Η ζωή λάσκαρε

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα 

Ανηφορίζοντας αργά το βράδυ, πριν από λίγες μέρες, από την Ακαδημίας προς την Ασκληπιού, η παρέα μας κοίταζε με αμηχανία και θλίψη τον «μουτζουρωμένο» Παλαμά, το «χιτλερικό μουστάκι» του Ξενόπουλου, την αποκεφαλισμένη Κυβέλη. Τις τελευταίες εβδομάδες οι κουκουλοφόροι ξαναβγήκαν στους δρόμους της Αθήνας, συνεπικουρούμενοι πολιτικά από μια ιδιάζουσα επιτρεπτικότητα στα θέματα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, στο όνομα πάντα της «αριστερής διακυβέρνησης». Οι καταλήψεις δημόσιων χώρων, οι βεβηλώσεις μνημείων, και οι βανδαλισμοί επέστρεψαν στο κέντρο της πόλης, με πρωταγωνιστές τους «γνωστούς αγνώστους», που κρύβουν το πρόσωπό τους για να καλύψουν την απρόσωπη αντικοινωνικότητά τους. Παράλληλα, η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε στα καλλιτεχνικά όρια της street art, στην αξία του γκράφιτι, στις ατυχείς δηλώσεις του υπουργού κ. Νίκου Ξυδάκη για το «ζοφερό μικροκλίμα της περιοχής».[1] Πολύ φοβάμαι πως όλη αυτή η συζήτηση απλώς αισθητικοποιεί την αναδυόμενη βία, παραγνωρίζοντας πως το θέμα δεν είναι η εναλλακτική καλλιτεχνική δημιουργία αλλά η χρήση του αστικού χώρου ως δημόσιου αγαθού.

Όπως πολύ σωστά παρατηρεί η Μαρία Κατσουνάκη, στο χθεσινό της άρθρο στην Καθημερινή,  όλοι οι πρόσφατοι στόχοι «αποτελούν προβεβλημένα μνημεία της πόλης, καθένα με την ιστορία του. Όσοι αποφάσισαν να πλήξουν τις όψεις τους (στην περίπτωση των κινηματογράφων να κάψουν ολοσχερώς) ήθελαν και να ευτελίσουν, να απαξιώσουν (ορισμένα, όπως το Πολυτεχνείο, ήδη απαξιωμένα), δημιουργώντας μια αλυσίδα κακοφωνίας. Να μετατρέψουν τα τοπόσημα σε νεκρόσημα. Δεν θέλουν να καταστρέψουν το επόμενο βήμα, την όποια εξέλιξη, αλλά τα ίχνη της συνέχειας, τους δεσμούς με τα συγκεκριμένα μνημεία και ό,τι αυτά εκπροσωπούν».[2] Οι κουκουλοφόροι-αγγελιοφόροι του μίσους ξαναβγήκαν στους δρόμους αδιαφορώντας για την πορεία της χώρας, για τη νέα κυβέρνηση, για τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις. Επανέλαβαν μονότονα, τελετουργικά και βίαια το γραφικό τους τελεσίγραφο: «ολική άρνηση πολιτισμού για την ολική απελευθέρωση».[3]

Εδώ και πολύ καιρό, το πρόβλημα δεν είναι η «εναλλακτική τέχνη του δρόμου» αλλά η ίδια η κοινωνική συνοχή της πόλης, η ανθρωπολογική συνθήκη της συνύπαρξης, η αρχιτεκτονική του συμπλησιασμού∙ με άλλα λόγια, το ίδιο το αστικό βίωμα. Τα νέο-αναρχικά «τάγματα εφόδου» που καίνε και μουτζουρώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους στους δρόμους της Αθήνας είναι το σύμπτωμα μιας κοινωνίας με διαρρηγμένους πολιτικούς, πολιτισμικούς και ηθικούς δεσμούς. Πίσω από αυτή την πληθωρική βία μπορεί κανείς εύκολα να αναγνωρίσει την παρακμή της δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας και την καταστροφική εκδοχή του «μαζικού ατομικισμού». Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι στις μέρες μας, αυτός ο «μαζικός ατομικισμός» φοράει πλέον το κοστούμι της «εικαστικής βεβήλωσης», σε μια εξαντλημένη πόλη που καθαρίζει κάθε πρωί τα ίχνη από τη νυχτερινή περίπολο των κουκουλοφόρων.

Θα ήταν κρίμα ωστόσο να συγχέουμε τη street art με το πρωτόγνωρο φαινόμενο «πολιτισμικού τζιχαντισμού», που ζούμε τις τελευταίες μέρες. Τώρα που «η ζωή λάσκαρε», όπως ιδιοφυώς «σημειώνει» στον πραγματικό και διαδικτυακό της τοίχο η αρμόδια επί του θέματος Lebaniz Blonde,[4] οι τοίχοι, τα αγάλματα και τα μνημεία της πόλης μας δεν αντέχουν τη μετατροπή μιας παλιάς αστικής τέχνης σε βίαιη επίδειξη μιας ακραίας αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Αν η αστική αρχιτεκτονική είναι –ή, έστω, μπορεί να γίνει– πράγματι ένας καμβάς μυθοπλαστικής φαντασίας, τότε θα πρέπει να διαχωρίσουμε άμεσα αυτή τη φαντασία από την «κουλτούρα της βίας». Ίσως έτσι μπορέσουμε να διακρίνουμε και τους πραγματικούς καλλιτέχνες από  εκείνους που απλώς χρησιμοποιούν το σπρέι για να μουτζουρώσουν τον δημόσιο αστικό χώρο.

Η μοντερνιστική φαντασίωση των ερειπίων δεν είναι άλλωστε καινούργιο στοιχείο. Στον «Βομβιστή του Παρθενώνα» του Χρήστου Χρυσόπουλου (εκδόσεις Καστανιώτη) μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τις ρήξεις και τις συνέχειες ενός αφηγήματος, που συνδέεται με τις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες και τη γοητεία μιας «αρχαιολογικής καταστροφής». Αρκεί να θυμόμαστε παράλληλα και τις λεπτές παρατηρήσεις του Βικτόρ Σερζ: «Ένας νεαρός δίπλα μου έσπαγε τις πορσελάνες στα Χειμερινά Ανάκτορα», διηγείται ο Βικτόρ Σερζ στα απομνημονεύματά του. «Όταν του είπα να μην το κάνει γιατί είναι πολύτιμα έργα τέχνης, μου απάντησε «θα σπάσω όλες τις πορσελάνες του κόσμου αν είναι να ζήσουμε ελεύθεροι»». Αυτός ο νέος αντάρτης ένιωθε ότι οικοδομούσε κάτι νέο. Όπως ένιωθαν και οι κομμουνάριοι του Παρισιού, που θέλησαν να κάψουν την Παναγία των Παρισίων, αλλά εμποδίστηκαν από τους οπλισμένους καλλιτέχνες της Κομμούνας, οι οποίοι την υπερασπίστηκαν στο όνομα των «αιώνιων αισθητικών αξιών».[5] Στην εποχή μας, αυτοί που καταστρέφουν τα μνημεία δεν είναι βέβαια οι πρωτοπόροι καλλιτέχνες και οι κομμουνάροι αλλά μερικοί φανατικοί τζιχαντιστές και μερικά «μπαχαλάκια». Τώρα που, μέσα στην κρίση, «η ζωή λάσκαρε», μπορούμε επιτέλους να διεκδικήσουμε μια δημοκρατική «τέχνη του δρόμου» χωρίς απεχθείς κουκούλες και σπασμένα αγάλματα. Για να ακουστεί έστω μια φωνή «κι από το πρώτο μάρμαρο, κι από το πρώτο μνήμα», όπως θα έλεγε κι ο «μουτζουρωμένος» Παλαμάς.

 

[1] https://left.gr/news/n-xydakis-i-skoteinia-toy-gkrafiti-anadyetai-apo-zofero-mikroklima-tis-periohis

[2] http://www.kathimerini.gr/808014/opinion/epikairothta/politikh/h-yyxh-ths-polhs-sto-apospasma

[3] Φώτης Απέργης, «Άρνηση πολιτισμού», εφημ. Επένδυση, Σάββατο 21-Κυριακή 22 Μαρτίου 2015, σ. 48.

[4] https://www.facebook.com/pages/Lebaniz-Blonde/656290104460563

[5] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=240889

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.