Η ντροπή των πραγμάτων

–ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Γιώργου Θεοχάρη–

στην παρέα της 26ης Δεκεμβρίου

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ: Δεν έπρεπε να γεράσεις προτού βάλεις μυαλό.
–Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Βασιλιάς Ληρ, I.5

Παραμονή

Στέκεται για πρώτη φορά στη ζωή του σε ουρά αναξιοπαθούντων: και μόνο η λέξη τον κάνει να αισθάνεται αξιολύπητος. Μπροστά του ένας νεαρός διαβάζει από ένα βιβλίο κουνώντας τα χείλη του άηχα, σαν να προσεύχεται. Για να στρέψει την προσοχή του σε οτιδήποτε άλλο πέρα από τη δυσάρεστη συγκυρία, παίζει ένα παλιό αγαπημένο παιχνίδι: προσπαθεί να δει τον τίτλο του βιβλίου που διαβάζει ο νεαρός. Η θέση του δεν τον ευνοεί – δεν μπορεί να δει το εξώφυλλο. Το βιβλίο έχει κεφαλίδες, αλλά αδύνατον να τις διαβάσει: η όραση τον εγκαταλείπει καλπάζοντας τώρα τελευταία – ομοίως και οι άλλες αισθήσεις, με την εξαίρεση της πιστής αφής. Ο νεαρός, που ίσως να αισθάνθηκε την ανάσα του περίεργου στον σβέρκο του, τον διευκολύνει: του δείχνει το εξώφυλλο. Η Πείνα του Κνουτ Χάμσουν.

«Έχετε κι εσείς την ψυχαναγκαστική συνήθεια να κοιτάζετε τι διαβάζει ο κόσμος σε δημόσιους χώρους, ε;»

Ο λαθραναγνώστης αιφνιδιάζεται.

Ο νεαρός, φύσει εξωστρεφής κατά τα φαινόμενα, κλείνει τα μάτια και απαγγέλει: «Ήταν τότε που βολόδερνα πεινασμένος στη Χριστιανία, αυτή τη θαυμαστή πόλη που δεν εγκαταλείπεις χωρίς να έχει αφήσει τα σημάδια της πάνω σου».

Ηθοποιός, συμπεραίνει ο άλλος. Κάτω από τα τριάντα, άρα ελπίζει ακόμα.

«Μα τι κάνετε; Το αποστηθίζετε;» τον ρωτάει, δήθεν εντυπωσιασμένος.

«Μόνο την πρώτη παράγραφο. Έχω αποστηθίσει τις πρώτες παραγράφους άπειρων βιβλίων. Σαν άσκηση, ξέρετε».

«Ξέρω. Φοβερό!»

Καθόλου φοβερό. Το φοβερό είναι ότι βρίσκονται ώρα τώρα, παραμονή Χριστουγέννων, σ’ έναν διάδρομο στο Ταμείο Αλληλεγγύης Εργατών Θεάτρου, περιμένοντας τη σειρά τους για να πάρουν ένα δέμα τροφίμων.

«Είναι νέα έκδοση, δεν θυμάμαι να την έχω δει. Καλή η μετάφραση;»

«Δεν έχω με τι να τη συγκρίνω. Καλή μού φαίνεται».

Η συζήτηση παγώνει. Κανείς από τους δύο δεν συνηθίζει να πιάνει κουβέντα με αγνώστους σε ουρές. Αυτή η ουρά, όμως, διαφέρει – ως προς την ντροπή των πραγμάτων.

Ο νεαρός μπαίνει κάποτε, με τη σειρά του, στο γραφείο όπου γίνεται η διανομή των τροφίμων. Είμαι ο επόμενος. Ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί. Τώρα! Η γη δεν του κάνει το χατίρι.

Δύο λεπτά αργότερα, ο νεαρός βγαίνει κρατώντας μία τεράστια μπλε πλαστική σακούλα. Το αδιαφανές πλαστικό κρύβει το περιεχόμενο, αλλά ο όγκος της μοιάζει πολλά υποσχόμενος. Μπαίνει «ο επόμενος». Τον υποδέχονται δύο γυναίκες, η μία όρθια δίπλα στις στοιβαγμένες σακούλες, η άλλη καθιστή, μισοκρυμμένη πίσω από την οθόνη ενός υπολογιστή. Η δεύτερη τον ρωτάει:

«Η κάρτα σας;»

«Κάρτα; Δεν έχω».

«Το όνομά σας;»

«Χρήστος Πολίτης».

Η υπάλληλος ψάχνει σε μια ταλαιπωρημένη εκτύπωση να τον βρει.

«Έχω έναν Χρήστο Πολίτη, αλλά έχει πεθάνει», λέει και τον κοιτάζει διερευνητικά.

Ο Χρήστος προσπαθεί να δείχνει αδιάφορος, σαν να βρίσκεται εκεί για την εμπειρία. Ας πούμε πως είναι άσκηση αυτοσχεδιασμού, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του.

«Άλλος θα είναι. Εγώ, όπως βλέπετε, ζω ακόμα. Αν και όχι με μεγάλη επιτυχία».

Οι δύο γυναίκες χαμογελούν αμήχανες.

«Δεν σας βρίσκω. Είστε ταμειακώς εντάξει;»

Αν ήμουν εντάξει, δεν θα βρισκόμουν εδώ. Όχι, δεν είμαι εντάξει.

«Όχι, αλλά αυτό νόμιζα ότι δεν αποτελεί πρόβλημα».

«Σωστά, δεν είναι πρόβλημα. Αρκεί να έχετε δουλέψει τουλάχιστον εικοσιπέντε μέρες –συνολικά, όχι συνεχόμενα– τα τελευταία τρία χρόνια».

«Στο θέατρο;»

«Οπουδήποτε στο χώρο του θεάματος».

«Πάνε τριάντα χρόνια που δεν έχω δουλέψει σε κάτι σχετικό, αλλά στα χαρτιά παραμένω ηθοποιός. Αυτό δεν μετράει;»

«Λυπάμαι».

Και λυπάται, πραγματικά.

Ο Χρήστος φεύγει με άδεια χέρια. Στην έξοδο πέφτει πάνω στον νεαρό ηθοποιό που αποστηθίζει πρώτες παραγράφους βιβλίων. Συνομιλεί με κάποιον. Προσπαθεί να τους προσπεράσει απαρατήρητος, αλλά ο νεαρός τον βλέπει.

«Τι έγινε; Δεν σας δώσανε τσάντα;»

«Δεν δικαιούμαι. Έχω χρόνια να δουλέψω».

«Κρίμα. Θέλετε να σας δώσω τα μισά από τα δικά μου;»

Όσο πάει χειροτερεύει η κατάσταση. Και η γη παραμένει ερμητικά κλειστή. Ο Χρήστος αρνείται ευγενικά και κάνει να φύγει.

«Τουλάχιστον πάρτε το βιβλίο», του λέει και του τείνει την Πείνα. «Το διάβασα, δεν το χρειάζομαι άλλο. Και η πρώτη παράγραφος πέρασε ήδη στο σκληρό μου δίσκο» – ακουμπάει τον δείκτη του στον κρόταφο, επεξηγηματικά.

Ο Χρήστος διστάζει.

«Έτσι, για Καλά Χριστούγεννα!» επιμένει ο νεαρός.

Εντέλει το παίρνει με συστολή. Ανέκαθεν τον ξάφνιαζε η καλοσύνη των ξένων. Μουρμουρίζει ευχαριστίες ανάκατες με ευχές και φεύγει σαν κυνηγημένος.

tss2

* * *

Έξω έχει ήλιο με δόντια. Κουμπώνει το παλτό του και κάθεται σ’ ένα παγκάκι γιατί ζαλίζεται. Από την πείνα θα ’ναι. Από πότε έχω να βάλω μπουκιά στο στόμα μου; (Από προχθές. Δεν σε ρώτησε κανείς!) Κρατάει ακόμα το βιβλίο στο χέρι. Η Πείνα. Για να μην σκέφτεται (την πείνα, κατά τραγική ειρωνεία), το ανοίγει στην τύχη:

«Φαντασίες και όνειρα! Σκέφτηκα πως, αν έτρωγα, θα με έπιανε ξανά πονοκέφαλος, θα ανέβαζα πυρετό και θα έπρεπε να παλέψω με ένα σωρό παλαβές ιδέες. Δεν άντεχα το φαγητό εγώ, δεν ήμουν φτιαγμένος για τέτοια· ήταν μια παραξενιά, η ιδιοσυγκρασία μου».

Τον πιάνουν τα γέλια. Υστερία. Οι περαστικοί μπροστά του επιταχύνουν· κανείς δεν θέλει μερίδιο από την τρέλα των άλλων. Βάζει το βιβλίο στην τσέπη του παλτού και σηκώνεται. Θα το διαβάσω, σκέφτεται, στο πλαίσιο μιας οιονεί ομοιοπαθητικής αγωγής. Και τον ξαναπιάνουν τα άρρωστα γέλια. Προχωράει ασταθώς σ’ ένα πεζοδρόμιο, το οποίο, παρόλη την πολυκοσμία, είναι όλο δικό του: ο κόσμος παραμερίζει στο διάβα του. Αισθάνεται σαν τον Μωυσή στην Ερυθρά Θάλασσα. Τους τρελούς τους αγνοούμε μέχρι να γίνουν επικίνδυνοι – τότε τους εξοντώνουμε.

Θα μπορούσε να ζητήσει δανεικά, δεν θα μπορούσε; Όχι, δεν θα μπορούσε. Δεν το έχει κάνει ποτέ, δεν ξέρει πώς γίνεται. Ζητάει μακαρόνια και κονσέρβες από άγνωστους, αλλά ως εκεί! Και γιατί να μη γυρέψει πίσω λεφτά που έχει εκείνος δανείσει; Δεν είναι και λίγοι οι υποψήφιοι. Τους φέρνει έναν-έναν στο μυαλό του. Τους μισούς τους δάνεισε για να μην τους ξαναδεί και οι μισοί δανείστηκαν απ’ αυτόν για να μην τον ξαναδούν. Χαμένος κόπος.

Μήπως μια προκαταβολή; Να ζητήσω προκαταβολή από το περιοδικό! Κάτι έλεγε ο Αποστολίδης για ένα βιβλίο με συνταγές μαγειρικής, απ’ αυτά που δίνει δήθεν μπόνους. Και είχα αρνηθεί, τέτοιο ζώον! Κόντρα τραγική ειρωνεία: τώρα θα έτρωγε και τις σελίδες του. Πότε ήταν που μου το πρότεινε; Πριν από ένα μήνα; Δύο; Ίσως να μην την έχει δώσει ακόμα αλλού. Αλλά ποιος δίνει προκαταβολές πια; Παρ’ όλα αυτά, αποφασίζει να πάει μέχρι εκεί, να ρωτήσει τουλάχιστον. Αλλάζει κατεύθυνση και σε μισή ώρα είναι στα γραφεία του περιοδικού. Βρίσκει εκεί τη Ρηνιώ, το κορίτσι για όλες τις δουλειές. Μόνη της.

«Ο Αποστολίδης;»

«Δεν ήρθε σήμερα. Λείπει ταξίδι. Μετά την Πρωτοχρονιά».

«Έχει αφήσει τίποτα για μένα;»

Τι να έχει αφήσει; Ρωτάει έτσι, για να δικαιολογήσει την επίσκεψη.

«Όχι, τίποτα. Λυπάμαι».

Κι αυτή λυπάται· πραγματικά.

«Δεν πειράζει, δεν είναι σημαντικό».

Αξιολύπητος, αναξιοπαθής, (αν)αξιοπρεπής. Το πανταχού παρόν σε αυτή την αλυσίδα των αμφιλεγόμενων τίτλων συνθετικό «άξιος» δεν διαφεύγει της προσοχής του. Ανάξιος!

Αποχαιρετάει τη Ρηνιώ με τις απαραίτητες ευχές και φεύγει άπρακτος. Πόσα να παίρνει η Ρηνιώ το μήνα; Εξακόσια ευρώ; Και αν. Από την άλλη, αυτά είναι εξακόσια ευρώ περισσότερα από αυτά που παίρνω εγώ.

* * *

Για κάποιο λόγο, πεινάει λιγότερο τώρα. Ίσως τελικά να τα καταφέρει μέχρι μεθαύριο, μέχρι το τραπέζι. Τι λένε οι απεργοί πείνας; Μετά τις πρώτες μέρες, εξαφανίζεται η αίσθηση του κενού. Ο οργανισμός εξασθενίζει, αλλά το πνεύμα περνάει σε άλλη σφαίρα, πρωτόγνωρη: η σωματοποίηση της διαύγειας! Κάτι τέτοιο δε λένε; Κι αν προσποιηθεί ότι είναι απεργός πείνας; Ακόμα μία ντεμέκ άσκηση αυτοσχεδιασμού. Δεν έχει κανένα αίτημα, όμως. Κακό αυτό – δεν θα πείσει ούτε τον εαυτό του. Κι αν πει μέσα του ότι προετοιμάζεται για τον ρόλο του ήρωα της Πείνας, ας πούμε, για μία θεατρική διασκευή; Μέθοδος Στανισλάβσκι! Θα γίνω ο ρόλος, αυτό είναι! Θα ενσαρκώσω έναν από τους πιο αχώνευτους ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας! Καταπληκτική ιδέα – θα το σκοτώσω το κτήνος! Παραμιλάει;

Οι διαβάτες με τους οποίους διασταυρώνεται τον κοιτάζουν περίεργα. Κοιτάζεται σε μία βιτρίνα: χάλια, άλλα τα συνήθη χάλια – δεν βλέπει ορατή επιδείνωση. Θα φταίει που μιλάω μόνος μου. Έτσι ήταν πάντα: ποτέ δεν χρειάστηκα βοήθεια.

Φτάνει στο σπίτι κάθιδρος, παρόλο το κρύο. Το ασανσέρ πάλι εκτός λειτουργίας, ανεβαίνει στον τρίτο με τα πόδια. Δεν τον πειράζει πια να πέσει πάνω στην κυρία Δωροθέα, γιατί τον βρήκε προχθές και του έδωσε το μήνυμα: ή πληρώνει τουλάχιστον τα μισά από τα νοίκια που χρωστάει μέχρι το τέλος του μήνα ή να τα μαζεύει και να του δίνει. Δεν θα του κάνει έξωση, γιατί κοστίζει. Θα βάλει τον άντρα της, τον τραμπούκο, να τον πετάξει έξω με τις κλωτσιές. Δεν έχει παράπονο, τον προειδοποίησε η γυναίκα.

Μετά την ανάβαση, έχει τον γνωστό πόνο στο στήθος. Το σώμα του τον προειδοποιεί – χρόνια τώρα. Και μετά από σκάλες, ειδικά, τα καμπανάκια γίνονται καμπάνες. Στέκεται στο κεφαλόσκαλο να πάρει μιαν ανάσα. Έξω από την πόρτα των Δημοπουλαίων βλέπει μια νταμιτζάνα. Οι γείτονες λείπουν για τις γιορτές. Το ξέρει γιατί φεύγοντας του είπαν να έχει το νου του. Σε τι; «Στους διαρρήκτες». Να κάνει τι, δηλαδή; «Αν ακούσετε ή δείτε κάτι, να πάρετε τηλέφωνο την αστυνομία». Τους είπε να μείνουν ήσυχοι. Δεν τους είπε ότι δεν έχει τηλέφωνο – πια. Ούτε σταθερό ούτε κινητό· έχει εκπνεύσει ακόμα και η περίοδος χάριτος όπου επιτρέπονται μόνο οι εισερχόμενες. Δεν το έχει πει σε κανέναν αυτό ακόμα. Όχι επειδή ντρέπεται (που όντως ντρέπεται), αλλά γιατί κανένας δεν τον έχει ρωτήσει, γιατί κανένας δεν τον έχει αναζητήσει. Αυτό μπορεί να είναι λάθος συμπέρασμα· θα έπρεπε να έχω τηλέφωνο για να ξέρω αν με έχει αναζητήσει κανένας ένα μήνα τώρα. Και στο τηλέφωνο θα μπορούσα να ανακοινώνω πως δεν έχω πια τηλέφωνο. Χαμογελάει με το παραδοξολόγημα: οι απλές χαρές της ζωής. Πώς το λέει ο Βασιλιάς Ληρ; Μουρμουρίζει: «Η τέχνη της ανάγκης είναι παράξενη: κάνει πολύτιμα τα τιποτένια». Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα του, ξανακοιτάζει την νταμιτζάνα. Αν βρω το σπίτι τους διαρρηγμένο, θα μπορέσω να τηλεφωνήσω από κει στην αστυνομία. Αφού πρώτα αδειάσω το ψυγείο τους! Αυτή είναι η δική του ιδέα για το θαύμα των Χριστουγέννων.

Πλησιάζει την απροστάτευτη νταμιτζάνα. Έχει μια κάρτα δεμένη στον λαιμό της. Την ανοίγει. «Καλή χρονιά! Χαιρετισμούς από την Κρήτη. Καρδούλες, φιλιά, υπογραφή». Ανοίγει την πόρτα του και, αφού πρώτα ελέγξει αν τον βλέπει κανείς, τραβάει την νταμιτζάνα μέσα. Θα τους τη δώσει όταν γυρίσουν. Εκτός κι αν έχει μέσα ρακί. Την ανοίγει και μυρίζει το περιεχόμενο. Ρακί! Έχασαν οι Δημοπουλαίοι.

tss1

* * *

Σκοτείνιασε. Δεν ανάβει φως, μολονότι ηλεκτρικό έχει ακόμα – για λίγο ακόμα: τρεις πλέον οι απλήρωτοι λογαριασμοί. Κάθεται στην κουζίνα και δοκιμάζει το ρακί. Καλό! Σπιτικό και δυνατό. Τα πρώτα ποτηράκια τον ζεσταίνουν. Τα επόμενα τον αναγουλιάζουν. Σπεύδει στο μπάνιο και ίσα που προλαβαίνει να αδειάσει το στομάχι του στη λεκάνη. Ζαλίζεται. Κάθεται στο χείλος της μπανιέρας μέχρι να πάψουν οι σπασμοί. Τώρα κρυώνει. Τρίτη χρονιά χωρίς θέρμανση. Κανένας στην πολυκατοικία δεν δίνει για πετρέλαιο, αλλά οι άλλοι ίσως να έχουν κάνει το κουμάντο τους με εναλλακτικούς τρόπους θέρμανσης. Εκείνος δεν έχει τίποτα, ούτε αερόθερμο – έφυγε κι αυτό μαζί με σχεδόν όλη την οικοσκευή. Ξαναφοράει το παλτό του και γυρίζει στην κουζίνα. Συνεχίζει να πίνει, να κρυώνει και ν’ ανακατεύεται.

Ακόμα κι έτσι, καταφέρνει να μεθύσει. Δεν ξέρει τι ώρα είναι. Αργά. Γενικώς αργά. Προετοιμάζεται για έναν λήθαργο από κείνους που μοιάζουν με μικρό θάνατο. Προπονείται.

Πίνει μέχρι που να του μείνει η ελάχιστη κινητική ικανότητα να συρθεί μέχρι το κρεβάτι. Τότε σηκώνεται και, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, φτάνει μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Πέφτει με τα ρούχα κάτω από το πάπλωμα. Το τελευταίο πράγμα που του περνάει από το μυαλό είναι εκείνο το παλιό ανέκδοτο:

Λέει ο γιος στη μάνα, «Μαμά, όταν μεγαλώσω θα γίνω ηθοποιός» και απαντάει η μάνα, «Παιδί μου, δεν γίνονται και τα δύο αυτά μαζί».

Αυλαία.

Ανήμερα

Ξυπνάει έχοντας στο κεφάλι του ένα αμόνι, τον σιδερά, το σφυρί του και τρεις τόνους πυρακτωμένο σίδερο. Ανακάθεται και κοιτάζει τον εαυτό του. Μοιάζει με κάποιον που κοιμήθηκε φορώντας το παλτό του. Ίσως επειδή κοιμήθηκε φορώντας το παλτό του.

Άκουσα το κουδούνι ή μου φάνηκε;

Ακούγεται ξανά το κουδούνι και μετά χτυπήματα στην πόρτα. Καταφέρνει να φτάσει ως εκεί παρασύροντας διάφορα στο διάβα του. Κοιτάζει από το ματάκι. Ένας άγνωστος. Θα βαρεθεί και θα φύγει.

«Δάσκαλε!»

Δάσκαλε;

«Δάσκαλε, είσαι καλά; Άκουσα θορύβους!»

Ξανακοιτάζει από το ματάκι. Ένας νεαρός. Δεν τον αναγνωρίζει.

«Ποιος είναι;»

«Ο Μάνος είμαι, δάσκαλε. Πέρασα να σου πω χρόνια πολλά!»

Ο Μάνος! Και ούτε που τον γνώρισα! Τρόμος.

«Περίμενε μισό λεπτό».

Πάει στο μπάνιο, ρίχνει νερό στα μούτρα του, πλένει τα δόντια του, βγάζει το παλτό του, βάζει το πουκάμισο μέσα στο παντελόνι. Κάπως καλύτερα. Ανοίγει την πόρτα.

Ο Μάνος είναι ο αγαπημένος του μαθητής, από την περίοδο που παρέδιδε μαθήματα αγγλικών – άλλη καριέρα αυτή: μια ζωή επιτυχίες! Πέρασε μαζί του πολλά χρόνια, κοντά μια δεκαετία: Lower, Proficiency και στο τέλος, μετά το Πολυτεχνείο (Αρχιτεκτονική), Toefl για να φύγει στην Αγγλία για μεταπτυχιακά. Είχε χρόνια να τον δει, αλλά δεν είχε αλλάξει τόσο ώστε να μην τον αναγνωρίσει.

Του είπε να τον ακολουθήσει στην κουζίνα «που είναι πιο φωτεινή» γιατί μόλις είχε ξυπνήσει και ήθελε ένα τσάι. (Θυμόταν ότι είχαν μείνει κάτι φακελάκια – δεν είχε μείνει και τίποτα άλλο.)

«Five o’clock tea, δάσκαλε, έτσι; Παραδοσιακά!»

Τι, πέντε είναι η ώρα; Βραδιάζει κιόλας! Κι εκείνος που νόμιζε ότι το πρωινό ήταν μουντό…

«Να βάλω νερό για δύο;»

«Γιατί όχι;»

Φτιάχνει τα ροφήματα κακήν κακώς, τα φέρνει στο τραπέζι. Δεν ρωτάει αν ο μουσαφίρης θέλει ζάχαρη, λεμόνι ή γάλα, γιατί σε περίπτωση που ήθελε θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι δεν είχε. Ευτυχώς ο Μάνος δεν ζητάει κάτι έξτρα.

«Χρόνια πολλά, λοιπόν! Να χαίρεσαι τη γιορτή σου».

Α, γιορτάζω σήμερα!

«Ευχαριστώ, να ’σαι καλά».

«Κι αυτό για να σου γλυκάνω τη μέρα», λέει και σπρώχνει προς το μέρος του ένα κουτί ζαχαροπλαστείου που είχε ακουμπήσει στο τραπέζι. «Γαλακτομπούρεκο από το Κοσμικόν, το καλύτερο στην πόλη!»

Τον ευχαριστεί και αμέσως –ας όψεται ο αυτοματισμός της αστικής ευγένειας!– προτείνει να του βάλει ένα κομμάτι. Ο Μάνος δέχεται. Ο Χρήστος φέρνει τα απαραίτητα και σερβίρει ένα κομμάτι για τον καθένα.

Πάνω στο τσάι και το γαλακτομπούρεκο, ο Μάνος τον ενημερώνει ότι πήρε πέρσι το διδακτορικό του (του είπε και τον τίτλο της διατριβής, αλλά ο Χρήστος δεν κατάλαβε χριστό), βρήκε καλή δουλειά στο Λονδίνο και δεν πρόκειται να γυρίσει στην Ελλάδα· θα ’ρχεται μόνο για διακοπές. Ο Χρήστος χάρηκε και επικρότησε την επιλογή του.

«Κι εσύ, δάσκαλε, πώς τα πας;»

«Τα ίδια, όπως τα ξέρεις».

Που δεν είναι τα ίδια, κι ούτε τα ξέρεις.

Ο Μάνος, έξυπνος άνθρωπος, έχει καταλάβει: το σπίτι σχεδόν άδειο από πράγματα και ο δάσκαλος σκιά του εαυτού του – δεν είναι δα και κανένας άλυτος γρίφος αυτός. Αλλά, από τακτ, δεν επιμένει.

«Εκτός από τις ευχές, να σε ξοφλήσω κιόλας· και συγγνώμη για την καθυστέρηση».

Βλέμμα απορίας από πλευράς Χρήστου.

«Δεν μου διόρθωνες τις εργασίες στην αρχή; Εκείνες που σου έστελνα με μέιλ από την Αγγλία;»

Ο Χρήστος θυμήθηκε ότι του είχε στείλει μια-δυο εργασίες πριν από κάμποσα χρόνια. Είχε κάνει κάτι ασήμαντες διορθώσεις και τις είχε στείλει πίσω, ευχαριστημένος από την πρόοδο του μαθητή του. Του είχε πει ότι πραγματικά δεν τον χρειαζόταν, αλλά θα ήταν φυσικά πάντα στη διάθεσή του. Ο Μάνος είχε ρωτήσει, και μάλιστα με επιμονή, τι του χρωστούσε, αλλά ο Χρήστος ήταν κατηγορηματικός: δεν ήθελε αμοιβή· είχε πληρωθεί όταν έπρεπε, όταν έκανε κάτι. Και η υπόθεση είχε κλείσει. Τώρα ο Μάνος επιχειρεί, αναμφίβολα, να του δώσει (να μου χαρίσει!) κάποια λεφτά χωρίς να τον προσβάλει – δεν ξέρει πώς να φέρει το θέμα στην κατάσταση που βλέπει γύρω του και μπροστά του, κι έτσι έχει επιλέξει να το ρίξει στην παλαβή, πως εκκρεμεί τάχα ένα παλιό χρέος. Βγάζει το πορτοφόλι του από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του που κρέμεται στην πλάτη της καρέκλας όπου κάθεται, το ανοίγει και μετράει χαρτονομίσματα.

«Πεντακόσια δεν είχαμε πει;»

500 ευρώ! Και όμως ξέρει από την αρχή ότι δεν πρόκειται να τα δεχτεί, κι ας έχει ανάγκη απερίγραπτη. Δεν υπάρχει περίπτωση. Έτσι είναι φτιαγμένος, πάει και τέλειωσε. Παίρνει το σοβαρό του ύφος και σχεδόν διατάζει τον Μάνο να βάλει το πορτοφόλι στην τσέπη του και να ξεχάσει το όλο ζήτημα: δεν του χρωστάει τίποτα, τελεία και παύλα.

«Ούτε ευγνωμοσύνη; Πώς να ξεχάσω όλα όσα έχεις κάνει για μένα; Δεν είμαι αχάριστος!»

«Λεφτά πάντως όχι, δε θέλω. Ξέχνα το!»

Ο Μάνος συμμορφώνεται και βάζει το πορτοφόλι στην τσέπη. Η συζήτηση περνάει στους ανέμους και τα ύδατα. Small talk, ha ha ha! Αχ, αχ, αχ. Μετά το τσάι, το γυρίζουν στο ρακί. Ξεροσφύρι. Ο Μάνος – προς τιμή του– δεν το σχολιάζει. Αν ανησυχεί, δεν το δείχνει. Φύσει ευγενής, δεν τολμάει να προσβάλει τον σεβαστό του δάσκαλο. Μπρος ευγένεια και πίσω αξιοπρέπεια.

Ο Χρήστος παίζει τον ρόλο του οικοδεσπότη όσο καλύτερα γίνεται (πολλές ασκήσεις αυτοσχεδιασμού μαζεμένες!) , αλλά μέσα του θεριεύει η απόγνωση. Πόσο χρειάζεται να σαλτάρει ένας άνθρωπος; Ένα τσακ! Άμποτε! Ξέρει καλά όμως πως ούτε αυτό θα του τύχει: δέσμιος μιας δικής του, ανυποχώρητης λογικής, δεν πρόκειται ποτέ να περάσει στην αντίπερα όχθη. Δεν θα αξιωθεί αυτό το άλμα στο κενό, το άλμα της παράλογης λογικής. Πώς το λέει ο Έντγκαρ; «Λογική και παραλογισμός ανάμικτα. Η λογική της τρέλας». Μακάρι, αλλά πού; Δεν θα γίνει ποτέ ο Βασιλιάς Ληρ – το ξέρει.

Ο Μάνος ζητάει την άδεια να πάει στο μπάνιο, «τα κεράσματα φταίνε». Κίνητρο και ευκαιρία! (Λείπει το άλλοθι – κάπου θα έχει πεταχτεί μαζί με τη συνείδηση· δεν έχει σημασία, αργότερα αυτά!) Με το που ακούει την πόρτα του μπάνιου να κλείνει, ο Χρήστος ορμάει στο μπουφάν, βρίσκει το πορτοφόλι, το ανοίγει. Ένα σωρό πενηντάρικα! Παίρνει ένα και το χώνει στην τσέπη του. Επιστρέφει το πορτοφόλι στη θέση του και ξανακάθεται.

Όταν γυρίζει ο Μάνος, ακολουθούν κι άλλες ρακές και χαζοκουβέντα – γιορτή! Ο Χρήστος συμμετέχει μηχανικά. Εκείνο που σκέφτεται είναι το πενηντάρικο. (Φαίνεται επέστρεψε η συνείδηση – χωρίς το άλλοθι.) Δεν δέχτηκε τα δέκα πενηντάρικα που στην ουσία τού χάριζε ο Μάνος, αλλά με την πρώτη ευκαιρία είχε κλέψει ένα. Και χθες είχε «απαλλοτριώσει» μια νταμιτζάνα ρακί. Συν τοις άλλοις, οραματιζόταν ληστρική επιδρομή στο ψυγείο των γειτόνων του. Τι κατάντια ήταν αυτή; Τι άνθρωπος είχε καταντήσει στα γεράματα; Πάνω σε κάτι ταιριαστά (πλην άσχετα) συμφραζόμενα, τα μάτια του θαμπώνουν. Ο Μάνος νομίζει ότι φταίει η ιστορία από τα παλιά που του έχει μόλις θυμίσει (ή/και το ρακί) και φροντίζει ν’ αλλάξει θέμα.

Ο Χρήστος δεν αντέχει στη σκέψη της απρέπειάς του, ψάχνει τρόπο να επανορθώσει. Και τον βρίσκει:

«Μάνο, κάνε μου μια χάρη. Στο δεξί ντουλαπάκι του μπάνιου έχει κάτι ασπιρίνες. Μου τις φέρνεις; Το κεφάλι μου πάει να σπάσει».

Ο Μάνος απορεί με το αίτημα, αλλά σπεύδει να το ικανοποιήσει. Μόλις φεύγει, ο Χρήστος επιστρέφει το πενηντάρικο στο ξένο πορτοφόλι. Όταν του φέρνει το κουτί με τις ασπιρίνες, παίρνει μία: τη χρειάζεται έτσι κι αλλιώς – ο πονοκέφαλος έχει υποδαυλιστεί από τις τύψεις.

Ο Μάνος βρίσκει την ευκαιρία, λόγω ασπιρίνης, να του πει να προσέχει.

«Στην ηλικία σου πρέπει να κάνεις συντήρηση δυνάμεων».

Και όμως, Μάνο, τα καλά γεράματα συνίστανται στη συντήρηση αδυναμιών.

«Η πλάκα είναι ότι πιτσιρικάς, όταν πρωτάκουσα το “When I’m Sixty-Four”, απόρησα. Σκέφτηκα ότι δεν πρέπει κανείς να φτάνει σε τέτοια ηλικία, δεν είναι φυσιολογικό. Τώρα που τα κοντεύω, εξακολουθώ να το πιστεύω!»

«Υπερβολές. Μια χαρά είσαι!»

«Καλύτερα δεν γίνεται».

Δεν πείθουμε, Μάνο. Αν είχαμε κοινό, θα το χάναμε.

* * *

Λίγο αργότερα, φεύγοντας ο Μάνος, με το ένα πόδι έξω από την πόρτα, τον ρωτάει γιατί οι τηλεφωνικοί του αριθμοί εμφανίζονται να μην υπάρχουν, αλλά και τα μέιλ που του στέλνει γυρίζουν πίσω ως ανεπίδοτα. Το ένα το έκοψα, το άλλο μου το έκοψαν και τον υπολογιστή τον πούλησα. Λέγονται όμως αυτά; Δεν λέγονται!

«Είναι που μετακομίζω μόλις μπει ο νέος χρόνος. Θα σε ενημερώσω όταν τακτοποιηθώ».

«Έγινε! Ραντεβού το καλοκαίρι, λοιπόν. Και πάλι χρόνια πολλά!»

«Στάσου μια στιγμή! Κι εσύ γιορτάζεις αύριο. Δεν κάνει να φύγεις έτσι».

Και τι να του δώσω;

«Ούτε να που να το σκέφτεσαι. Έφυγα!»

«Στάσου. Την Πείνα την έχεις διαβάσει; Κλασικό!»

Βρίσκει το βιβλίο στην τσέπη του παλτού και του το δίνει με το ζόρι.

Ο Μάνος ευχαριστεί και φεύγει. Ο Χρήστος ξεφορτώθηκε την Πείνα. Στα χαρτιά.

* * *

Από κει και πέρα, επαναλαμβάνεται η χθεσινή ρουτίνα: ρακί μέχρι αναισθησίας. Και γαλακτομπούρεκο. Έχει μετανιώσει που έκανε την αρχή, αλλά το απαιτούσαν οι καλοί τρόποι. Καλά θα ήταν να μην είχε βάλει χέρι στο ταψάκι, να είχε κάτι να πάει στο τραπέζι αύριο. Βγάζει τα ψιλά που έχει στην τσέπη του: 36 λεπτά σε χάλκινα κέρματα. Ούτε για μια φρατζόλα ψωμί δεν φτάνουν. Τώρα;

Κέρνα, Χρήστο!

Μετά, λήθαργος. Λύτρωση ολίγων ωρών.

Boxing Day

Για να σηκωθεί από το κρεβάτι χρειάζεται κίνητρο. Πρέπει να πάω στο τραπέζι. Ασθενές, αλλά λειτουργεί.

Σηκώνεται με τα χίλια ζόρια. Ανάβει το θερμοσίφωνο· μέχρι να ζεσταθεί το νερό, τσάι και γαλακτομπούρεκο. Ξυρίζεται, κάνει μπάνιο, φοράει καθαρά ρούχα. Η ρουτίνα ως επίφαση κανονικότητας. Παίρνει τον Βασιλιά Ληρ και τον βάζει στην εσωτερική τσέπη του παλτού, στο μέρος της καρδιάς. Για να έρθει στη θέση της. Μετά βάζει το ταψάκι με ό,τι έχει απομείνει από το γαλακτομπούρεκο στο κουτί του και το κουτί στη σακούλα του ζαχαροπλαστείου. Παραδοσιακά, όλοι κάτι συνεισφέρουν στο ετήσιο τραπέζι. Πάει τώρα να εμφανιστεί με μισό ταψάκι γαλακτομπούρεκο; Η μισή ντροπή δική μου. (Ούτε η ντροπή δεν είναι δική του ολόκληρη. Σκάσε!) Έμπνευση! Βγάζει από το ψυγείο το γυάλινο μπουκάλι του νερού, το αδειάζει στον νεροχύτη και το γεμίζει με ρακί. Θα τους πάω μισό ταψί γλυκά κι ένα λίτρο ρακί· δεν είναι κι άσχημα, έχω πάει και με λιγότερα. (Μόνο που τα γλυκά είναι κερασμένα και το ρακί κλεμμένο. Έχει πιο κάτω; Σκάσε, είπα!) Φορτώνεται τη σακούλα και βγαίνει.

Λεφτά για το μετρό δεν υπάρχουν, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να πάει με τα πόδια: κρύο και χιονόνερο. Κι αν μπει ελεγκτής; Στη χειρότερη, θα φάω πρόστιμο. Και λοιπόν; Σάμπως θα το πληρώσω; Ανατριχιάζει σ’ αυτή τη σκέψη: ντρέπεται που κοντεύει να πάψει να ντρέπεται.

Στο μετρό έχει όλο το βαγόνι για πάρτη του. Συνειρμικά, σκέφτεται το Runaway Train. “I need some shoes, man!” Runaway Τυφλοπόντικας. (Συνειρμοί του συρμού. Πάψε!) Κοιτάζει τα παπούτσια του. Ερείπια. Δεν είναι κι άσχημα, έχουν χαρακτήρα. (Να και κάτι που έχει χαρακτήρα πάνω του. Βούλωσ’ το πια!) Δεν ξέρει ποιος κάνει πρόγραμμα σήμερα στο ρετιρέ (και βέβαια ξέρω: εγώ, αυτός ο άλλος!), αλλά σίγουρα έχει παράξενη αίσθηση του χιούμορ.

Στην απέναντι θέση βλέπει παρατημένο ένα αντίτυπο του free press Αντίτυπο. Το παίρνει στα χέρια του μ’ ελπίδα. Τους είχε δώσει ένα χριστουγεννιάτικο κομμάτι κάτι βδομάδες πριν. Θα το έβαζαν σίγουρα, είχαν πει, αν δεν ήταν χειρόγραφο. Κάθισε τότε και κείνος σ’ έναν εύκαιρο υπολογιστή στα γραφεία τους και το δακτυλογράφησε. Λες να το έβαλαν; Ναι, το έβαλαν, να το!

White Nights

Κοντά στα Χριστούγεννα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πήρα –μετά από εφτά μήνες θητείας (ωραίες εποχές!)– την πρώτη μου σοβαρή άδεια (μια ολόκληρη βδομάδα) από την Πολεμική Αεροπορία, κι αυτό γιατί θα ήμουν κουμπάρος σε γάμο. Θα πάντρευα τον Α., παιδικό μου φίλο και ισάδελφο, με τη Σ., την καλύτερή μου φίλη. Ο γάμος θα ήταν πολιτικός, συνεπώς δεν είχαμε πολλές ετοιμασίες (ούτε και τα λεφτά που απαιτούν οι πολλές ετοιμασίες, για να τα λέμε όλα).

Δυο μέρες πριν την τελετή έγινε η μετακόμιση στο διαμέρισμα που είχαν νοικιάσει οι μέλλοντες νεόνυμφοι. Ήταν σχετικά κοντά στα πατρικά όλων μας, σε μια συνοικία που λέγεται «Αναγέννηση» (ούτε που ξέρω γιατί). Τρέχαμε όλη μέρα πέρα-δώθε, με δανεικά αυτοκίνητα – τρελό κουβάλημα. Αργά το βράδυ είχαμε μεταφέρει ό,τι ήταν να μεταφέρουμε και σωριαστήκαμε ανάμεσα στις κούτες κατάκοποι. Νηστικοί όλη μέρα. Οι απαραίτητες συσκευές για μαγείρεμα υπήρχαν, αλλά μέσα σε κούτες. Και από υλικά, μηδέν. Κάτι έπρεπε να φάμε, όμως. Και να πιούμε, για να βρέξουμε το διαμέρισμα! Έτσι που ήταν οι άλλοι δύο ξεθεωμένοι (εγώ είχα λουφάρει ελαφρώς κατά τη διάρκεια της ημέρας, καθότι αδειούχος), προθυμοποιήθηκα να βγω να πάρω κάτι πρόχειρο και κάνα κρασί.

Βγήκα κι άρχισα να ψάχνω στην τύχη. Δεν την ήξερα τη γειτονιά, αλλά κάτι θα έβρισκα, τι διάολο. Πήρα σβάρνα τα τριγύρω στενά βουστροφηδόν και όντως κάποτε βρήκα ένα σουβλατζίδικο. Ήταν ένα μαγαζάκι είκοσι τετραγωνικών, χωρίς φωτεινή επιγραφή. Έριξα μια ματιά από τη βιτρίνα: ο απολύτως απαραίτητος εξοπλισμός, η εορταστική διακόσμηση θλιβερή: τελείως ντεκαντάνς η κατάσταση· μια γυναίκα κι ένας άντρας πίσω από τον πάγκο· άδειο από πελατεία – κακό αυτό. Κουρασμένος και πεινασμένος, αποφάσισα ότι δεν έλεγε να συνεχίσω το ψάξιμο και μπήκα.

Ευγενέστατοι οι μαγαζάτορες, με καλωσόρισαν. Παράγγειλα έξι χοιρινά καλαμάκια τυλιχτά (δεν είχαν και τίποτα άλλο, οπότε η επιλογή δεν με δυσκόλεψε), δύο μερίδες πατάτες τηγανητές και δύο Δεμέστιχες. (Πληροφορία για τους νεότερους: η Δεμέστιχα ήταν λευκό εμφιαλωμένο κρασί, περίπου το μόνο που κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή σε λογική τιμή.) Η γυναίκα ανέλαβε να τηγανίσει τις πατάτες, ο άντρας να τυλίξει τα σουβλάκια.

Όση ώρα ετοίμαζαν την παραγγελία (και ήταν πολλή – άλλοι οι ρυθμοί τότε), από τα συμφραζόμενα κατάλαβα ότι οι μαγαζάτορες (περίπου στην ηλικία μου, στη μέση της τρίτης τους δεκαετίας) ήταν νόμιμο ζεύγος (ίσως και νιόπαντροι) και φρέσκοι επαγγελματίες. Αυτά δεν μου τα είπαν· τα κατάλαβα απ’ όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους – σαν να παρακολουθούσα παράσταση. Η ώρα ήταν προχωρημένη, ίσως να ήμουν ο τελευταίος πελάτης (χωρίς να αποκλείεται να ήμουν και ο πρώτος), και το ζεύγος συζητούσε σχεδόν αγνοώντας την παρουσία μου. Το απολάμβανα.

Ο λόγος που θυμάμαι με τόσες λεπτομέρειες αυτό το μάλλον ασήμαντο περιστατικό είναι κάτι που είπε προς το τέλος ο άντρας, κάτι που δεν μου έχει φύγει από το μυαλό τριάντα χρόνια τώρα:

«[Απευθυνόμενος στη γυναίκα του, πάντα.] Τώρα θα κλείσουμε, θα πάμε στο σπιτάκι μας, θ’ ανοίξουμε μια Ροτόντα και θ’ αράξουμε στον καναπέ. [Η γυναίκα γυρίζει και του χαμογελάει με λατρεία.] Έχω νοικιάσει και το “White Nights”, θα κάτσουμε να το δούμε κουτσοπίνοντας. Άρχοντες!» [Αναστεναγμός από τη γυναίκα.] «Τι ταινία!» [Πεταχτό φιλί.]

«Έτοιμος, κύριε!»

Πλήρωσα, ζαλώθηκα τις δύο πλαστικές σακούλες κι έφυγα.

Στην επιστροφή επεξεργαζόμουν τις πληροφορίες. Την ταινία την είχα δει (στον κινηματογράφο του κέντρου νεοσυλλέκτων, στην Τρίπολη, που περιέργως έπαιζε ταινίες σχεδόν πρώτης προβολής). Ήταν του 1985, ψυχροπολεμική μετά χορού και ερωτικό δράμα συνάμα. Σκηνοθέτης ο Taylor Hackford και στη δυνατή διανομή γνωστά ονόματα: Mikhail Baryshnikov, Gregory Hines, Helen Mirren και Isabella Rossellini. Μεγάλη σε διάρκεια: 136 λεπτά (γεγονός που είχα εκτιμήσει στο στρατόπεδο, όπου όση ώρα δεν έκανες παράλογα πράγματα ήταν ώρα κερδισμένη). Με δυο λέξεις: αμερικάνικη σούπα.

Το ζευγάρι τώρα. (Εδώ ήταν τα δύσκολα γιατί εκ των πραγμάτων θα συμπλήρωνα τα δεδομένα με εικασίες.) Μάλλον νιόπαντροι. Ερωτευμένοι. Νεότατοι. Από εκπαίδευση, τα βασικά. Φτωχαδάκια. Ευτυχισμένοι.

Ο σύζυγος είχε φροντίσει να νοικιάσει (κι άλλη πληροφορία για τους νεότερους: νοικιάζαμε βιντεοκασέτες με τη μέρα από βιντεοκλάμπ· έτσι «κατεβάζαμε» ταινίες τότε) μια ψυχροπολεμική σούπα –την οποία, όπως κατάλαβα, είχαν δει στο σινεμά νωρίτερα εκείνη τη χρονιά και προφανώς την είχαν λατρέψει– και η ιδέα ότι θα την έβλεπαν (ξανά) αγκαλιασμένοι στον καναπέ τους, πίνοντας φτηνό κρασί (τρίτη και τελευταία πληροφορία για τους νεότερους: η Ροτόντα ήταν για τα κόκκινα κρασιά ό,τι η Δεμέστιχα για τα λευκά· 90 δραχμές το μπουκάλι – σα να λέμε, μισό ευρώ) τους είχε φτιάξει προκαταβολικά. Ήταν τόσο απλό: η ευτυχία τους οφειλόταν στα μικρά πράγματα της καθημερινότητας. Εμένα γιατί δεν το χωρούσε αυτό το μυαλό μου; Ε;

Ζήλεψα· ψέματα να πω;

Υπογραφή: Γιώργος Θεοχάρης, ένα από τα πολλά του ψευδώνυμα· ετερώνυμος από τη χαμένη γενιά του ’80, υποτίθεται. Λες και δεν του φτάνει ο εαυτός του, κουβαλάει κι άλλους στην πλάτη του – για να κρύβεται ευκολότερα. Λάθε βιώσας: επιλογή ή τύχη; Τυχαία επιλογή μήπως; Δεν είναι ώρα για τέτοια τώρα! Η ουσία είναι ότι αύριο θα πάει να εισπράξει. Μετράει τις λέξεις: 740. Δηλαδή, 74 ευρώ – μείον 23,60% οι παρακρατήσεις , αλλά και πάλι: θα σπρώξει λίγο ακόμα τον καιρό. Χώρια που σήμερα θα φάει καλά. Τέλεια!

Παρατάει το Αντίτυπο εκεί που το βρήκε και αποβιβάζεται. Ψυχή στον σταθμό. Σαν να παίζει σε επεισόδιο του Twilight Zone: «Ο Τελευταίος των Σολιψιστών». Βγαίνει στην επιφάνεια. Στο κέντρο βρέχει· μια επίμονη, ψιλή βροχή. Σηκώνει τον γιακά του παλτού και το κόβει στο πόδι.

Στη στάση του τρόλεϊ για Κυψέλη έχει σκέπαστρο και παγκάκι. Αλλά κάποιος κάθεται ήδη. Ένα άγαλμα! Ένας από κείνους τους μίμους με τον λευκό χιτώνα και το μακιγιάζ στιλ Θέατρο Καμπούκι που στέκονται ακίνητοι μέχρι κάποιος να τους ασημώσει, οπότε κάνουν μια κίνηση ευχαριστίας. Ζωντανά αγάλματα· μεταμοντέρνοι ζητιάνοι. Μέρος του σκηνικού στους δρόμους της πόλης τις χρονιάρες μέρες. Ωραία ατμόσφαιρα!

Αυτό το άγαλμα, μια φορά, δεν είναι σε καλή κατάσταση: τα ρούχα του βρόμικα και μουσκεμένα, το μακιγιάζ έχει τρέξει στα μάγουλα (από τη βροχή ή από δάκρυα; – όχι πως έχει διαφορά ως προς το αποτέλεσμα), το βλέμμα φευγάτο. Είναι φανερό ότι δεν «δουλεύει»: αφενός κινείται, αφετέρου δεν υπάρχει ψυχή για την «περφόρμανς» – το κυριότερο: αυτό το άγαλμα έχει σπάσει. Ο Χρήστος κάθεται δίπλα του στο παγκάκι, αλλά σε απόσταση – ποτέ δεν ξέρεις.

Σύντομα αποδεικνύεται ότι το άγαλμα κλαίει.

«Μήπως έχεις ένα χαρτομάντιλο;»

Γυναικεία φωνή! Κοιτάζει καλύτερα. Ναι, στήθος ευδιάκριτο κάτω απ’ όλα αυτά τα ρούχα – γυναίκα είναι.

«Όχι, αλλά έχω μαντίλι».

Της το δίνει. Εκείνη σκουπίζει το πρόσωπό της κάνοντας τα πράγματα χειρότερα. Του το δίνει πίσω.

«Κρατήστε το».

Ο έχων δύο μαντίλια κ.λπ. κ.λπ. Μαντίλια υπάρχουν.

«Τι σας συμβαίνει, αν επιτρέπεται;»

Πάλι αυτός ο αναθεματισμένος αυτοματισμός: έχει εκπαιδευτεί να νοιάζεται. Ή, έστω, να δείχνει πως νοιάζεται, που δεν είναι το ίδιο, αλλά αυτό έχει σημασία μόνο αν σου ζητηθεί να κάνεις κάτι, αφού νοιάζεσαι (πράγμα που σπανίως συμβαίνει).

«Η ζωή».

«Μου συμβαίνει η ζωή»; Ωχ, θα πέσει ποίηση!

«Καταλαβαίνω».

«Εγώ όχι. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εκεί που βρέθηκα, τι πήρα, πού κοιμήθηκα, πώς έφτασα εδώ. Το σύμπαν καταρρέει».

Να τα, δεν τα ’λεγα; “Things fall apart; the centre cannot hold; / Mere anarchy is loosed upon the world .” Γέιτς, αυτή η μάστιγα!

«Δηλαδή;»

«Δεν θέλεις να ξέρεις».

Αλήθεια είναι, δεν θέλει να ξέρει.

«Πάντως, για να είμαστε ακριβείς, το σύμπαν επί του παρόντος διαστέλλεται. Θ’ αργήσει να καταρρεύσει», της λέει, ενώ στο μυαλό του παίζει μια σκηνή από το Annie Hall, εκεί όπου η μάνα τα έχει πάρει με τον πιτσιρικά γιο της ο οποίος αρνείται να κάνει οτιδήποτε επειδή το σύμπαν διαστέλλεται: What has the universe got to do with it? You’re in Brooklyn! Brooklyn is not expanding!” Γούντι Άλεν, άλλη μάστιγα!

Όσο σκέφτεται ότι θα ήταν μάλλον απρεπές, δεδομένων των συνθηκών, να της αφηγηθεί την αστεία σκηνή, εκείνη γυρίζει και τον κοιτάζει για πρώτη φορά. Ο Χρήστος δεν μπορεί να ερμηνεύσει την έκφρασή της με βεβαιότητα, αλλά μάλλον του χαμογελάει.

«Τι έχεις εκεί μέσα;» ρωτάει και του δείχνει το κουτί.

«Γαλακτομπούρεκο».

«Σούπερ! Μετά τις χθεσινές μαλακίες, πεθαίνω για ένα γλυκό. Θα κεράσεις;»

Γιατί όχι; Ούτως ή άλλως, το ταψί έχει μείνει μισό, τι πειράζει να λείψει ένα κομμάτι ακόμα; Ανοίγει το κουτί και της προσφέρει. Το παίρνει με το χέρι, αγνοώντας το σιρόπι που κυλάει παντού, μέχρι μέσα στο μανίκι εκείνου του πρώην λευκού χιτώνα, και το καταβροχθίζει.

«Μ’ έσωσες!»

«Χαίρομαι».

«Τσιγάρο;»

«Δυστυχώς δεν έχω».

«Όχι, ρε, λέω: θέλεις τσιγάρο;»

«Κανονικό;»

«Χα χα χα! Εμ τι, γελαστό; Πάρε!»

Παίρνει ένα. Ανάβουν και καπνίζουν κοιτώντας τη βροχή.

«Έρχεται το τρόλεϊ».

«Θα περάσει άλλο».

tss4

* * *

«Να πάρω άλλο ένα;» τον ρωτάει δείχνοντας το κουτί.

«Ευχαρίστως».

Ξανά σιρόπια παντού. Κολλάει ολόκληρη.

«Ωραίο πράμα!» λέει και το κάνει μια χαψιά. «Για πού πήγαινε; Να ξέρω ποιος το κλαίει, δηλαδή».

«Σε φίλους».

«Και η μπουκάλα;»

«Και η μπουκάλα».

«Τι έχει μέσα;»

«Ρακί. Θες μια γουλιά;» Καταραμένος αυτοματισμός!

«Άκου λέει! Ό,τι πρέπει, να ζεσταθεί το κοκαλάκι μου».

Πίνει μια γερή γουλιά και του το επιστρέφει ανοιχτό. Πίνει κι εκείνος μία.

«Τρελός συνδυασμός, έτσι; Θ’ αυτοκτονούσαν οι γκουρμέδες».

Γελάνε.

«Για πες για τους φίλους σου. Οικογενειακό τραπέζι κι έτσι;»

«Περίπου. Μεγάλη ιστορία».

«Από χρόνο άλλο τίποτα… Κάνε τσιγάρο».

Παίρνει το τσιγάρο και την κοιτάζει εξεταστικά. Δεν μπορεί να καταλάβει την ηλικία της, ίσως γύρω στα σαράντα, ίσως πολύ νεότερη – αναλόγως τα στραπάτσα που της έχουν λάχει μέχρι τώρα. Τα χαρακτηριστικά της δεν διακρίνονται κάτω από τις στρώσεις της μπογιάς – και η ολική καταστροφή της μάσκας σίγουρα δεν την κολακεύει. Αλλά τι σημασία έχει; Οι άγγελοι, ακόμα και οι εκπεσόντες, δεν έχουν φύλο· μόνο προδιάθεση – και, ενίοτε, κατεστραμμένο μακιγιάζ. Κι όταν έχουν φύλο, εγώ δεν έχω φύλλο. (Τα φτηνά λογοπαίγνια είναι το δικό του μακιγιάζ. Σ’ αυτό δεν έχεις άδικο!)

«Είναι μια παρέα που μαζεύεται μια φορά το χρόνο, πάντα τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων. Από το 1976».

«Τι λες τώρα;! Σαράντα χρόνια! Δεν είχα καν γεννηθεί τότε!»

Κάτω από σαράντα, λοιπόν. Θα μπορούσε να είναι κόρη μου. (Οι περισσότερες γυναίκες στον πλανήτη σήμερα θα μπορούσαν να είναι κόρες του. Σκάσε, το ξέρω!) Αμφιταλαντεύεται λιγάκι: να πει την ιστορία της ιδιότυπης παρέας του σε μία παντελώς άγνωστη; Γιατί όχι; Αυτοί είναι οι καλύτεροι ακροατές.

Παίρνει άλλο ένα γαλακτομπούρεκο.

«Για λέγε!»

«Είμαστε ο θίασος από ένα ανέβασμα του Βασιλιά Ληρ. Ξέρεις, θέατρο. Σαίξπηρ».

«Σαίξπηρ, ξέρω. Βασιλιά Ληρ, όχι».

«Εν πάση περιπτώσει. Παίζαμε σε μια παράσταση που είχε ανέβει σε κεντρικό θέατρο –εδώ κοντά, κατά σύμπτωση– τον Δεκέμβριο του 1976. Οι περισσότεροι ήμασταν μαθητές στη σχολή του θιασάρχη. Γιάννη Διαμαντίδη τον έλεγαν, μπορεί να τον έχεις ακουστά».

Κουνάει το κεφάλι της αρνητικά.

«Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Αυτός το είχε σκηνοθετήσει και έπαιζε τον κεντρικό ρόλο, τον Βασιλιά Ληρ. Η παράσταση ήταν φρικτή, μεταμοντέρνες παπαριές. Μεγάλο το στοίχημα για τον δάσκαλο: ν’ ανεβάσει παράσταση “πρωτοποριακή” και με θίασο ένα μάτσο άπειρα παιδαρέλια. Δώσαμε καμιά δεκαριά παραστάσεις, μπροστά σε ελάχιστους θεατές. Και το θέατρο ήταν τεράστιο, πολλή παγωμάρα. Οι κριτικές μάς έθαψαν – δικαίως, δε λέω. Στην παράσταση της παραμονής των Χριστουγέννων, ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι το έργο κατεβαίνει, θα δίναμε άλλη μία ανήμερα και πάπαλα. Ο δάσκαλος έπαιξε κι έχασε. Μετά πήγε στο καμαρίνι του και πέθανε. Ανακοπή».

«Έλα, ρε! Μεγάλος;»

«Περίπου όσο είμαι εγώ τώρα, στα εξήντα».

«Και;»

«Δυο μέρες μετά ήταν η κηδεία. Σαν σήμερα. Πήγαμε όλος ο θίασος μαζί, ένα σώμα. Μετά είχαμε κανονίσει να φάμε όλοι μαζί ψαρόσουπα στο σπίτι του Αντρέα και της Σοφίας, μέλη του θιάσου κι αυτοί. Εκείνος έπαιζε τον Έντγκαρ κι εκείνη την Κορντέλια, την καλή κόρη του Ληρ, εκείνη που “αγαπάει και σωπαίνει”… Αλλά είπες ότι δεν το ξέρεις το έργο».

«Όχι. Λέει;»

«Αν σε ενδιαφέρει η εξουσία, η απληστία, η αχαριστία και η τρέλα, κάτι λέει».

Ο Χρήστος βγάζει από την εσωτερική τσέπη το βιβλίο και της το δίνει.

«Ο Έντγκαρ, που λες, είναι ο καλός γιος του Γκλώστερ. Αυτός έχει τον τελευταίο λόγο στο έργο. “Πρέπει ν’ αντέξουμε το βάρος της θλιβερής μας εποχής: / τα λόγια μας να μην τα επιβάλλει χρέος, αλλά κατάθεση ψυχής. / Οι πρόγονοί μας είχαν βάσανα χειρότερα. Κι εμείς, που τώρα ζούμε, / ούτε στα χρόνια τους θα φτάσουμε, ούτε τόσα πολλά θα δούμε”».

«Γαμάτο! Εσύ τι ρόλο είχες;»

«Τον Τρελό. Όχι κανέναν παλαβό, μη φανταστείς· τον Γελωτοποιό του Βασιλιά. Ωραίος ρόλος, αβανταδόρικος. Αλλά με είχε σκηνοθετήσει υπερβολικά ο δάσκαλος. Ήμουν μεν για γέλια, ως όφειλα, αλλά για τους λάθος λόγους. Έλεγα τις μεγάλες αλήθειες. “Όποιος δεν έχει τοσοδά μυαλό, / στη μπόρα τριγυρνάει με τριαλαρό, / γιατί στη μοίρα του μπορεί ν’ αντέχει, / αφού το ξέρει ότι κάθε μέρα βρέχει”».

«Σωστός! Ωραίο εργάκι ακούγεται».

«Χα χα χα! Ναι, καλούτσικο είναι».

«Και θυμάσαι ακόμα τα λόγια σου;»

«Όχι μόνο τα δικά μου, όλο το έργο. Έχω μια εμμονή με δαύτο. Τώρα είμαι και σε ηλικία κατάλληλη για να παίξω τον Ληρ. Σε μία και μοναδική παράσταση, εκείνη που χρωστάμε, τη χριστουγεννιάτικη».

«Ε, και γιατί δεν το κάνεις;»

Απύθμενη άγνοια – η καλύτερη άμυνα!

«Δεν είμαι πια ηθοποιός».

«Γιατί; Ωραία τα λες! Για πες κάτι απ’ αυτόν, τον Βασιλιά».

Το ενδιαφέρον της είναι ειλικρινές, δεν κάνει πλάκα. Ο Χρήστος έχει συγκινηθεί. Σαίξπηρ στο παγκάκι; Φυσικά, γιατί όχι; Πίνει μια γερή γουλιά ρακί και σηκώνεται, βγαίνει από τον σκέπαστρο, στη βροχή. Το ξεκούμπωτο παλτό του ανεμίζει στον αέρα.

«“Φυσάτε μανιασμένοι άνεμοι, φυσάτε / μέχρι να σκάσουμε τα μάγουλά σας! / Νεροποντές και καταρράχτες τ’ ουρανού χυθείτε, / σκεπάστε τα καμπαναριά και σπάστε τους ανεμοδείκτες! / Κι εσείς / θειάφινες φλόγες, γοργές όπως η σκέψη, πρόδρομοι κεραυνών που σκίζουν τις βαλανιδιές, / ελάτε, καψαλίστε τ’ άσπρα μου μαλλιά! Αλλά κι εσύ / κεραυνέ, του κόσμου χαλαστή, κατέβα, ισοπέδωσε / τη στρογγυλή σφαίρα της γης! Ράγισε όλες τις μήτρες της Φύσης, / λιώσε όλα τα σπέρματα που βγάζουν άχρηστους ανθρώπους”».

Υποκλίνεται. Η κοπέλα χειροκροτεί μ’ ενθουσιασμό. Ο Χρήστος κάθεται πάλι δίπλα της και πιάνει την μπουκάλα.

«Γεια μας! Φωτιά και τσεκούρι στους άχρηστους ανθρώπους! Κι ας είμαι κι εγώ Χρήστος Άχρηστος».

«Χρήστο σε λένε; Εμένα Χαρά. Χάρηκα».

Απλώνει το χέρι και ο Χρήστος το πιάνει σε μία καρικατούρα χειραψίας.

«Γεια σου. Από ονόματα σκίζουμε, έτσι; Η Χαρά και ο Δυο Τρομάρες! Αυτό θα είναι στο εξής το ινδιάνικο όνομά μου».

«Χα χα χα, καλό! Άσε μου τώρα το χέρι και δώσε μου το μπουκάλι».

tss3

* * *

Ο Χρήστος τής αφηγείται την πλοκή του έργου, αλλά τα πρόσωπα είναι πολλά και οι ίντριγκες περισσότερες κι από καθημερινή σαπουνόπερα – η Χαρά μπερδεύεται. Τον προτρέπει να της πει τη συνέχεια της ιστορίας του θιάσου και ο Χρήστος ικανοποιεί το αίτημά της.

Εκείνη τη μέρα, της λέει, στο τραπέζι μετά την κηδεία, πέρασαν φανταστικά: μίλησαν, σούρωσαν, γέλασαν, έκλαψαν – η συναισθηματική αγωγή ως τρενάκι του τρόμου. Μέχρι το πρωί. Την επόμενη χρονιά το επανέλαβαν. Και την μεθεπόμενη. Έτσι καθιερώθηκε η παράδοση, από μόνη της. Σαράντα χρόνια τώρα. Μια ντουζίνα άνθρωποι. Κάποιοι ακόμα ηθοποιοί, οι περισσότεροι όχι. Κάποιοι στενοί φίλοι μεταξύ τους, οι περισσότεροι όχι. Μόνο για μέρα. Και πάντα την Boxing Day.

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Ποιο, “Boxing Day”; Έτσι λένε οι Άγγλοι τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων».

«Γιατί; Επέτειος για τίποτα μαπίδια είναι;»

«Όχι. Δεν είναι σίγουρο γιατί τη λένε έτσι. Η επικρατέστερη άποψη λέει ότι εκείνη τη μέρα οι υπηρέτες, οι ταχυδρόμοι, οι κλητήρες και όλοι οι παρόμοιοι βοηθητικοί –όλοι τους φτωχοί, εννοείται– περίμεναν να πάρουν ένα κουτί –ένα box– με δώρα και καλούδια από τους έχοντες, τα αφεντικά. Άρα, η Μέρα των Κουτιών».

«Και συ τι θα πας τώρα στους δικούς σου; Ένα box ζαχαροπλαστείου άδειο;»

«Ναι. Και το ρακί».

«Αν περισσέψει», λέει η Χαρά και φέρνει το μπουκάλι στα χείλη της.

* * *

Η ώρα έχει περάσει, είναι πια προχωρημένο μεσημέρι. Η βροχή συνεχίζεται. Τα τρόλεϊ έρχονται και φεύγουν. Και οι δυο τους, εκεί, στο παγκάκι. Τα γλυκά έχουν τελειώσει, το μπουκάλι έχει φτάσει κάτω από τη μέση.

«Δεν πρέπει κάποτε να πας; Θα σε περιμένουν. Μεσημέριασε πια».

«Νωρίς είν’ ακόμα».

«Το βιβλίο μην ξεχάσεις», λέει η Χαρά και κάνει να του το επιστρέψει.

«Κράτησέ το να το διαβάσεις με την ησυχία σου».

Και τότε της λέει ότι αυτό είναι το τελευταίο του βιβλίο, τα υπόλοιπα τα έχει σκοτώσει στο Γιουσουρούμ. Όπως και τα βινύλια, το στερεοφωνικό, τις ηλεκτρικές συσκευές (όσες δεν ήταν εντελώς για πέταμα), τους πίνακες, κάποια έπιπλα, μια εξαιρετική συλλογή από θεατρικά προγράμματα του 20ού αιώνα, σχεδόν τα πάντα. Δεν ξέρει γιατί λέει τέτοια πράγματα σε μιαν άγνωστη κοπέλα. Δεν είναι του χαρακτήρα του. Δεν είναι ο Έντγκαρ, είναι ο Τρελός! Ή μήπως, με τα χρόνια, έχει γίνει και ο Έντγκαρ; Πιάνει το βιβλίο και βρίσκει χωρίς δυσκολία το απόσπασμα που ψάχνει. Το επιστρέφει στη Χαρά και της λέει:

«Διάβασέ μου από δω ως εκεί».

«Ωραία, θα παίξω κι εγώ!»

Σέρνει ένα δάχτυλο που κολλάει από το σιρόπι πάνω στις γραμμές και αρχίζει:

«“ΕΝΤΓΚΑΡ: Όταν πονάν όπως εμείς και οι καλύτεροί μας, / όσα μας βασανίζουνε φεύγουνε απ’ την ψυχή μας. / Σ’ όποιον μονάχος του πονά, πάσχει διπλά ο νους του, / ξεχνάει κάθε του χαρά, καιρούς αλλοτινούς του. / Όμως, το βάρος της ψυχής πολύ το ελαφρώνει / αν βρει σύντροφο η λύπη σου και πια δεν είναι μόνη”. Πω, μάγκα μου!»

«Ναι, σ’ το κάνει αυτό ο Σαίξπηρ».

Η Χαρά δέχεται τελικά να πάρει το βιβλίο, αλλά μόνο με τον όρο ότι θα του επιστρέψει όταν το διαβάσει.

«Δανεικό. Δεν υπάρχει περίπτωση να κρατήσω το τελευταίο σου βιβλίο!»

«Δεν το χρειάζομαι, Χαρά. Το έχω όλο αποθηκεύσει ήδη στο σκληρό μου δίσκο», λέει και ακουμπάει τον δείκτη του στον κρόταφο.

* * *

Το ρακί κοντεύει να τελειώσει· το ίδιο και τα τσιγάρα.

«Και πώς έφτασες σ’ αυτό το σημείο, να τα πουλήσεις όλα; Σε τσάκισε κι εσένα η κρίση;»

«Όχι, είχε προλάβει να με τσακίσει μια άλλη κρίση, προσωπική. Χρονικά συνέπεσε με την άλλη, αλλά όχι, καμία σχέση».

«Για λέγε».

«Περίεργη είσαι!»

«Είμαι και φαίνομαι!»

Την κοιτάζει έντονα στα μάτια. Με το μαντήλι, μουλιασμένο στο νερό της βροχής, έχει καταφέρει να αφαιρέσει την περισσότερη μπογιά. Τα μάτια της γυαλίζουν από το οινόπνευμα, αλλά δεν μαρτυρούν περιέργεια· μόνο ενδιαφέρον – γνήσιο. Το βλέμμα της τον ζεσταίνει. Αποφασίζει να της πει κάτι που δεν έχει πει ποτέ σε κανέναν. Αυτό που τον τρώει ζωντανό.

«Το 1989 ζούσα με μια Βελγίδα, εδώ στην Αθήνα. Ντελφίν την έλεγαν – τη λένε ακόμα, δηλαδή, υποθέτω. Δεν είχαμε παντρευτεί, αλλά είχαμε κάνει ένα παιδί μαζί, ένα αγοράκι, τον Ρεϊμόν. Δεν ήθελε να παντρευτούμε, δεν επέμεινα, με βόλευε η κατάσταση. Κακώς. Το 1990 πήρε το μωρό και γύρισε στην πατρίδα της. Έκοψε κάθε επαφή, δεν την ξαναείδα ποτέ. Ούτε το παιδί.»

Η Χαρά δεν λέει τίποτα, μόνο τον πλησιάζει τόσο που οι ώμοι τους αγγίζονται.

«Και το 2009 έμαθα από καθαρή σύμπτωση, στο διαδίκτυο, ότι ο γιος μου σκοτώθηκε σε τροχαίο. Είκοσι χρονών».

Η Χαρά περνάει το χέρι της γύρω από τη μέση του και σφίγγεται πάνω του. Βουβή.

«Το χειρότερο δεν είναι αυτό. Πώς να μου λείψει κάτι που ποτέ δεν είχα; Ίσως να έπρεπε να είχα ψάξει τόσα χρόνια να τον βρω. Αλλά ήταν δύσκολο. Πρακτικά, νομικά. Συναισθηματικά. Δεν είχα ξεχάσει, αλλά ούτε και θυμόμουν. Γκρίζα ζώνη… Όταν έμαθα ότι σκοτώθηκε, τον έψαξα στο Facebook. Στην ηλικία του, σκέφτηκα, μπορεί και να ασχολιόταν με τα τοιαύτα. Εγώ δεν είχα ιδέα, επί τούτου μπήκα. Και όντως είχε προφίλ. Και μάλιστα δημόσιο. Έφαγα ώρες, μέρες, μήνες σε κείνο το εικονικό περιβάλλον. Μάθαινα αναδρομικά τα νέα του νεκρού μου γιου… Αλλά αυτό δεν είναι το χειρότερο. Εκείνο που πραγματικά με διέλυσε ήταν που μέχρι και πρόσφατα, όσο είχα ακόμα υπολογιστή, έβλεπα ότι στα γενέθλιά του έμπαιναν διάφοροι και του εύχονταν χρόνια πολλά… Το φαντάζεσαι;»

«Όχι».

* * *

Σκοτεινιάζει. Η βροχή έχει σταματήσει, αλλά το κρύο έχει θεριέψει. Η Χαρά κι ο Χρήστος κάθονται αγκαλιασμένοι, ακίνητοι· αγάλματα. Το αγκάλιασμά τους δεν έχει τίποτα το ερωτικό· μοιάζει περισσότερο με γάντζωμα στο χείλος του γκρεμού, με τα πόδια τους να αιωρούνται στο κενό από κάτω.

«Έρχεται τρόλεϊ. Να το πάρουμε;»

«Ναι, πάμε».

Κανείς δεν κουνιέται.

* * * * * * *

[Τα αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Κνουτ Χάμσουν Η Πείνα είναι σε μετάφραση του Δ. Παπαγρηγοράκη (Μεταίχμιο, 2014). Τα αποσπάσματα από την τραγωδία του William Shakespeare Βασιλιάς Ληρ είναι σε μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ (Κέδρος, 2006). Ο στίχος του W.B. Yeats είναι από το ποίημα The Second Coming (1920). Οι τρεις κινηματογραφικές ταινίες που αναφέρονται είναι: Annie Hall (Νευρικός Εραστής – 1977) του Woody Allen· Runaway Train (Το Τρένο της Μεγάλης Φυγής – 1985) του Andrei Konchalovsky· White Nights (Λευκές Νύχτες – 1985) του Taylor Hackford. Το τραγούδι “When I’m Sixty-Four” είναι των Beatles από το Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band (1967).]

* * *

Εδώ άλλες ιστορίες

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s