένου χρήστη του θηρίου κατέγραψε μοναδικές στιγμές της ιστορίας του:

Μετά μακροχρόνιον νόσον απεβίωσε χθες ο Σταμάτης, ο γνωστός ανάπηρος της Κηφισιάς. Ο μεταστάς εγεννήθη προ 53 ετών στην Αθήνα. Την γέννησιν του . . . τέρατος ουδέν σημείον ανήγγειλε.
Μία υπηρέτρια εισελθούσα από τον σταθμόν Λαυρείου με μίαν γλάστραν, μέσα στην οποίαν υπήρχε μικροσκοπικόν νεογέννητον φυτόν, έφθασε στην Κηφισιά μ’ ένα δένδρο ύψους πέντε μέτρων… Και οι ξένοι που ήρχοντο δια πρώτην φοράν εις Αθήνας, ερωτούσαν:
– Πόσον απέχει από δω η Κηφισιά;
– Με το τραίνο ίσαμε τρεις ώρες. Με τα πόδια μία ώρα και κάτι.

Το 1887 ξεκινά ο ατμήλατος τροχιόδρομος, γνωστός ως «κωλοσούρτης». Ένα ταξίδι με τον κωλοσούρτη ήταν κάτι το αξιομνημόνευτο κατά το σωτήριον έτος 1896. Ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς στο Απ’ Αθηνών εις Φάληρον – Περιπέτειαι τροχιοδρομικαί, καταγράφει τις εμπειρίες του:

Αλλ’ όλα αυτά δεν είναι τίποτε ακόμη. Η διασκέδασις αρχίζει όταν ο σαλιάρης αυτός, ο αυθαδώς αυτοκαλούμενος ατμήρης τροχιόδρομος, πράγματι δε κινητόν καβουρδηστήριον, θέση εις ενέργειαν τα πτυσίματα, τους σπινθήρας και τα μύρια ως βροχή λεπτή και των οφθαλμών φερόμενα και εφαρμώντα ανθρακομόρια καθ’ ων ουκ έστιν άμυνα ουδέ σωτηρία. Αυτά μεταβάλλουσι τους λευκούς επιβάτας εις μαύρους της Γουϊνέας, τας δε λευκάς και ωχράς Ατθίδας εις μελαψάς Αθιγγανίδας. Όταν ο συρμός φθάση ποτέ συν Θεώ – εάν φθάση– εις Φάληρον τότε νομίζει τις ότι είναι το τραίνο των Ινδιών, όπερ μεταφέρει τους μαύρους δούλους δια την φόρτωσιν και αποστολήν της ορύζης εν Βομβάη. Ποιο παιχνίδισμα του λαϊκού πνεύματος βρήκε τη λέξι; Αλλά πριν ή θαφτή κάτω από το γελοίο, είχε ζήσει μια ζωή, μια ζωή εντατικής δράσεως. Ήταν το μηχανοκίνητον μέσον που ωδηγούσε τους Αθηναίους από το ιοστεφές, όπως συνήθιζαν να αποκαλούν τη μικρή χαριτωμένη πρωτεύουσά τους, που εσκαρφάλωνε πάνω στην Ακρόπολι και θα έφθανε ως την Ομόνοια, στο Φάληρο.

Εις την απάτην ταύτην συντελεί τα μέγιστα και η καθ’ όλην την ακτήν παρέλασις των γυμνοτήτων ολοκλήρων οικογενειών ανδρών, γυναικών, κορασίδων, ίππων και κυναρίων, γαλών και κοκόρων, κάρρων και αμαξίων, σινδονών και τσαρουχίων, κανατίων και λεκανών, όλων φύρδην μίγδην και εις πανδαιμόνιον ποτ-πουρί ανακυκωμένων και συμφυρομένων εν τω κόλπω της πολυφλοίσβου ακτής…
Και όλ’ αυτά τα ηρωικά κατορθώματα όχι διά το χρυσούν δέρας της Κολχίδος, ουδέ διά τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων, αλλ’ απλούστατα διά να αναπνεύσητε ολίγον αέρα… με φόβον να εκπνεύσητε και τον όσον έχετε…

Ως το 1908, ως τοπικά μέσα συγκοινωνίας, η πρωτεύουσα διέθετε «τα ανεκδιήγητα ιπποκίνητα τραμ με το δαντελλωτό φεστόνι, που κρεμόταν από την οροφή τους» και δύο σιδηροδρόμους, τον δυσκίνητο και ασουλούπωτο ιπποσιδηρόδρομο Αθηνών-Φαλήρου, στον οποίον οι φιλοπαίγμονες Αθηναίοι είχαν κολλήσει ένα εκφραστικό παρατσούκλι, και τον άλλον, της Κηφισιάς, το περίφημο «Θερίο».

Την 18ην Αυγούστου 1908 «μεγαλοπρεπώς και θορυβωδώς» ξεκινούν από την βελγική Εταιρεία Τροχιοδρόμων Αθηνών-Πειραιώς-Περιχώρων, στην γραμμή της οδού Αγίου Κωνσταντίνου τα πρώτα τραμ, τα «ηλεκτρικά», όπως τα έλεγαν τότε οι Αθηναίοι.. Ένας εξέχων δημοσιογράφος, ένας «κομψογράφος», ο Γ. Τσοκόπουλος, από τις σελίδες των «Αθηνών» του Πωπ, στις 7 Σεπτεμβρίου 1908, περιγράφει με διθυραμβικές εκφράσεις την έναρξη της λειτουργίας ενός καινούργιου κυκλοφοριακού μέσου. «Χαράς Ευαγγελία… Αυτό είναι πράγματι μεταφορικό μέσον… Θαύμα… Άνεσις. Ταχύτης. Καθαριότης…»

Το τραμ απλώνεται σε πολλές ακόμη πόλεις της Ελλάδας. Το 1893, στην –τουρκοκρατούμενη ακόμα– Θεσσαλονίκη, και στη συνέχεια στο Βόλο, την Πάτρα, τη Σάμο και την Καλαμάτα.

«…Τι επιτέλους είναι αυτό που κάνει το τραμ να φαντάζει στη μνήμη μας σαν ένα από τα πιο προσφιλή μέσα μαζικής μεταφοράς, αφήνοντας να μας διατρέχει μια έντονη ρομαντική διάθεση στην αναπόλησή του; Μήπως η ελεγχόμενη ταχύτητά του ώστε με άνεση να παρακολουθεί ο επιβάτης και να προσλαμβάνει εικόνες; Μήπως η οργάνωση των ωφέλιμων χώρων υποδοχής των επιβατών που επέτρεπε να αναπτύσσεται μια αδιόρατη οικειότητα κοινωνικής επαφής;», αναρωτιέται ο Κ. Λαχάς. «Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το ενδιαφέρον των ποιητών και τραγουδοποιών για τις καθημερινά μεταφερόμενες κοινωνίες μέσα από τα βαγόνια του τραμ. Νάναι άραγε και η απουσία ρύπανσης της ατμόσφαιρας τόσο ώστε να κάνει ανεκτή την ηχορύπανση εξ αιτίας κυρίως της κακής τοποθέτησης των σιδηροτροχιών στις γραμμές ενώ ο ήχος από το καμπανάκι του τραμβαγιέρη ακούγεται ως σήμαντρο για την συνεχιζόμενη ζωή στην πόλη…»

Ο Φορτούνιο (Σπύρος Μελάς) στο «σημειωματάριό του» (Καθημερινή 15 Αυγούστου 1939) μας περιγράφει ένα Επεισόδιο στο τραμ:

Θα σου διηγηθώ – μου γράφει καθημερινός αναγνώστης – ένα επεισόδιο που μου συνέβη το βράδυ της τετάρτης Αυγούστου στο τραμ. Μέσα στη μονοτονία της πορείας του τραμ, αν δεν συντροφεύεσαι, τι άλλο έχεις να κάνεις, παρά να κυττάζης τους συνεπιβάτες σου; Πολλά μπορείς να μάθης απ’ τη σπουδή τους. Ο μακαρίτης ο Νιρβάνας, ολόκληρο το πνευματικό του το υλικό, το πήρε από αυτήν την παρακολούθηση των συνεπιβατών του. Έτσι έγραψε και τους περίφημους «Εφαψίες» του. Βέβαια, ο Π. Νιρβάνας, καθημερινός ταξιδιώτης με τραμ, ηλεκτρικό και το «θηρίο», κατέγραψε δεκάδες «επεισόδια» στα μέσα αυτά, δημιουργώντας μια μοναδική ηθογραφία του μεσοπολέμου. «Καθώς πλησιάζομεν, ανύποπτοι, προς την Γαργαρέτταν, το τραμ σταματά αποτόμως. Τι συμβαίνει; Συνηθισμένη ιστορία. Κόπηκε το ρεύμα. Το γεγονός γίνεται δεκτόν, κατά τόσους τρόπους, όσοι είνε και οι επιβάται. Και δημιουργείται αμέσως, εκ του προχείρου, μέσα στον στενόν εκείνον χώρον, μία έκθεσις ψυχών...

Ο Παύλος Παλαιολόγος πήγε παραπέρα. Είδε «ένα έγκλημα στο τραμ» (Ελεύθερον Βήμα, 8.6.1938), ενώ ο Δ. Σαββόπουλος φαντάστηκε αλλιώς το τραμ που ερχόταν: «…Από τα χώματα και με το αεράκι βλέπεις το τραμ να έρχεται γραμμή, είναι κατάφωτο και στο σκαλοπατάκι στέκει ο Τσιτσάνης μ’ ένα μικρό βιολί…»

Ο Ν.Γ. Πεντζίκης, κάπως μελαγχολικά, παρατηρεί:

…Τελευταία στάση του τραμ.
Όλοι κατεβαίνουν. Κόσμος πολύς.
Το τραμ ξαναγυρίζει για την επιστροφή.

Ο Κλείτος Κύρου, πάντα για το τραμ της Θεσσαλονίκης, θυμάται:

…Μικρό παιδί λυπόμουν τους ανθρώπους που τύχαινε ν’ ανταμώσουν τον καινούργιο χρόνο έξω στο δρόμο…
Ενώπιοι ενωπίοις, τους οδηγούς και τους εισπράκτορες των κατάφωτων τραμ…
…όταν περνούσε, τις μικρές ώρες, το τελευταίο τραμ, έπεφτε ξανά η αρχαία σιωπή…

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης συνήθιζε τη βόλτα με το τραμ: «Ένας συνηθισμένος μου περίπατος (το 1916) ήταν να παίρνω το τραμ της παραλίας και να πηγαίνω μόνος μου στο τέρμα, στο “Ντεπό”, κοντά στην ιστορική έπαυλη Αλλατίνι…». Αργότερα, (Μπουκέτο, 20/8/1931), στήνει μια Παγίδα πάνω σε ένα τραμ: «Κ’ έπειτα, στάσεις στις διασταυρώσεις, ακινησίες ώσπου νάρθει τ’ άλλο τραμ, δύσκολα ξεκινήματα, σαν προμελετημένα…».

Τρέχουν έξω οι βιτρίνες και τα δένδρα (…) Το ποτάμι (των Εβραίων) έφευγε, είχαν βγει στην λεωφόρο, στις γραμμές του τραμ (…) Στην Εγνατία άρπαξε το πρώτο τραμ που βρήκε και κάθισε στον εξώστη πίσω μια και δεν υπήρχανε καθίσματα. Κι είπε ο τραμβαγέρης «δρόσισε». Και σε λίγο βρίσκονταν (τον Νοέμβριο του 1944) στο τραμ και στέκονταν έτσι που να τον φυσάει και να του ανακατώνει τα μαλλιά (…) και να συλλογιέται είναι σαν παιχνίδι που θαρρείς πως τρέχουν σπίτια, δέντρα, στύλοι, άνθρωποι, τρέχουν προς τα πίσω από τα παιδικά του χρόνια

(Ν. Μπακόλας)

Ο Γ. Ιωάννου είχε επενδύσει πολλά στην επέκταση του τραμ της Θεσσαλονίκης:

…Υπήρχε τότε η διάδοση –κάτι σαν προφητεία– πως θαρθεί καιρός που από την Αγ. Δημητρίου θα περάσει το τραμ και πως για να φαρδύνει ο δρόμος θα γκρεμιστεί όλη η δεξιά γραμμή των σπιτιών από την οδό Σοφοκλέους ώς την Ευαγγελίστρια (…) Το πέρασμα του τραμ όμως δεν εκπληρώθηκε γιατί στο μεταξύ καταργήθηκαν τα ίδια τα τραμ…

Ο Τίμος Μωραϊτίνης, καταγράφει την ταλαιπωρία του από την αναμονή ενός τραμ που «(δεν) πάει Παγκράτι»:

Αλλά και το τέταρτον υπ’ αριθ. 12 τραμ εδήλωσεν ότι… «δεν πάει Παγκράτι». Αλλ’ ιδού το πέμπτον, το οποίον θα πάη. Αυτό θα πάη πράγματι, αλλ’ από τους αναμένοντας μάρτυρας δεν θα πάη κανείς. Διότι το πέμπτον έρχεται πλέον κατάφορτον. Το φορτίον του είνε μια μάζα από ανθρώπινες σάρκες. Άλλοι κρέμονται από τις σκάλες και άλλοι από το όπισθεν μέρος του εξώστου. Ο νόμος του αδιαχωρήτου έχει καταργηθή. Το θέαμα, το συγκοινωνιακόν αίσχος δηλαδή, προκαλεί την αγανάκτησιν του πλήθους που περιμένει. Και το οποίον θα περιμένη. Διότι η πόλις αυτή έχει λαμπράς, καλλιμαρμάρους οικοδομάς, έχει άφθονον ηλεκτρικόν φως, έχει ραδιόφωνα, κινηματογράφους, θέατρα, ντάνσιγκ αλλά… δεν πάει Παγκράτι.

Ο Ρώμος Φιλύρας, (στο Άπαντα: έμμετρα και πεζά) μας μεταφέρει στην «φανταγμένη Καστέλλα»:

… Στον δειλινόν, γαληνόν, μυρωμένον αέρα,
η αντιλαλιά του σημάντρου ηχάει στον αιθέρα…

Τη μαγική, κρεμαστή, φανταγμένη Καστέλλα,
Από τις βίλλες της ως τη στερνή χαμοκέλλα,
Το χιλιοχρώματο δείλι ροδίζει και βάφει
Και με χυτό τη στολίζει, καθάριο χρυσάφι.

Και στο δρομάκι που κάτω στην πόλη κυλάει,
Σαν φωτισμένο μετέωρο πάει το τραμβάϋ.

Ο Στρατής Τσίρκας στις Ακυβέρνητες Πολιτείες: Η Νυχτερίδα, καταγράφει μια άλλη εμπειρία που προσφέρει το ταξίδι με τραμ στους επιβάτες του, ίσως ειδικά στην Αλεξάνδρεια:

Καθώς ξεκινάει πάλι το τραμ, από το ύψος σας βλέπεις τι γίνεται μέσα στα διαμερίσματα. Ο Τόνης όρθιος σκύβει από τα κάγκελα. Γύρω από ’να τραπέζι, κυρίες• θα πίνουν τσάι. Μια κοπέλλα με κομπιναιζόν δοκιμάζει τη ζεστασιά του σίδερου φέρνοντάς το κοντά στο μάγουλο. Παιδιά χαιρετούν ανεμίζοντας χάρτινες σημαιούλες με τα χρώματα της Ιταλίας. Ένα κορίτσι με καστανόχαλκα μαλλιά χτενίζεται κοιτάζοντας έξω, σε παρακολουθεί.

Ο Κλέων Βρανάς, το 1915, συγκρίνει τα οφέλη και τις …ζημιές από την επιλογή πρώτης έναντι της δεύτερης θέσης στο τραμ:

Εσυλλογιζόμουνα ότι απ’ όλον εκείνον τον ποδοπατούμενον, τον ξενυχιαζόμενον, στραπατσαριζόμενον κόσμον διέφερα μόνον κατά μία πεντάρα, η οποία μου παρείχε μια τέτοια πριγκηπική άνεση.
– Την πίνω τσίπουρο, σου λέει ο άλλος, παρά να μου την πάρει το τραμ.
Παρακολούθησα προχθές τρεις οι οποίοι μόλις κατέβηκαν στο Συντριβάνι καταϊδρωμένοι από το ασφυκτικό ταξίδι της β΄ θέσεως του τραμ, διηυθύνθησαν στο πρώτο μπακάλικο.
– Ουφ, δεν είναι ζωή αυτή με τα τραμ, βάλε μας τρία τσίπουρα…
Είχαν πιει μια ντουζίνα τσίπουρο χάριν της… οικονομίας την οποίαν έκαμαν εις το τραμ.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο ποίημά του ΤΡΑΜ ΚΑΙ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ: Le soleil me brule et me rend lumineux, πάει με ένα τραμ στην Ακρόπολη (το τραμ περνούσε πράγματι μπροστά από την Ακρόπολη):

ΤΡΑΜ ΚΑΙ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ
Le soleil me brûle et me rend lumineux

Μέσ’ στη μονότονη βροχή
Τις λάσπες την τεφρήν ατμόσφαιρα
Τα τραμ περνούνε
Και μέσ’ από την έρημη αγορά
-που νέκρωσε η βροχή-
πηγαίνουν προς
τα
τέρματα

η σκέψη μου
γιομάτη συγκίνηση
τ΄ ακολουθεί στοργικά ώσπου
να φθάσουν
εκεί π ’ αρχίζουν τα χωράφια
που πνίγει η βροχή
στα τέρματα

τι θλίψη θα ήτανε –Θε μου-
τι θλίψη
αν δε με παρηγορούσε την καρδιά
η ελπίδα των μαρμάρων
κι΄ η προσδοκία μιας λαμπρής αχτίδας
που θα δώση νέα ζωή
στα υπέροχα ερείπια

απαράλλαχτα όπως ένα κόκκινο λουλούδι
μέσ’ σε πράσινα λουλούδια.

(Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν)

Ο ίδιος, στο ποίημά του ΜΠΟΛΙΒΑΡ επανέρχεται στο τραμ:

(Απόσπασμα)

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γεν-
ναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γεν-
ναία, τα δυνατά,
Γι αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι αυτούς τα δάκρυα, γι αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των
λιμανιών,
Γι αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσί-
δες, οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν ’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι’ ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ΄ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Η Αθηνά Ταρσούλη ταξίδεψε με το τραμ της Καλαμάτας, ο Μπάμπης Άννινος παραβρέθηκε στις δοκιμές του πρώτου ηλεκτροκίνητου οχήματος στην Ελλάδα, του τραμ της Πάτρας (1902) και ο Γιάννης Καιροφύλλας μας μετέφερε πολλές φορές, με νοσταλγία όπως πάντα, στην μπελ επόκ της Αθήνας του ιππήλατου, ατμήλατου και ηλεκτρικού τροχιόδρομου. Ο Μ. Καραγάτσης μας προέκυψε αντίπαλος του τραμ και με ένα τεχνοκρατικό κείμενο στο περιοδικό Συγκοινωνία (1950), όπου και αρθρογραφούσε, προτείνει: «Διεύρυνσις αρτηριών και κατάργησις τροχιοδρόμων». Βέβαια βρισκόμαστε στην εποχή που τα τραμ είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους για μια δεκαετία περίπου και είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες φωνές για την κατάργησή τους ή μάλλον για τον περιορισμό τους σε συγκεκριμένες διαδρομές. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Ν. Σ. Κτενιάδη για τη ιστορία της πρώτης περιόδου του ελληνικού σιδηροδρόμου στην Πρωία, (10-05-1936) μας δίνει μια πληροφορία για έναν «σιδηρόδρομο της Πεντέλης»: «Ο συντάκτης του ημερολογίου “Νέα Ελλάς” (1894, σελ. 428) λογάριαζε να ταξιδέψη με το σιδηρόδρομο στην Πεντέλη το καλοκαίρι του 1898. Εμείς μπορούμε με την ίδια βεβαιότητα να λογαριάζουμε όχι μονάχα το ταξιδάκι της Πεντέλης μα κι’ ένα δεύτερο σιδηροδρομικό ταξιδάκι από την Καλαμπάκα στη Βέρροια στα 1998. Τι τα θέλετε ! Σε μερικούς τόπους “οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους».

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε πάνω σε ένα τραμ (1940) διεκδικώντας λίγη από τη φήμη του Αντόνι Γκαουντί, του περίφημου καταλανού αρχιτέκτονα και μεγάλου λάτρη των τραμ, ο οποίος παρασύρθηκε από ένα τραμ το 1926, αφήνοντας ημιτελή την Sagrada Familia («… έπειτα, τι αλλόκοτη σύμπτωση αυτή η συγκοπή μες σ’ ένα τραμ! Θα νόμιζε κανείς πως ο αλησμόνητος χιουμοριστής, που τόσες φορές ακόνισε την πένα του στ’ αναξιοπαθήματα συνανθρώπων ανύποπτων, έδωσε πεθαίνοντας στους διαδόχους του ένα θέμα ολόπικρης ειρωνίας, που ταίριαζε περίφημα στο ύφος του». — Γ. Κοτζιούλας, Ο άνθρωπος της μοναξιάς, Νεοελληνικά Γράμματα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 1940, φύλλο αφιερωμένο στη μνήμη του Ζαχαρία Παπαντωνίου).

Ο Κ. Ταχτσής περιέγραψε σε ένα Παρασκήνιο τη «σκαλομαρία» στα «τραμβάϋ» των παιδικών του χρόνων, την οποία θυμήθηκε αργότερα και στα ποιήματά του. Ο Σ. Κουγιουμτζής αγαπούσε πολύ τα τραμ και ο Ν. Καμμώνας απευθύνεται με οδύνη «Προς τα τραμ…» (της Θεσσαλονίκης, 1954):

…Βαθύτατα συγκεκινημένοι από την εις βάρος σας καταδικαστικήν απόφασιν, σας απευθύνομεν το ύστατον «χαίρε» και σας βεβαιούμεν ότι δεν θα λησμονήσωμεν ποτέ την φιλεργίαν σας και τας πολυτίμους υπηρεσίας που μας προσφέρατε επί τόσα συνεχή έτη, παρέχοντες παράδειγμα φιλοπονίας εις τους Νεοέλληνας.
Σας παρακαλούμεν δε να λησμονήσετε την μοχθηρίαν ημών των δημοσιογράφων, οι οποίοι όλας τας ευθύνας για του Ψύλλου πήδημα τας επιρρίπταμε στα τραμ… Αλλοιώς εγνωρισθήκαμε και αλλοιώς χωριζόμαστε…

Από της 6ης πρωϊνής της 1ης Σεπτεμβρίου του 1908, όταν τέθηκε σε λειτουργία το πρώτο ηλεκτροκίνητο τραμ, μέχρι της 15ης Δεκεμβρίου 1959 (10 μήνες πριν από την κατάργηση και της τελευταίας γραμμής), συνολικά εξυπηρετήθηκαν δύο δισεκατομμύρια οκτακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια (2.825.000.000) Αθηναίοι και άλλοι επιβάτες, στις δεκαέξι γραμμές της πρωτευούσης και των περιχώρων της.

ΜΕ ΤΟ ΟΠΛΟ επ’ ώμου
τα τραμ
περιπολούν στις λεωφόρους
Πλώρη της σκεπής τους κάτω απ’ την ιστιοφορία
ενός ουρανού από μπαλκόνια και προσόψεις
κάθετη σαν κραυγές
Κραυγαλέες αφίσες εκτελούν
στα ύψη τις γιγάντιες ακροβασίες τους
Δυο ράγες τεντώνουν την άσφαλτο
και ο τρολές βιολιστής πάει παίζοντας στο πεντάγραμμο της νύχτας
και τα πλαϊνά του λιχνίζουν
στιγμιαίες ηχητικές παλέτες.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες,
Από το βιβλίο Η Ιστορία της νύχτας και άλλα ποιήματα.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Ανταλλαγή συζύγων

—Επισκόπηση Τύπου #35—

Στον Ελεύθερο Κόσμο (8/10/1969) διαβάζουμε για μια ανταλλαγή συζύγων στη Νέα Υόρκη με τη βούλα του δικαστηρίου: δύο ζευγάρια χώρισαν γιατί ο καθένας απατούσε τον άλλον με έναν από το άλλο ζευγάρι, και ξαναπαντρεύτηκαν ο καθένας με εκείνον / εκείνη που πριν… Χμ, ίσως δεν είναι σαφές… Ας πούμε ότι τα ζευγάρια είχαν παράνομο δεσμό χιαστί ή ότι ξαναανακατεύτηκε μια τράπουλα με τέσσερα χαρτιά (δυο ντάμες, δυο βαλέδες). Εν πάση περιπτώσει, είναι περίπλοκο, διαβάστε το και θα καταλάβετε. Ουφ…

Υ.Γ. Η μετέπειτα ζωή των πρωταγωνιστών της είδησης δεν είναι γνωστή. Αναρωτιόμαστε αν τα νέα ζευγάρια, που προέκυψαν —ή, μάλλον, που νομιμοποιήθηκαν από τη δικαστική απόφαση— παρέμειναν πιστά ή απάτησαν ο καθένας το νέο ταίρι του με το πρώην, κάτι που θα αποδείκνυε για άλλη μια φορά τη μεγάλη αλήθεια ότι όλα είναι στο μυαλό μας.

2014 10 16

 

* * *

Στη στήλη αυτή θα αναρτώνται αποσπάσματα από τον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο
ώστε οι αναγνώστες του dim/art να έχουν πλήρη και σφαιρική ενημέρωση.
Στη συνέχεια, τα αποκόμματα θα αναρτώνται στη σελίδα του dim/art
με τον ίδιο τίτλο (Επισκόπηση Τύπου) προκειμένου να μπορούν
(οι αναγνώστες του dim/art, πάντα) να κάνουν επαναλήψεις
διότι ανά πάσα στιγμή είναι πιθανόν να τους
βάλουμε απροειδοποίητο
διαγώνισμα.

* * *

Τα αποσπάσματα των εφημερίδων προέρχονται από τη συλλογή Τύπου
του Ελληνικού Ιστορικού και Λογοτεχνικού Αρχείου,
του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης.
Τη στήλη επιμελείται ο Γιώργος Τσακνιάς.

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Επισκόπηση Τύπου

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

Η επιστημονική φαντασία στην Ουγγαρία

—του Γιώργου Τσακνιά—

Οι Ούγγροι αγάπησαν τη λογοτεχνία του φανταστικού όσο και οι γείτονές τους Πολωνοί. Αν, ωστόσο, η Πολωνία έδωσε στην παγκόσμια λογοτεχνία έναν Στανίσλαβ Λεμ, οι Ούγγροι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας είναι ελάχιστα γνωστοί έξω από τη χώρα τους. Το ενδιαφέρον τους για το είδος ξεκινά από πολύ νωρίς, από τους πρωτοπόρους της ουγγρικής λογοτεχνίας στις αρχές του 19ου αιώνα, με βιβλία για φανταστικά ταξίδια και ουτοπίες, όπως το Ταξίδι του Ταριμένη (1804) του György Bessenyei (1747-1811), το Ταξίδι στη Σελήνη (1836) του Ferenc Ney (1814-1899) και οι μελλοντολογικές Τελευταίες μέρες (1847) του Miklós Jósika (1794-1865). Ο János Munkácsy (1802-1841) στο Πώς θα είναι ο κόσμος τον επόμενο αιώνα (1838), περιγράφει τα τεχνολογικά θαύματα σε τομείς όπως οι συγκοινωνίες και βεβαιώνει τους αναγνώστες ότι στον 20ό αιιώνα δεν θα γίνονται πόλεμοι μεταξύ των κρατών αλλά οι διαφορές θα λύνονται σε ανταγωνιστικούς διαγωνισμούς ποίησης.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΟ σημαντικότερος ίσως Ούγγρος συγγραφέας του 19ου αιώνα, ο Mór (Maurus) Jókai, έγραψε, μεταξύ άλλων, την Óceánia (1846), μια ρομαντική εκδοχή της Ατλαντίδας, το Μέχρι τον Βόρειο Πόλο (1876), όπου πρόγονοι και νεράιδες βγαίνουν από την κατάψυξη και επιστρέφουν στη ζωή για να σχολιάσουν τη σύγχρονη κοινωνία και το Εκεί όπου τo χρήμα δεν είναι Θεός (1904), όπου περιγράφεται η ζωή σε μια ευτυχισμένη απομονωμένη νησιωτική κοινότητα και γίνεται νύξη για τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Το πιο σημαντικό βιβλίο επιστημονικής φαντασίας του Jókai είναι το Μυθιστόρημα του επόμενου αιώνα (1872): οι ήρωες κατασκευάζουν αεροπλάνα από ένα νέο υλικό, το «ιχώρ», κυριαρχούν παγκοσμίως στις επικοινωνίες και στην οικονομία και μάχονται στον τελευταίο πόλεμο της ιστορίας της ανθρωπότητας πριν την Αιώνια Παγκόσμια Ειρήνη, ενάντια σε μια αναρχική Ρωσία. Στη συνέχεια, ένας κομήτης απειλεί τη Γη αλλά η ανθρωπότητα τον αντιμετωπίζει, ο άνθρωπος εποικίζει τη Σελήνη και κατακτά το Ηλιακό Σύστημα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, το ενδιαφέρον των Ούγγρων συγγραφέων για το φανταστικό και την επιστημονική φαντασία συνεχίστηκε από τους επιγόνους του Mór Jókai, όπως ο Titusz Tóvölgyi (1838-1918), που έγραψε μια σοσιαλιστική ουτοπία με τίτλο Ο νέος κόσμος (1888), ο István Makay (1870-1935), συγγραφέας του Στο αεροπλάνο για το Φεγγάρι (1899), και ο Gusztáv Beksics (1847-1906), στο βιβλίο του οποίου, με aaa nyugatcimlap19080101_nagyτίτλο Άρθουρ Μπάρνα (1880), μια ηφαιστειακή έκρηξη κάπου στην Αφρική πλημμυρίζει τεράστιες εκτάσεις με λιωμένο χρυσό, διαλύοντας έτσι την παγκόσμια οικονομία και προκαλώντας χρεωκοπίες κρατών, τραπεζών κ.ο.κ.

Σε νέα επίπεδα άνθισης και δημοφιλίας έφεραν την ουγγρική επιστημονική φαντασία και λογοτεχνία του φανταστικού οι συγγραφείς περί το περιοδικό Nyugat (Δύση), που σχεδόν όλοι ασχολήθηκαν με τα είδη αυτά. Ο Frigyes Karinthy (1887-1938) έγραψε πολλά διηγήματα για διαστημικά ταξίδια, για καταστροφές κοσμικών διαστάσεων, για ταξίδια στον χρόνο και για άγνωστες δυνάμεις, καθώς και φιλοσοφικά έργα όπου καταπιάνεται, μεταξύ άλλων, με το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης. Ο ποιητής Mihály Babits (1883-1941) δημιουργεί στα υψηλής λογοτεχνικής αξίας μυθιστορήματά του φανταστικούς κόσμους, όπου οι ήρωές του ζουν σουρεαλιστικές περιπέτειες. Στο Ο πιλότος Έλζα ή η τέλεια κοινωνία (1933), καταφέρεται ουσιαστικά εναντίον της ανόδου του φασισμού. Ο Karinthy και ο Babits είναι οι μόνοι συγγραφείς της γενιάς αυτής που έργα τους έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά. Άλλοι λογοτέχνες του κύκλου του περιοδικού Nyugat είναι οι Dezsö Kosztolányi (1885-1935), Géza Csáth (1888-1919), Géza Laczkó (1884-1953), Gyula Szini (1876-1932), László Cholnoky (1879-1929), Béla Balázs (1884-1949) και Margit Kaffka (1880-1918).

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ουγγρική επιστημονική φαντασία ακολούθησε την αντίστοιχη σοβιετική και μπήκε αναγκαστικά στην υπηρεσία της προπαγάνδισης της κατάκτησης του Διαστήματος από τους συντρόφους d767_4_bigκοσμοναύτες της φίλης και γείτονος. Από την περίοδο αυτή, ενδιαφέρον έχει το έργο του Péter Földes με τίτλο Το ιώδες φως (1956). To 1968, ο εκδοτικός οίκος Móra εγκαινίασε μια σειρά βιβλίων τσέπης με τίτλο Kozmosz Fantasztikus Könyvek (Βιβλία Φανταστικός Κόσμος)· η έκδοση της σειράς εξακολουθεί υπό τη διεύθυνση του Péter Kuczka και τα περισσότερα εξώφυλλα που παρουσιάζουμε παρακάτω προέρχονται από αυτήν. ­Το 1972 ο ίδιος οίκος άρχισε να κυκλοφορεί το περιοδικό Galaktika, με αρχισυντάκτη επίσης τον Péter Kuczka, το οποίο κυκλοφορεί ακόμη σε μηνιαία βάση και πουλάει περίπου 50.000 τεύχη. Από το 1985 κυκλοφορεί επίσης το διμηνιαίο Robur, με περίπου διπλάσιες πωλήσεις.

* * *

Από τα μέσα του 20ού αιώνα και κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, μεταφράστηκαν στα ουγγρικά τόσο οι κλασικοί της επιστημονικής φαντασίας (Isaac Asimov, Stanislaw Lem, Ray Bradbury, Douglas Adams κ.ά.) όσο και οι προπάτορες του είδους (Ιούλιος Βερν, H.G. Wells, Aldous Huxley κ.ά.) Ακολουθούν μερικά υπέροχα εξώφυλλα — δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τα ονόματα των δημιουργών τους.

cvwxw3jwkkwinlpfzcva

dheebzgbiotulgvzhjac

fv2u9kufmx0nka4p5jd6

h20f7pbzdyhcw35zdeo4

hrczoex8ke4qskyjnlnt

ii7a8huqxnzlffwfsqlm

kcxzumfjecuvir0vplhg

tszn38casibjoryadaif

urb956npyvkanc1zvsf2

wrrwajlbmwbsoaiopzas

xpzt8p2g72ob6mwefx7g

Για το κείμενο χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από την SFE (Εγκυκλοπαίδεια της Επιστημονικής Φαντασίας).

Οι εικόνες των εξωφύλλων προέρχονται από το io9.com

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

Από τη Μελίνα στην Αμάλ

—της Μαρίας Κατσουνάκη—

Ο τίτλος «Πληθαίνουν οι φωνές για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα» πρέπει να έχει εμφανιστεί αναρίθμητες φορές στις καλλιτεχνικές σελίδες του ελληνικού Τύπου τις τελευταίες δεκαετίες. Από τη Μελίνα Μερκούρη στην Αμάλ Αλαμουντίν, είναι πολλά τα χρόνια που μεσολάβησαν. Η διαδρομή που έχουμε διανύσει ως άνθρωποι και ως χώρα είναι πολύ μεγάλη· προς το χειρότερο και προς το καλύτερο. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μας. Ας θυμηθούμε την αρχή της ιστορίας, κάπου στη δεκαετία του ’60: στην πρώτη σκηνή της «Φαίδρας» ο φακός κάνει ένα τράβελινγκ στην εξωτερική όψη του Βρετανικού Μουσείου και ύστερα περνάει στην αίθουσα των Μαρμάρων. Η Μελίνα στέκει και τα κοιτάει. Από σύμπτωση ή από πρόθεση, ο σπόρος ρίζωσε. Ο Ζυλ Ντασσέν κινηματογραφούσε τη Μελίνα Μερκούρη στον χώρο που, χρόνια αργότερα, θα γινόταν η σημαία της πολιτιστικής πολιτικής της. Γοητευτική και μαχητική, επιχειρηματολογούσε υπέρ της επιστροφής. Πότε με λευκή καμπαρντίνα, κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι, πότε μιλώντας με πάθος στη μεγάλη συνδιάσκεψη του Μεξικού, όταν η UNESCO ψήφισε για την επιστροφή (1982).

Τα χρόνια περνούσαν και το ελληνικό αίτημα αντιμετωπιζόταν άλλοτε με συγκρατημένη χλεύη ή φλεγματικό χιούμορ, άλλοτε με αυστηρές συστάσεις από τη βρετανική πλευρά. Ούτε θυμάμαι πόσες φορές χρειάστηκε να καταγράψουμε στις πολιτιστικές σελίδες την άρνηση του διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου με επιχειρήματα κάποτε λογικά και οργανωμένα, κάποτε απαξιωτικά και υπεροπτικά. Οταν απαντήθηκε και το ερώτημα «και να έρθουν, πού θα τα βάλετε», με την ανέγερση του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης, το «κίνημα υπέρ της επιστροφής» αποκτούσε, διεθνώς, όλο και περισσότερους οπαδούς. Πριν από ένα χρόνο ο Guardian (μετά τις σχετικές δηλώσεις του Τζορτζ Κλούνεϊ στο Φεστιβάλ Βερολίνου) έκανε δημοσκόπηση «αν πρέπει η Βρετανία να επιστρέψει τα Ελγίνεια», με το 80% να τάσσεται υπέρ της επιστροφής. Κατά καιρούς επίσημα, βρετανικά, χείλη αναφέρονταν σε «δανεισμό», το κλίμα, αν δεν μεταστρεφόταν κέρδιζε όλο και περισσότερους υποστηρικτές.

Η ελληνική πολιτεία τώρα, ΥΠΠΟ και κυβέρνηση, το ίδιο διάστημα της 30ετίας, χρησιμοποιώντας τα Γλυπτά είτε ως εθνικολαϊκιστικό σύνθημα είτε ως πολιτιστική διεκδίκηση, έκανε βήματα λιγότερο ή περισσότερο σοβαρά.

Η προχθεσινή άφιξη της ωραίας Αμάλ Αλαμουντίν, με την αίγλη της κ. Κλούνεϊ να επισκιάζει τη δραστηριότητα της μεγαλοδικηγόρου, προκάλεσε εκτός από μεγάλη δημοσιότητα και πολλές σκέψεις. Δεν είναι μόνο το δίλημμα της ελληνικής κυβέρνησης αν τη συμφέρει ή όχι η νομική διεκδίκηση. Είναι και η «φαντασμαγορία» ενός εξαιρετικά προβεβλημένου προσώπου, όπως της κ. Αλαμουντίν, που μετακινεί το ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών στη σφαίρα του θεάματος. Ενδεχομένως, αυτό, να μην είναι κατ’ ανάγκην κακό. Οι δεκαετίες που μεσολάβησαν από τη Μελίνα Μερκούρη ισχυροποίησαν μεν τη θέση της εικόνας, αλλά την ίδια στιγμή ανέδειξαν και την εφήμερη επιρροή της, εξαιτίας της κατάχρησής της. Ολα τα ρεπορτάζ επικεντρώθηκαν στις κομψές ενδυματολογικές επιλογές της, στα πέντε πιάτα του γεύματος στο Μικρολίμανο, στο «πάθος που μοιράζεται μαζί μας για την υπόθεση των Μαρμάρων».

Μεγαλώσαμε με το αίτημα της επιστροφής των Γλυπτών και ακόμη δεν έχουμε μια σαφή απάντηση: τα θέλουμε γιατί δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε αλλιώς (η υπόθεση έχει πάρει διαστάσεις – ποιος θα τολμούσε να παγώσει το αίτημα), τα θέλουμε από γινάτι, τα θέλουμε γιατί «εδώ ανήκουν», «η Ακρόπολη τα καλεί» κ.ο.κ., τα θέλουμε ως το εθνικό μας αφήγημα, «για την Ελλάδα, ρε γαμώ το», τα θέλουμε γιατί; Μέσα σε αυτήν την «επιστροφή» χωράνε πλέον όλα. Οπως συμβαίνει και με κάθε μιντιακό μύθο που μας αποσπά από την πραγματικότητα.

Πηγή: Καθημερινή

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Copy-paste

Το dim/art στο Facebook