Το Γκρότλιν

Βιβλία για παιδιά: προτάσεις μιας βιβλιόφιλης μαμάς

—της Αγγελικής Μποζίκη—

Νομίζω ότι έχετε ήδη καταλάβει την αδυναμία που έχουμε οικογενειακώς στον Benji Davies, δημιουργό του μικρού Νόι αλλά και άλλων βιβλίων που αγαπάμε πολύ και για τα οποία σας έχουμε μιλήσει. Το Γκρότλιν είναι το νέο του βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις Εκδόσεις Ίκαρος. Από το εξώφυλλο καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό το βιβλίο θα είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα.

Πάει για ύπνο η Ρουμπίνη
μα στο μυαλό της έχει μείνει
ένα τραγούδι που με τρόμο
να παίζουν άκουσε στο δρόμο

Το Γκρότλιν σπίτι σου τα βράδια
Στριφογυρίζει στα σκοτάδια….
Μα πρόσεχε, μην μπερδευτείς!
Το μάτι βλέπει ό,τι σκεφτείς.

Η μικρή Ρουμπίνη λοιπόν, επηρεασμένη από τις ιστορίες που ακούει για ένα πλάσμα που το λένε Γκρότλιν, το σκέφτεται και νομίζει ότι το ακούει και το βλέπει παντού. Και όταν ξημερώνει ξανά όλοι έχουν μια ιστορία να διηγηθούν. Άραγε τι είναι αυτό το Γκρότλιν; Και σε τι θα του χρησιμέψουν όλα αυτά που έχει αρπάξει;

Αυτή τη φορά, ο βραβευμένος συγγραφέας επιστρέφει ξεπερνώντας τον εαυτό του με μια σκοτεινή ιστορία γεμάτη μυστήριο αλλά και ανατροπές. Μας μεταφέρει σε μια βικτωριανή πόλη (που ίσως είναι το Λονδίνο) και διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, μας δημιουργείται η εντύπωση ότι θα διαβάσουμε ένα καλοστημένο θρίλερ. Αλλά στο τέλος έρχεται η ανατροπή και καταλαβαίνουμε ότι αλλιώς τα βλέπουμε και αλλιώς είναι τελικά. Χρησιμοποιεί έμμετρο στίχο για να μας διηγηθεί την ιστορία του και να δώσει ρυθμό. Η εικονογράφηση είναι για ακόμα μια φορά μαγική. Χρησιμοποιεί πολύ το μαύρο για να τονίσει το σκοτάδι και το φόβο, που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, και αξιοποιεί τις σκιές, δημιουργώντας μια μοναδική ατμόσφαιρα.

Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο μας δίνεται η ευκαιρία να μιλήσουμε με τα παιδιά μας για τα πράγματα που τελικά μπορεί να μην είναι πάντα όπως φαίνονται. Να μιλήσουμε για το πώς το μυαλό μας καμιά φορά παραμορφώνει τα πράγματα και τους δίνει μεγαλύτερη έκταση από ό,τι πρέπει. Και αν ανησυχείτε ότι θα τρομάξουν, σας διαβεβαιώνω πως δεν θα συμβεί. Εμείς διαβάζουμε συνέχεια το Γκρότλιν, προσπαθώντας να ανακαλύψουμε καινούρια στοιχεία για αυτό το παράξενο πλάσμα. Τις προάλλες ήθελε να το διαβάσουμε κάτω από τα σκεπάσματα με το φακό για να δημιουργήσουμε ατμόσφαιρα όπως είπε.

Ένα βιβλίο που θα σας μαγέψει με την ατμόσφαιρα που δημιουργεί η εικονογράφηση και ο λυρισμός της αφήγησης. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος και η εξαιρετική απόδοση στα ελληνικά είναι του Αντώνη Παπαθεοδούλου. Απευθύνεται σε παιδιά από τριών ετών.

Μέχρι την επόμενη εβδομάδα μην ξεχνάτε: «Το μάτι βλέπει ό,τι σκεφτείς!»

ΓΚΡΟΤΛΙΝ

* * *

Εδώ άλλες Προτάσεις μιας βιβλιόφιλης μαμάς

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Φρεγάτες

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

«Ηθικές αμοιβές»: αυτός είναι ο τίτλος του υπηρεσιακού εγγράφου με το οποίο απονέμεται ο τίτλος «του Υποναυάρχου επί τιμή», ο «Πολεμικός Σταυρός Α΄ Τάξεως» καθώς και «το Μετάλλιο Εξαίρετων πράξεων» στην «κορυφαία ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα». Ο ιστορικός που θα μελετήσει τις ιδεολογικές χρήσεις του ‘21 στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία —ιδίως τώρα που πλησιάζουμε στη 200ή επέτειο του Αγώνα— σίγουρα θα σταματήσει σε αυτό το έγγραφο αλλά και στη διαδικτυακή διάχυση και πρόσληψη του. Το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο οι συνειρμοί που δημιούργησε η υστερόχρονη αποδιδόμενη τιμή και η σύνδεση της με την ακόμη αδικαίωτη «υπολοχαγό Νατάσα» και τον «αστυνόμο Θεοχάρη»∙ το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο το έγγραφο συνιστά υπόδειγμα θεσμικής «τρολιάς» και παρωδίας της ιστορικής μνήμης.

Η συγκυρία φαίνεται άλλωστε ότι ευνοεί την παρωδία, μιας και σε παλαιότερες αναρτήσεις του κ. Χρ. Πρωτοπαπά (νέου προέδρου του ΕΛΔΟ στη θέση του παραιτηθέντος κ. Κριμιζή), ο πρόεδρος αναφέρεται με θερμά λόγια στον Άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, τον οποίο αποκαλεί «Σοφό Άγιο της Τεχνολογίας». Ο ίδιος «πρόεδρος» άλλωστε στις 3 Απριλίου του 2016, σχολίαζε με τα εξής λόγια τις  φωτογραφίες του από το Σούνιο: «Η Ελλάδα και η Ρωμιοσύνη δεν πεθαίνει ποτέ κουφάλες ευρωπαίοι. Όταν εμείς κτίζαμε ναούς και γράφαμε κωμωδίες και τραγωδίες εσείς ζούσατε στις λάσπες, τρώγατε ωμό κρέας και μιλούσατε άπλυτοι με άναρθρες κραυγές». Με αφετηρία αυτά τα μικρά και μάλλον ασήμαντα επεισόδια της δημόσιας σφαίρας, μπορούμε να σκεφτούμε ξανά τις όψεις της εθνολαϊκιστικής ταυτότητας της κυβέρνησης σήμερα.

prwtopapas_0_0

Τι είναι άραγε ο «συριζανελισμός»; Είναι μια απλή έφοδος στην εξουσία δύο ετερόκλητων κομμάτων που αξιοποίησαν απλώς τη φθορά του παλαιού πολιτικού συστήματος; Ή είναι ένας ατελής «αριστεροδεξιός» λαϊκισμός που αναδιατυπώνει γνώριμα και σταθερά στερεότυπα ως συστατικά στοιχεία του νέου «ριζοσπαστικού» δεσμού ανάμεσα στο λαό και το έθνος; Στην πραγματικότητα, η συγκυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ βασίστηκε στη συναίρεση δύο «εθνολαϊκισμών»: δύο συμπληρωματικών, δηλαδή, ιδεολογικοπολιτικών λόγων, που ο ένας υπερτονίζει το στοιχείο του έθνους (και της εθνικιστικής ρητορικής) και ο άλλος υπερτονίζει την κοινωνική διαμαρτυρία απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, την Ευρώπη, τις ελίτ, τις «κουφάλες» κλπ. Η επιτυχία της συγκυβέρνησης οφείλεται ακριβώς σε αυτό το αρκετά πρωτότυπο πείραμα συνύπαρξης των δύο λαϊκισμών που εμπεριέχουν τη Μπουμπουλίνα, τον Άγιο Πορφύριο, την καταγγελία για τους «ξένους», και βεβαίως τα πεπρωμένα ενός αντιστασιακού έθνους με υπερβατική αποστολή ανά τους αιώνες. Το εθνικιστικό και ετεροφοβικό περιεχόμενο αυτού του λόγου ένωσε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις του κοινωνικού και εκλογικού ρεύματος και, παρ’ όλες τις μεταλλάξεις της βίαιης προσγείωσης του ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα, διαμόρφωσε ένα σταθερό εθνικολαϊκιστικό ύφος της εξουσίας∙ ένα ύφος που εκδηλώνεται με κάθε τυχαία ή προβλεπόμενη αφορμή, βασισμένο σταθερά πάνω σε μια αναμυθολόγηση του μύθου.

Στην πραγματικότητα, κανένα από τα ρητορικά υλικά που χρησιμοποιεί ο «συριζανελισμός» δεν είναι καινούργιο: ο εθνικισμός και η αντιπαγκοσμιοποίηση ήταν η χρυσή συνταγή για μια νέα κοινωνική κινητοποίηση, που είχε ωστόσο προετοιμαστεί διαταξικά, διαπολιτικά και διακομματικά εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν το ρεύμα και συνάμα το απόθεμα ενός διάχυτου νοοτροπιακού λαϊκισμού[1] που εκδηλώθηκε και αναζωπυρώθηκε μέσα στις συνθήκες μιας μείζονος κρίσης, συνδέοντας τους καταγωγικούς και ιδρυτικούς μύθους της εθνικής ανεξαρτησίας με τα αντι-παγκοσμιοποιητικά ανακλαστικά μιας παλαιοημερολογίτικης αριστεράς, που ζούσε (και ζει) διαχρονικά με το όραμα ενός «μαγικού αντι-καπιταλισμού». Η αναδιατύπωση των στερεοτύπων και η ένταξή τους μέσα σε νέα συμφραζόμενα, το κυρίαρχο δηλαδή χαρακτηριστικό της «μυθικής» διαδικασίας, όπως έχει δείξει, εδώ και δεκαετίες, ο Ρολάν Μπαρτ, είναι πιο δόλιο ακόμα και από τον ίδιο το μύθο. Το «μυθικό» υπερβαίνει τον μύθο. Μικρή σημασία έχει αν η αναμυθολόγηση του μύθου αφορά τη Μπουμπουλίνα, τον Άγιο Πορφύριο ή το ψεκασμένο διάστημα στο οποίο ζουν ο υπουργός κ. Παππάς και ο πρόεδρος κ. Πρωτοπαπάς. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι αν, ενόψει της κάλπης των εκλογών ή της επετείου του Αγώνα, οι νεκροί αγωνιστές του ’21 θα μετατραπούν και αυτοί σε κλόουν που οδηγούν φρεγάτες με βαθμό «υποναυάρχου».

 

[1] Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013, Επίκεντρο, Αθήνα, σ. 166.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Το μέγεθος μετράει;

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1340
DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Τι ακριβώς μετράει το μέγεθος; Αποκλείεται να μετράει το μέγεθός του – εκτός κι αν έχει πέσει από μικρό στο θανάσιμο αμάρτημα της αυτοαναφορικότητας. Ένοχος ένοχον ου ποεί.

(Όσους αναγνώστες κέρδισα με τον παραπλανητικό τίτλο, τους έχασα με την εναρκτήρια πρόταση. Πάτσι.)

Αλλού δεν ξέρω (οι απόψεις διίστανται και σιγά μην τις βγάλουμε τώρα να τις μετρήσουμε!), αλλά στην τέχνη το μέγεθος δεν μετράει. Οφείλεις να δώσεις στο (όποιο) έργο σου τις διαστάσεις που το ίδιο απαιτεί. Αυτό που θέλεις να πεις καθορίζει μόνο του το χωροχρονικό του μέγεθος. Το (δύσκολο) ζητούμενο είναι ο δημιουργός να ορίσει το εκάστοτε ιδεώδες 4D πλαίσιο. Απειράριθμες αποτυχίες σε όλες τις μορφές τέχνης οφείλονται στο μέγεθος – συχνότερα στο ξεχείλωμα παρά στη συρρίκνωση, είναι η αλήθεια.

Ας πάρουμε ένα (καθόλου τυχαίο) παράδειγμα. Οι Wire στον πρώτο τους (αριστουργηματικό) δίσκο Pink Flag (1977) χώρεσαν 21 τραγούδια (10 στην α΄ πλευρά και 11 στη β΄), τα οποία διαρκούν από 0΄28΄΄ έως 3΄58΄΄. Διαλέγω ένα, περίπου στον μέσο όρο, το «Three Girl Rhumba» (1΄23΄΄). Τόσο τους χρειάστηκε για να πουν αυτό που ήθελαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, βρήκαν τη χρυσή αναλογία, το «φι» του τραγουδιού τους. Και τι ήθελαν να πουν, ξέρουμε; Όχι, αλλά δεν έχει σημασία. Ήθελαν να πουν αυτό που ήθελες εσύ να καταλάβεις, θα έλεγα (αν ήμουν υποχρεωμένος).

Ας δούμε τους στίχους:

Think of a number
Divide it by two
Something is nothing
Nothing is nothing
Open a box
Tear off the lid
Then think of a number
Don’t think of an answer

Open your eyes
Think of a number
Don’t get swept under
A number’s a number

A chance encounter you want to avoid
The inevitable
So you do, oh yes you do
The impossible
Now you ain’t got a number
You just want to rhumba
And there ain’t no way you’re gonna go under
Go under, go under
Go under, go under
You tear me asunder
Go under, go under
Go under, yeah

Μά’στα. Δηλαδή; Θυμίζω τον τίτλο: «Three Girl Rhumba». Άσχετος, έτσι; Εξαρτάται. Εγώ θέλω να καταλάβω ότι το θέμα του τραγουδιού είναι «ο χωρισμός και πώς να τον ξεπεράσετε». Σκέψου έναν αριθμό και διαίρεσέ τον δια του δύο, σου λέει. Και μετά, ξεκόλλα: Το μόνο που θέλεις είναι να χορέψεις ρούμπα. Έχω και άλλα επιχειρήματα, αλλά δεν θα τα παραθέσω (γιατί τότε θα πρέπει να εικάσω τι ρόλο παίζουν τα τρία κορίτσια κι αυτό ίσως οδηγήσει σε σκηνές αποδόμησης R13). Στο φινάλε, δεν είναι απαραίτητο να έχω δίκιο. Άλλο λέω.

– Ναι, αλλά πες το! Έχουμε ακούσει ήδη το τραγούδι τρεις φορές κι εσύ ακόμα φλυαρείς ακατάσχετα για τα οφέλη της βραχυλογίας!

– Ένα δίκιο το έχεις, δε λέω. Έλεγα, λοιπόν–

– Καλά, τραγούδα!

 

 

Το σαμοβάρι

—του Παναγιώτη Πούτου—

Όσο πιο μεγάλη γίνεται η πολιτισμική και χρονική απόσταση ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η κατανόησή του. Στο Φυγή χωρίς τέλος του Γιόζεφ Ροτ πρέπει να ξέρει κανείς πότε έγινε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος και ποιοι ήταν οι εμπόλεμοι για να καταλάβει την πρόταση «ο λοχαγός του αυστριακού στρατού Φραντς Τούντα πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Ρώσους τον Αύγουστο του έτους 1916» (σελ. 7, μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς. Εκδόσεις Οδυσσέας, 1984). Οι δυσκολίες που γίνονται άμεσα αντιληπτές είναι κυρίως στο λεξιλόγιο, το οποίο μοιάζει με το ορατό μέρος του παγόβουνου: φανερώνουν μόνο ένα μικρό μέρος της απόστασης που χωρίζει τον αναγνώστη από το κείμενο.

roth-joseph-e1401206858971

Γιόζεφ Ροτ

Οι άγνωστες λέξεις, ωστόσο, είναι αναγκαίες. Είναι ορόσημα μετάβασης από το «εδώ και τώρα» του αναγνώστη στον χώρο και τον χρόνο τού λογοτεχνικού έργου. Στα βιβλία του Μάρκες οι άνθρωποι πίνουν αγουαρδιέντε, στου Ζαν Κλοντ Ιζζό παστίς, στου Μισίμα σάκε, ενώ στον Τολστόι οι αποστάσεις υπολογίζονται σε βέρστια. Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τη σημασία κάθε άγνωστης λέξης: όταν λείπουν οι σημειώσεις και επειδή η χρήση ενός λεξικού επιβραδύνει και δυσχεραίνει την ανάγνωση, το περικείμενο λύνει πολλές από τις απορίες. Θυμάμαι πως βασίστηκα στα συμφραζόμενα για να καταλάβω πως οι σημύδες που συναντούσα στον Τολστόι είναι δέντρα. Δεν είχα δει ποτέ σημύδες και πολλά χρόνια μετά θα μάθαινα ότι αυτό το δέντρο δεν υπάρχει πουθενά στην Ελλάδα εκτός από ορεινές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Μία λέξη που δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τι σήμαινε ήταν το σαμοβάρι, και μολονότι αυτό δεν εμπόδιζε την κατανόηση του κειμένου, είναι η μόνη λέξη που θυμόμουν και που είχα συνδέσει με την Άννα Καρένινα.

Άλλες λέξεις είναι σημαντικό να τις ξέρεις, καθώς ρίχνουν φως στην ερμηνεία του κειμένου. Όταν στο Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο η Μαρία Ιριμπάρνε επι—στρέφει στο Μπουένος Άιρες, τηλεφωνεί στον Πάμπλο Καστέλ —είναι ο εραστής της και κανονίζουν να συναντηθούν.

— Θέλω να σε δω αμέσως, λέει εκείνος. Σε περιμένω στην πλατεία του Σαν Μαρτίν.

Η Μαρία φάνηκε να διστάζει. Μετά απάντησε:

— Θα προτιμούσα στη Ρεκολέτα. Θα είμαι εκεί στις οχτώ.

(σελ. 80, μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου. Εκδ. Αστάρτη, 1981)

Η Ρεκολέτα είναι μία συνοικία του Μπουένος Άιρες όπου βρίσκεται το ομώνυμο νεκροταφείο. Η επιλογή δεν είναι τυχαία, η Μαρία είναι παντρεμένη και επιλέγει την τοποθεσία για να είναι σίγουρη ότι δεν θα τους δει κανείς. Στον Δημιουργό (El Hacedor) ο Μπόρχες αφιερώνει ένα μικρό κείμενο στα νύχια, στο οποίο καταλήγει: όταν θα κλειστώ στο Ρεκολέτα, σ’ ένα σπίτι με χρώμα σταχτί, […] θα συνεχίσουν την επίμονη δουλειά τους ώσπου να τα ηρεμήσει η φθορά. (σελ. 544, Άπαντα πεζά. Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης). Το σπίτι στη Ρεκολέτα είναι ο τρόπος του Μπόρχες να αναφερθεί στον θάνατο.

079c7dd2a1c1175fb9b81457365a3b524bab3827

Μπουένος Άιρες, κοιμητήριο Ρεκολέτα

Ξανασυνάντησα το σαμοβάρι στο βιβλίο Υποχρεωτική ευδαιμονία του ρουμάνου συγγραφέα Νόρμαν Μανέα. Πάλι δεν κατάλαβα από τα συμφραζόμενα τι ήταν, όμως σχημάτισα την εντύπωση ότι είναι κάτι που το χρησιμοποιούν οι λαοί της ανατολικής Ευρώπης. Το σαμοβάρι είχε ήδη εξελιχθεί σε λογοτεχνικό μυστήριο: καθόριζε τη σαμοβαρική λογοτεχνία, που ήξερα πως ήταν γραμμένη από ανατολικοευρωπαίους, κυρίως Ρώσους, αλλά ήταν μια κενή λέξη.

norman manea

Νόρμαν Μανέα

Θυμήθηκα τον Μπόρχες ξανά, την Αναζήτηση του Αβερρόη, όπου ο Αργεντίνος περιγράφει την ανησυχία του Αβερρόη καθώς προσπαθεί να κατανοήσει τις λέξεις τραγωδία και κωμωδία, τις οποίες συναντά στο έργο του Αριστοτέλη, αλλά του είναι εντελώς άγνωστες, και σε αυτόν και στον πολιτισμό του. Ο Μπόρχες περιγράφει τη σκηνή όπου ο Αβερρόης παρακολουθεί τη συζήτηση του Φαράχ και του Αμπουλκάσιμ. Ο δεύτερος περιγράφει ένα από τα ταξίδια του στην Καντόνα, όπου είδε να παίζουν θέατρο: «Ήταν φυλακισμένοι, μα κανείς δεν έβλεπε τα κελλιά τους, ήταν καβάλα σ’ άλογα, μα τ’ άλογα δεν τα ‘βλεπε κανείς, πολεμούσαν, αλλά τα σπαθιά ήταν από καλάμι, πέθαιναν, κι αμέσως σηκώνονταν στο πόδι«. Ο Φαράχ σχολιάζει: «οι πράξεις των τρελών ξεπερνούν τις προβλέψεις του γνωστικού ανθρώπου«. Ο Αμπουλκασίμ κάνει άλλη μία προσπάθεια να εξηγήσει στον Φαράχ τι είναι το θέατρο, αλλά εκείνος, μόλις το καταλαβαίνει, το απορρίπτει: «Τι χρειάζονταν είκοσι πρόσωπα; Ένας παραμυθάς μπορεί ν’ αφηγηθεί οτιδήποτε, όσο μπερδεμένο κι αν είναι«. (σελ. 294-5, Άπαντα πεζά. Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης).

1608

Βρήκα το σαμοβάρι ξανά στις σελίδες του Αυστριακού Γιόζεφ Ροτ. Στο Φυγή χωρίς τέλος παίρνει τον Φραντς Τούντα και τον τοποθετεί στη Σιβηρία. Είναι 1916, η Αυστροουγγαρία υπάρχει ακόμα. Λίγα χρόνια μετά, ο Φραντς Τούντα, έχοντας επιβιώσει με άλλη ταυτότητα στη Ρωσία που έγινε ΕΣΣΔ, αποφασίζει να διεκδικήσει την επιστροφή στην πατρίδα του. Ο Ροτ τον γυρνά πίσω σε μια γη κατακερματισμένων κρατών που έχουν διαδεχτεί την Αυστροουγγαρία και του είναι ξένα. Βρίσκει τον αδερφό του, ο οποίος έχει γίνει διευθυντής ορχήστρας σε κάποια γερμανική πόλη: ο Φράντς και ο Γκέοργκ φιλήθηκαν για πρώτη φορά στη ζωή τους. Η πατρίδα για τον Φραντς έχει χαθεί: είναι μία κατάσταση περισσότερο, παρά ένας χώρος.

Παράλληλα με την απόγνωση του Φραντς Τούντα θυμάμαι την αμηχανία του Αβερρόη όταν φτάνω σε άλλη μία σκηνή όπου εμφανίζεται ένα σαμοβάρι:

Ο διευθυντής ορχήστρας είχε αγοράσει πριν από πολλά χρόνια από κάποιους Ρώσους πρόσφυγες ένα ασημένιο σαμοβάρι σαν κάτι το αξιοπερίεργο. Για να τιμήσει τον αδερφό του, που θα μπορούσε πια να θεωρηθεί ένα είδος Ρώσου, το αντικείμενο μεταφέρθηκε μπροστά τους πάνω σ’ ένα τραπεζάκι με ρόδες, που το έσπρωχνε ο υπηρέτης με τη λιβρέα. Ο υπηρέτης φορούσε άσπρα γάντια κι έπαιρνε με τις ασημένιες τσιμπίδες της ζάχαρης τα καρβουνάκια που θα άναβαν το σαμοβάρι.

Αναδύθηκε μια βρώμα σαν από μικρή ατμομηχανή.

Ο Τούντα χρειάστηκε τότε να εξηγήσει πώς χρησιμοποιείται το σαμοβάρι. Στη Ρωσία δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει, όμως δεν το ομολόγησε, εμπιστεύτηκε τη διαίσθησή του.

Στο μεταξύ είδε πολλά εβραϊκά σκεύη στο δωμάτιο, καντήλια, αγιοπότηρα, παπύρους της Τορά.

«Έχετε ασπαστεί τον εβραϊσμό;» ρώτησε. (σελ. 88, μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς. Εκδόσεις Οδυσσέας, 1984)

Ο Ροτ επιβεβαίωσε την υποψία μου ότι το σαμοβάρι είναι ρωσική λέξη. Cамовар σημαίνει «αυτό που βράζει από μόνο του». Για τον Γκέοργκ ο Φραντς είναι πια ένα είδος Ρώσου. Ακόμα και για τον αδερφό του έχει γίνει ένας άλλος, ένας ξένος. Το σαμοβάρι γίνεται σύμβολο, καθώς βεβηλώνεται —μαζί με άλλα αντικείμενα— από τον Γκέοργκ, ο οποίος τα αγοράζει από εξαθλιωμένους πρόσφυγες, όπως παρατηρεί ο Francesco Orlando στο βιβλίο Obsolete Objects in the Literary Imagination: Ruins, Relics, Rarities (σελ. 25).

Καθώς διαβάζω, συνειδητοποιώ ότι ο Αυστριακός Ροτ τοποθετεί το όριο: γνωρίζει τι είναι το σαμοβάρι, αλλά το καταχωρίζει στον ρωσικό πολιτισμό, εκεί όπου έχει φυλακιστεί οριστικά πια ο άπατρις Τούντα, που είναι ο ίδιος ο Ροτ. Το χρησιμοποιεί και ως σύμβολο αποξένωσης. Παράλληλα με την πλοκή ακολουθώ τη δική μου ανάγνωση, την αναζήτηση μιας λέξης που έχει ξεκινήσει από τον Τολστόι, έχει περάσει από τον Μανέα και έχει συνδεθεί με μια άλλη αναζήτηση, του Αβερρόη, μέσα στον Μπόρχες. Περιμένω πραγματικά πως θα μάθω τι είναι, αλλά ο Ροτ με απογοητεύει — ή μάλλον με διδάσκει ότι η λογοτεχνία, όπως όλα τα κείμενα, είναι ένα ταξίδι μέσα σε ένα δάσος: δεν γνωρίζουμε όλα όσα θα συναντήσουμε στην πορεία, ακολουθούμε μονοπάτια που διακλαδώνονται, βγαίνουμε σε ένα ξέφωτο έχοντας περισσότερη γνώση, ακόμα και με τη μορφή των αποριών. Η έλλειψη απάντησης δεν συνιστά υστέρηση, γιατί, ακόμα και με την άγνοια του σημαινομένου της λέξης σαμοβάρι, το αντικείμενο έχει ήδη αποκτήσει συμβολισμό και περιεχόμενο από τα κείμενα στα οποία εμφανίζεται.

Ήρθε η ώρα να ανοίξω το λεξικό: στο ΛΚΝ διαβάζω ότι είναι «μεταλλική συσκευή, συνήθ. χάλκινη, για την παρασκευή του τσαγιού, που χρησιμοποιείται κυρίως στη Ρωσία».

samovar

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Οίνος φιλολόγους ποιεί

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Οι ήττες πονάνε

—του Μάνου Ματσαγγάνη*—

Είναι το πρωί της επόμενης μέρας. Έχω κλειδώσει το ποδήλατο, έχω αγοράσει την Corriere με τη Lettura, το κυριακάτικο ένθετο για τις τέχνες και τα γράμματα, και διαβάζω τα αθλητικά όρθιος στη μπάρα του αστικού καφέ, τρώγοντας κρουασάν και πίνοντας καπουτσίνο. Πίσω μου περιμένουν να σερβιριστούν δύο κυρίες μεγάλης ηλικίας, καλοντυμένες και περιποιημένες. «Τελικά έχασε η Ίντερ; Μα έπαιζε τόσο ωραία!» Γυρίζω χαμογελώντας πικρά. «Ναι κυρία μου, έχασε – και ναι, πράγματι έπαιζε ωραία. Οι ήττες πονάνε». (Κατά κυριολεξία, στη γλώσσα του τόπου: «Οι ήττες καίνε».)

Η τελευταία ήττα που πόνεσε ήταν φυσικά το 2-3 με την αντιπαθητική Γιουβέντους, την αιώνια ευνοημένη των διαιτητών, το προηγούμενο βράδυ. Το Σαν Σίρο κατάμεστο: 78.328 εισιτήρια (5,3 εκατομμύρια ευρώ εισπράξεις). Οι οπαδοί της φιλοξενούμενης στο πέταλο, αλλά και σκόρπιοι ανάμεσα στους υπόλοιπους θεατές: φοράνε φανέλες της ομάδας τους, και δεν φοβούνται να πανηγυρίσουν τα γκολ, υπό τα θλιμμένα αλλά όχι απειλητικά βλέμματα των υποστηρικτών της Ίντερ.

Το πρώτο ημίχρονο είναι τραγικό για την Ίντερ. Δέχεται νωρίς γκολ, μένει με έναν παίκτη λιγότερο, δέχεται δεύτερο γκολ που ευτυχώς ακυρώνεται λόγω (καθαρού) οφσάιντ. Το στάδιο δεν διαμαρτύρεται τόσο για την (αυστηρή) αποβολή του Βεσίνο, όσο για την διπλή άρνηση του διαιτητή να εφαρμόσει τα ίδια μέτρα και σταθμά σε δύο διαφορετικές φάσεις, δίνοντας δεύτερη κίτρινη στον Πιάνιτς σε ισάριθμα σκληρά φάουλ στον Ραφίνια. Οι οπαδοί της Ίντερ αντιδρούν ξεσπώντας σε ειρωνικά χειροκροτήματα, στραμμένοι προς το πέταλο των οπαδών της Γιουβέντους.

Στο δεύτερο ημίχρονο βλέπουμε μια Ίντερ μεταμορφωμένη: «Με δέκα παίκτες, παίζει με κουράγιο, δύναμη, σφρίγος και ενθουσιασμό» όπως γράφει η σοβαρή εφημερίδα. Είναι μια Ίντερ «garibaldina». Ανατρέπει το σκορ μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, με ένα γκολ του Ικάρντι και άλλο ένα αυτογκόλ του αμυντικού της Γιουβέντους, ενδεικτικό της πίεσης, αγωνιστικής και ψυχολογικής, που ασκεί η Ίντερ. Διατηρεί το προβάδισμα, χωρίς μεγάλη δυσκολία αλλά και χωρίς άλλες δυνάμεις, μέχρι τρία λεπτά πριν από το τέλος. Τότε η Γιουβέντους, ψυχρή και κυνική, πετυχαίνει δύο γκολ σε ενάμιση λεπτό, «αρπάζοντας τη νίκη από τα σαγόνια της ήττας», όπως λένε οι Εγγλέζοι.

Στο δρόμο του γυρισμού με τον Έ. είμαστε σε θυμόσοφο mood. Του μιλάω για κάποιες άλλες ήττες που είχαν πονέσει. Από το 4-4 με τον Ολυμπιακό (14-15 στα πέναλτυ) το 2009, έως το 1-0 στην Τούμπα το 1976. Ακόμη θυμάμαι το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα, με τον πατέρα μου μάταια να προσπαθεί να με παρηγορήσει, οδηγώντας στην Εθνική Οδό μέσα στη νύχτα. Ο Έ. χαμογελάει πικρά. Είναι σαν να βλέπω το αόρατο νήμα, πάνω από τη θάλασσα και πάνω από τον χρόνο, που τον συνδέει με τον λατρεμένο του παππού (και ίσως, γιατί όχι, και με τον μπαμπά του), με την άλλη μια από τις δύο πατρίδες του, με την άλλη μια από τις δυο ομάδες της καρδιάς του.

Δεν του μιλάω για τις διαφορετικές ήττες μας, που και εκείνες είχαν πονέσει τόσο πολύ. Για τις εκλογές του 1977 και του 1981. Για την αποτυχία της ΕΑΡ. Για τον εκφυλισμό του Συνασπισμού. Για την ταχεία μετάλλαξη της ΔΗΜΑΡ από ελπίδα της δημοκρατίας σε φαρσοκωμωδία της δεκάρας. Για την επικράτηση της χειρότερης Ελλάδας: ενός αμόρφωτου πρωθυπουργού και του χυδαίου φίλου του με τις στολές παραλλαγής, των τσαρλατάνων υπουργών τους, των ανίκανων ή/και θρησκόληπτων ανόητων σε θέσεις ευθύνης, των στελεχών που περιμένουν τη σειρά τους για να διοριστούν κι αυτοί σε κάποια θεσούλα, των απλών οπαδών που παρηγορούνται με τη σκέψη ότι «και οι άλλοι ίδιοι ήταν», σε ένα απέραντο τοπίο παρακμής, σε μια χώρα φοβισμένων και μνησίκακων ανθρώπων.

Πώς να του μιλήσω για όλα αυτά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρει όλα.

Τελειώνω τον καφέ, μαζεύω την εφημερίδα (και τα γυαλιά πρεσβυωπίας), χαιρετάω τις δύο κυρίες. «Καλή Κυριακή παιδί μου. Και ας ελπίσουμε ότι την άλλη φορά η Ίντερ θα κερδίσει, όπως άλλωστε της αξίζει».

1789989

* Ο Μάνος Ματσαγγάνης κατέχει τη διεθνή έδρα Δημόσιας Οικονομικής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Διάφορες παρεκβάσεις

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Somebody σύρε να φέρεις τον doctor μανούλα μ’

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1339
DJ της ημέρας, ο Γιώργος Τσακνιάς

Μόνο εγώ βλέπω τη συγγένεια ανάμεσα στα δύο κομμάτια; Εντάξει, παραδέχομαι πάντως ότι η συγγένεια αρχίζει και τελειώνει στους στίχους. Γιατί κατά τα άλλα, η μουσική καμία σχέση — και το θέμα δεν είναι το πολιτισμικό, το εντελώς άλλο είδος, είναι καθαρά αισθητικό: άλλη ατμόσφαιρα. Η μέρα με τη νύχτα.

Λοιπόν, ο μεγάλος J. J. Cale από το Naturally, το πρώτο του άλμπουμ (1972):

Και ο μεγάλος Αλέκος Κιτσάκης με τον μεγάλο Βασίλη Σούκα στο κλαρίνο:

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

All night long

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1338
DJ της ημέρας, ο Τάκης Φωτιάδης

Το All night long είναι μια ταινία του 1962, του βρετανού σκηνοθέτη Basil Dearden. Χαλαρά (αλλά πολύ χαλαρά) βασισμένη στον Οθέλλο του Σαίξπηρ, η ταινία είναι σημαντική για έναν λόγο: συμμετέχουν κορυφαίοι τζαζίστες που παίζουν τους εαυτούς τους — δηλαδή παίζουν μουσική. Μεταξύ αυτών, ο Dave Brubeck και ο Charles Mingus, τους οποίους θα έχετε την ευτυχία να απολαύσετε σε ένα ντουέτο στο τέλους του αποσπάσματος της ταινίας που ακολουθεί:

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x