Μοίρες

Αυτό δεν είναι τραγούδι #589
Dj της ημέρας, η Ειρήνη Βεργοπούλου

Αγαπώ τους κάδους και τα παραπεταμένα τους. Τα ταπεινωμένα τους. Τα άχρηστα, τα ρημαγμένα, σκουριασμένα, σαπισμένα, τα καταρρακωμένα. Όσα δεν αγαπιούνται πια, δεν είναι πλέον επιθυμητά.

Περπατάω πολύ στην πόλη, κοιτάω πολύ, διψώ να βλέπω. Κοιτάω πολύ και χάμω: και τα ριγμένα στα πεζοδρόμια και το οδόστρωμα αντικείμενα, και οι λεκέδες ακόμα, φυλάσσουν ιστορίες. Προϋπήρξαν ως χρηστικά ή αγαπητά για κάποιους κομμάτια, ενώ τα διάφορα ίχνη που μένουν πίσω είναι θρασείς μαρτυριάρηδες.

Τις προάλλες έπεσα πάνω σε κάτι κασέτες. Το λέω, και μου φαίνεται σαν ψέμα.

Κασέτες. Αυτές οι φιλενάδες, που γράφανε κάποτε σε αυτές οι άνθρωποι τα τραγούδια που αγαπούσαν.

Ήμουν κάπου, ας πούμε κεντρικά στην Αθήνα, και διέσχιζα το διάσελο μεταξύ χοντρής κολόνας ΔΕΗ και σκουπιδο-κάδου, σε στενό πεζοδρόμιο. Τις πήρε το μάτι μου στα αριστερά μου, χαμηλά. Καμιά δεκαπενταριά κασέτες, από εκείνες που τις λέγαμε «άδειες», και που εγγράφαμε μέσα τους ότι θέλαμε, τραγούδια ας πούμε, ή φωνές, σημειώνοντας μετά με στυλό τους τίτλους, το περιεχόμενο, ό,τι και αν ήταν τέλος πάντων, στις λεπτές μαύρες γραμμούλες στο εσώφυλλό τους. Που το αναποδογυρίζαμε μετά και το κάναμε εξώφυλλο, ναι; Αυτές, ναι.

Καμιά δεκαπενταριά τέτοιες. Σε ένα χαρτοκιβώτιο πεταμένο, δίπλα στον κάδο. Απόλυτα περιφρονημένες. Κοντοστάθηκα αρκετά λεπτά. Έσκυψα και περιεργάστηκα τις λέξεις με τις περιγραφές των τραγουδιών. Η γραφή ήταν καλαίσθητη, το πιθανότερο γυναικεία. Η μουσική πρέπει να ήταν κάποια λάτιν συγκροτήματα και τραγουδιστές. Έβγαλα το κινητό και τις φωτογράφησα. Ποιες ιστορίες να κρύβουν κι αυτές, αναρωτήθηκα. Ποια συγκυρία ισχυρή ή ασήμαντη, τις έστειλε να καταλήξουν έτσι άκλαυτες, στα σκουπίδια, ενώ κάποτε —είχαν και χρονολογία, 1990 διέκρινα— θα έπαιξαν μείζονα ρόλο στον ψυχισμό ενός τουλάχιστον, μάλλον και περισσότερων ατόμων.

cassetes
Και θυμήθηκα εκεί, επί τόπου, ένα δώρο που είχα λάβει κάποτε για γενέθλια. Όταν ακόμα γνωρίζαμε άριστα τι σχέση έχει το στυλό μπικ με το τετράγωνο αυτό αντικείμενο της εικόνας με τις ροδούλες δεξιά και αριστερά (ναι, το γνωστό κουίζ που απευθύνεται στους σημερινούς έφηβους, που δεν έχουν δει κασέτα ποτέ γιατί οι γονείς τους έχουν εκδιώξει τα κασετόφωνα και τα περιφερειακά τους από τα σπίτια, τέτοιος όλεθρος).

Ήταν, λοιπόν, τα γενέθλιά μου, και με αρκετά μικρό πρόσημο αριθμού ηλικίας· ακόμα. Και δέχομαι μια πρώην άγραφη (θυμήθηκα, έτσι τις λέγαμε) κασέτα, όπου είχε αντιγραφεί μέσα το CD «Μαμά Γερνάω», του 1988, με την —ανεπανάληπτη όπως κρίθηκε από τους ιστορικούς της μουσικής αργότερα— συνεργασία των Κραουνάκη/Νικολακοπούλου/Τσανακλίδου. Και τα παίρνω λοιπόν τότε στο κρανίο, αλλά δεν είπα τίποτα, για λόγους ευγένειας (χρόνια μετά έκρινα ότι έπρεπε να παρακάμψω την ευγένεια και να τα πω ένα χεράκι, και δυο χεράκια ίσως, στην πηγή από την οποία δεχόμουν αρκετό πείραγμα και κοροϊδία, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια). Με μικρό πρόσημο εγώ ηλικίας ακόμα, και με κερνούν φαρμάκι, μου δίνουν δώρο με τίτλο «Μαμά Γερνάω», ενώ και τα τριάντα μου ήταν μακριά ακόμα, έτσι, για να πέσει απλά ξύδι στις όποιες μετεφηβικές πληγές και ανασφάλειες, απλά και μόνο για την πλάκα;

Αλλά στην πραγματικότητα είχα βγει κερδισμένη. Πέρασα βδομάδες κολλημένη με τα τραγούδια του δίσκου. Όλα τα στάσιμα ζωής, σε ένα CD. Την έλιωσα την κασέτα. Όπως έλιωνε και η Τσανακλίδου πολύ συχνά στην ηχογράφηση, δίνοντας τεράστιες ερμηνείες. Λίγο πριν ξεκινήσει η συνεργασία της με Κραουνάκη και Λίνα, είχε πεθάνει η μητέρα της, και το ομότιτλο τραγούδι γράφτηκε πάνω σ’ αυτό. Και οι υπόλοιπες συνθέσεις του δίσκου πλέχτηκαν αριστουργηματικά γύρω από την χημεία της συγκυρίας και της συνύπαρξης των τριών τότε.
Ιδιαίτερα αγάπησα τις «Μοίρες». Ακόμα το ακούω, και μου έρχεται στο μυαλό χορός γυναικών αρχαίας τραγωδίας την ώρα που μπαίνουν στη σκηνή, πιασμένες χέρι χέρι. Και η Τάνια κορυφαία, να ιερουργεί πάνω στα θηριώδη σε σηματολογία λόγια της Νικολακοπούλου. [Το είπε το 1991 αντίστοιχα σε αρσενικό πρόσωπο και ο Αντώνης Καλογιάννης.]

Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ’ τη ζωή κρατιόμουνα
κρατιόμουνα σ’ ένα καφάσι μπίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ’ τη ζωή κρατιόμουνα
κι ονειρευόμουνα σ’ ένα καφάσι μπίρες

Την ώρα που περπάτησα μου ‘φέραν και τα δώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της γονάτισα
γονάτισα και μου ‘λεγαν προχώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της ξεστράτισα
και παραστράτησα στην πρώτη κατηφόρα

Τα λόγια σου τα ψεύτικα φαρμάκι κι αγωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ’ ερωτεύτηκα
παιδεύτηκα σ’ αυτή την κοινωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ’ εμπιστεύτηκα
και ρεζιλεύτηκα στην παλιοκοινωνία

Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ’ τα εσύ
τα χρόνια που ‘φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη
στον κόσμο που ‘ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

One comment

Γράψτε απάντηση στο Ειρήνη Βεργοπούλου Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.