Φουρνάκι ημιμόνιμου

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1342
DJ της ημέρας, η Μαρίκα Τσεβά

Έχω μια κουμπάρα, την Τουπαμάρα. Ήμασταν συμφοιτήτριες στο πανεπιστήμιο, τότε που ζούσαμε, στα τέλη των 80s-αρχές των 90s. Το παρατσούκλι της (δικής μου επινόησης) το οφείλει στους ηρωικούς Τουπαμάρος, για όποιον τους ενθυμείται. Δεν ήμουν, όμως, η μόνη κακιά στην παρέα: εκείνη με έλεγε (και με λέει ακόμα!) «Σαντινίστα». (Από το σαν-τη-νύστα το ετυμολογεί). Ναι, παίζαμε πολύ τη «διεθνή επανάσταση» στις μέρες μας. Κι όταν δεν μας ζητούσαν από άλλες χώρες, ενσκήπταμε και στα δικά μας: σκάνδαλο Κοσκωτά, «βρόμικο ’89», Αυριανή, τα ούρα του Τσίγκοφ, απεργίες στα ΜΜΜ (ατσαλώθηκαν φιλίες τότε, στους ποδαρόδρομους), απανωτές εκλογές, ειδικά δικαστήρια – ο κακός χαμός. Α, οι ωραίες μέρες!

Κάποτε τελείωσαν τα νόστιμα και σκορπίσαμε οι επαναστάτες. (Μπήκαμε στην παραγωγή για να αλώσουμε το σύστημα από μέσα, ναι.) Ανάμεσα στους λίγους με τους οποίους κράτησα μια χαλαρή επαφή ήταν και η Τουπαμάρα (η μετέπειτα κουμπάρα). Βρισκόμασταν αραιά και πού, αλλά κάναμε ζημιές τόσο ριζικού παλιμπαιδισμού (υπήρχαν μαγαζιά που μας είχαν επισήμως επικηρύξει επ’ αμοιβή) ώστε ανανεώνονταν οι παλιοί δεσμοί. Κάποτε η Τουπαμάρα παντρεύτηκε κι εγώ ξενιτεύτηκα για λίγο, αλλά και πάλι δεν χαθήκαμε – αν και κάπως μαζευτήκαμε. Όταν έκανε παιδί (κι όταν λέμε «παιδί» εννοούμε αγόρι, έτσι;), μου ζήτησε να το βαφτίσω. Έφερα κάποιες αντιρρήσεις («δεν ξέρω το Πιστεύω απέξω», ας πούμε), αλλά εις μάτην: έπρεπε να γίνω νονά – και έγινα. Έκτοτε διακρίνομαι ως πνευματική μάνα για το αναντίλεκτο γούστο μου (επιπέδου «ο πληρώνων και διατάζων» – όπου άλλος διατάζει κι άλλη πληρώνει, δίκαια πράματα) στις λαμπάδες και στα αθλητικά παπούτσια.

«Φαστ φόργουορντ» στο σήμερα. Το Πάσχα, γενικά, εμένα με αγχώνει. Καλά, όχι ότι θέλω και πολύ, αλλά αυτή την εποχή η πιλάλα χτυπάει κόκκινο. Δε φτάνει που ανοίγει ο καιρός (έχω μπλουζάκι-δήλωση που γράφει «I H8 the Sun», αν αυτό λέει κάτι), δε φτάνει που με τσακίζουν οι αλλεργίες (η γύρη, η σκόνη, τα έντομα: εχθροί μου προαιώνιοι), δε φτάνει που πρέπει να χάσω τα παραπανίσια κιλά που κουβαλάω από τις γιορτές (αν και τελικά όλο λόγια είμαι και στο τέλος κάνω το κλασικό: μετατρέπω τα κιλά μου σε οκάδες – και αμέσως καλύτερα), έχω να διαχειριστώ και την ύπουλη τρέλα της μεγάλης βδομάδας. Ανάμεσα στα άλλα που με τρέχουν αυτές τις άγιες μέρες, είναι και το βαφτιστήρι.

Παραδοσιακά, η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην Αυτού Μεγαλειότητα: ψώνια, βόλτα, φαγητό. Οι δυο μας. Μου αρέσει έτσι: μετράω τα χρόνια βλέποντάς τον να μεγαλώνει. Κι εκείνος το διασκεδάζει («Νονά, έχεις την πλάκα σου», μου λέει. Μεγάλο το σουξέ μου στα υπόλοιπα του Ηρώδη, ανέκαθεν.) Αυτή τη φορά, όμως, δεν μας έκατσε καλά: αποκτήσαμε παρέα. Όταν πήγα να τον πάρω, η κουμπάρα η Τουπαμάρα ήταν σημαιοστολισμένη για έξοδο.

«Πειράζει να έρθω κι εγώ; Θα περάσουμε να πάρουμε και τη βαφτιστήρα μου, να φάμε το πακέτο παρέα».

Εμένα δεν με πείραζε, αλλά είδα ότι ο γιος της είχε στραβώσει στην προοπτική των λίγων ωρών υπό τη σκιά της «άλλης». Τον καταλάβαινα: εκείνος ήταν 15 χρονών και πήγαινε τρίτη γυμνασίου, ενώ εκείνη, καίτοι συνομήλικη (μόλις 6 μήνες τού έριχνε) πήγαινε πρώτη λυκείου. Σ’ αυτή την ηλικία, οι μήνες μετράνε για χρόνια – μιλάμε, δηλαδή, για διαφορετικές εφηβικές γενιές. Έπειτα, το γυμνάσιο και το λύκειο είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι. Τελευταία θεμελιώδης διαφοροποίηση, αλλά με τίποτα έσχατη, ένα αγόρι στα 15 είναι παιδί, ενώ ένα κορίτσι της ίδιας ηλικίας –πώς να το πω με τρόπο;…– δεν είναι.

Ξεκινήσαμε, λοιπόν, εγώ, η Τουπαμάρα και ο (ας τον πούμε) Δάφνις, να πάμε να πάρουμε την (ας την πούμε) Χλόη. Το κοριτσάκι είχα να το δω από τότε που ήταν ακόμα στο δημοτικό, αλλά ήμουν προετοιμασμένη για το τι θα αντίκριζα γιατί είχε δουλέψει ασύρματος. Και όμως, καμία προετοιμασία δεν είναι αρκετή όταν μιλάμε για τη ραγδαία μετάλλαξη της κόρης. Καμία σχέση με τα στάδια που περιγράφονται στα βιβλία: προνύμφη – χρυσαλλίδα – πεταλούδα – καμία! Εδώ η πεταλούδα σαν να προϋπήρχε του παντός: άχρονη και άναρχη· πάνω στη διαδικασία, είχε πιθανότατα ξεκάνει και την προνύμφη και τη χρυσαλλίδα – όλες τις κάμπιες, με δυο λόγια– για να μη μείνει καμία μάρτυρας του άδοξου παιδικού της παρελθόντος.

Πήγαμε κατευθείαν σ’ ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο («γιατί όλοι εκεί θα είναι!» έφα εμφατικά η Μις Μπάτερφλαϊ), απ’ αυτά που μοιάζουν με αεροπλανοφόρο που κυβερνάει ο Γκράουτσο Μαρξ (καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο – [γέλια]), όπου θα βρίσκαμε τα πάντα: ρούχα, αξεσουάρ, φαγητό – και «σωστό κόσμο»! Περιττό να πω ότι, μετά την προσθήκη της Χλόης στην παρέα, ο Δάφνις είχε γίνει ένα με το χώμα: η παρουσία της τον είχε σκεπάσει απ’ άκρη σ’ άκρη· οργιώδης χαμηλή βλάστηση με πρόβλεψη πιθανής επιδείνωσης.

Πρώτη στάση σε κατάστημα με αθλητικά είδη, για παπούτσια. Ο δικός μου διάλεξε ένα εξωφρενικό ζευγάρι, με αερόσακους και αλουμινένιες ζάντες, ξερωγώ.

«Ωραία δεν είναι, νονά;»

«Τέλεια! Μήπως όμως παραβιάζουν τον οικιστικό νόμο;»

Μόνο η Τουπαμάρα γέλασε.

«Ναι, είναι κάπως σαν πανοσήκωμα σε διώροφο. Αλλά αφού του αρέσουν;»

Η Χλόη, από την άλλη, είχε διαλέξει ένα ζευγάρι πολύ διακριτικό, σαν το Enterprise του Star Trek, σε εκδοχή χριστουγεννιάτικου δέντρου.

«Ωραία δεν είναι, νονά;»

«Μμμ! Beam me up, Scottie!»

Μόνο εγώ γέλασα.

Αλλά αφού τους άρεσαν; Γελάγαμε και πληρώναμε, οι κουμπάρες.

Επόμενος σταθμός: καφέδες και αναψυκτικά. Ανοιχτός ο χώρος, βγάλαμε τσιγάρα οι μεγάλες. Κι άρχισε ο εξάψαλμος από τα μικρά. Σ’ αυτή την ηλικία, είναι όλα τους ιεραπόστολοι· κάτι χρόνια μετά, γίνονται κανίβαλοι. (Χαμπάρι δεν έχει απ’ αυτή την εξέλιξη το γατάκι ο Δαρβίνος.)

«Δεν πάτε να κοιτάξετε μόνα σας για λαμπάδες; Άιντε μπράβο, να πιούμε ένα ρημαδοτσιγάρο χωρίς μουρμούρα!»

Την κοίταξαν και τα δύο σαν ήταν η κατώτατη μορφή ζωής στο σύμπαν.

«Λαμπάδες;! Πας καλά, ρε μάνα / ρε νονά;» και τα δύο μαζί, προσβεβλημένα.

«Καλά, τραβάτε για κάνα ρουχαλάκι τότε».

(Κι άλλος καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο. Λίγο ακόμα και θα γινόταν της σοσιαλδημοκρατίας στο απρόσωπο μολ.)

Αυτό κάπως τα ηρέμησε τα μικρομέγαλα. Έφυγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Τα έβλεπα να χώνονται στο ρουχάδικο με τις πιστωτικές μας στα χέρια και δεν έβρισκα έναν μπάτσο να τον στείλω να τα μαζέψει. Τι κάνει το κράτος, επιτέλους; (Έχει κι ο ανθρώπινος καπιταλισμός τα όριά του, νομίζω;)

Μείναμε μόνες με τους καφέδες και τις βρομερές μας τσιγαρούκλες, και πιάσαμε την κοινωνική κριτική (έτσι τη λέμε την κουσκουσουριά από τότε που ξεβλαχέψαμε).

«Την είδες τη μικρή; Βαμπ!»

«Βαμπίρα!»

«Ανησυχώ γι’ αυτήν».

«Άι, μωρή Τουπαμάρα! Γερνάς, θες να πεις».

«Όχι, ρε, αλήθεια! Ξεπετάχτηκε εν μία νυκτί. Την έχει τρομάξει το μάτι μου».

«Μάνα – πατέρα έχει, δεν έχει;»

«Έχω ευθύνη εγώ! Είμαι γκαντμάδερ!»

«Γκα-γκα μάδερ είσαι! Κοίτα το δικό σου που έχει ανηφόρα μπροστά του και άσ’ την τη μικρή, τον έχει βρει το δρόμο της».

«Κατηφόρα;»

«Με δωδεκάποντα!»

Γελάγαμε, αν και δεν έπρεπε. (Κι όταν προσθέτεις ενοχές στην εξίσωση, το γέλιο γίνεται νευρικό, μέχρι δακρύων. Κλαυσίγελος.)

«Σοβαρά, τώρα. Ξέρεις τι μου ζήτησε για τα γενέθλιά της τον περασμένο μήνα;»

Δεν ήξερα.

«Σαββατοκύριακο σε σπα;»

«Φουρνάκι ημιμόνιμου».

Είχα άγνωστη λέξη. Καταρχήν, άκουσα «ημινόμιμου».

«Βγήκαν οι Μάστερ Σεφ στην παρανομία;»

«Μα πόσο άσχετη! Η-μι-μό-νι-μου».

Πάλι δεν καταλάβαινα. Τι μου έλεγε;

«Είσαι μόνη σου κι από τη Λάρισα»;

«Φουρνάκι για νύχια, ρε γιαβάση!»

Φουρνάκι για νύχια;!

«Π’ ανάθεμά σε, μ’ ανατρίχιασες!»

Μου εξήγησε πάνω-κάτω τι κάνει αυτό το μίνι κρεματόριο κι έμεινα μαλάκας! Πόσο μπροστά είναι στην τεχνολογία οι νυχούδες, ρε φίλε! Θα μου πεις, όταν η άλλη περνάει τρία χέρια το κάθε νύχι για να γίνει παράρτημα του Μουσείου του Τρόμου, θέλει κι έναν φούρνο να ψήσει τα έργα, όσο να πεις. Για την αιωνιότητα –την ημιμόνιμη, παρ’ όλα αυτά–, ρε γαμώτο!

«Και της το πήρες;»

«Τι να ’κανα; Και να ετοιμάζομαι, λέει, για επαγγελματικό κιτ μακιγιάζ στη γιορτή της τον άλλο μήνα. Ξέρεις, απ’ αυτά που είναι σαν μεζονέτα με πισίνα. Εγώ στην ηλικία της, το μόνο κιτ που ήξερα ήταν το αυτοκίνητο που μιλούσε».

Τι να ’κανε; Να της έκλεινε ραντεβού για εξορκισμό; Να της θύμιζε ότι τα παιδάκια στην Μπιάφρα πεινάνε; Να φώναζε τον Τσιαμτσίκα για ρεπορτάζ; Δύσκολο.

«Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας, Νίκο Τσιαμτσίκα;»

«Ακριβώς!»

Μετά από αυτή την ομόφωνη παραδοχή της ήττας, ανάψαμε δεύτερα τσιγάρα σεκλετισμένες. Η εποχή μάς προσπερνούσε κι εμείς, αντί να επιταχύνουμε, τα είχαμε στυλώσει. Έτσι γίνεται πάντα, δε λέω, αλλά αυτό ελάχιστα μας παρηγορούσε.

«Περνάει μια φάση, μην απελπίζεσαι», της είπα για να πω κάτι.

«Περνάω κι εγώ μια φάση. Και απελπίζομαι!»

Είχε τα δίκια της. Μας είχε κοπεί το γέλιο ξαφνικά. Κηδεία. Η εξόδιος μιας εποχής – της δικής μας.

«Παιδί, πιάσε δυο κονιάκ».

«Τι να τα κάνεις τα κονιάκ πρωινιάτικα;»

«Ε, πώς θα λυπηθώ;»

Με τα πολλά, επέστρεψαν και τα πνευματικά μας βλαστάρια. Κουβαλούσαν ανησυχητικού όγκου λεία. Αφού στρώθηκαν και ξελαχάνιασαν, άρχισαν να μας δείχνουν τα νέα τους αποκτήματα. Πόνεσαν τα μάτια μας.

«Νονά, είσαι η καλύτερη νονά!» μου είπε ο Δάφνις.

«Όχι, αυτή η νονά είναι καλύτερη νονά!» είπε η Χλόη κι έκανε ματάκια στην Τουπαμάρα. (Ήταν υπερβολικά γυριστές οι βλεφαρίδες της ή είχε αρχίσει να καμπυλώνεται το σύμπαν;)

«Δώστε μας πίσω τις πιστωτικές κι αφήστε τα σάπια!» δήλωσε δήθεν βλοσυρή η περήφανη μάνα (και γκαντμάδερ).

Μετά τα διαδικαστικά, σηκωθήκαμε να πάμε να τα ταΐσουμε. (Η Χλόη ήθελε σούσι, αλλά δεν της πέρασε: έχασε 3-1· από τα βλαχαδερά: η εκδίκηση της γυφτιάς.) Όσο τα βαφτιστήρια περίμεναν να τους γεμίσουν έναν κουβά με τηγανητές κοτομπουκιές (νηστίσιμες, κατά τη μεσαιωνική παράδοση), οι νονές σωριαστήκαμε στα στασίδια των παρατηρητών.

«Υπομονή, Τουπαμάρα μου. Παιδιά είναι, θα μεγαλώσουν».

«Το κακό είναι ότι εμείς θα μεγαλώνουμε πάντα περισσότερο από αυτά, Σαντινίστα μου. Για να μιλήσουμε την ίδια γλώσσα θα πρέπει να ζήσουμε επ’ άπειρον».

Στο μεταξύ, ήρθε και το αταίριαστο ζεύγος, με κάτι δίσκους σαν τους κρεμαστούς κήπους της χοληστερίνης.

«Μπορεί και να ζήσουμε, πού ξέρεις; Να πεινάσουμε, πάντως, δεν πρόκειται. Έχουμε ένα κυβικό μέτρο τηγανητό κοτόπουλο να μασουλάμε μέχρι το τέλος του χρόνου».

Μετά πέσαμε όλοι με τα μούτρα στον κουβά και για λίγο δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο από λαδωμένα επιφωνήματα. Για να δώσω μια πνευματικότητα στην τελετή, χωρίς όμως και να το κάνω θέμα, προσευχήθηκα από μέσα μου, καλού-κακού: «Κάνε, Κύριε, μερικά πράγματα να μην αλλάξουν ποτέ. Κι αν αλλάξουν, να αλλάξουμε κι εμείς μαζί τους. Κι αν δεν αλλάξουμε, να μην αλλάξουμε ποτέ μας».

Αμήν.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

It’s all over now, Baby Blue

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1341
DJ της ημέρας, ο Γιώργος Ζαχαριάδης

Χαρακτηρίστηκε ως «το απόλυτο τραγούδι αποχαιρετισμού· δεν αφήνει ούτε μία στο εκατομμύριο για επαναπροσέγγιση». Ναι, αλλά ποια ή ποιος είναι η / ο Baby Blue; Οι εικασίες είναι πολλές: Η Baby Blue είναι η Joan Baez, είναι ο τραγουδιστής David Blue, είναι ο Paul Clayton, φίλος του Dylan… Επίσης έχει διατυπωθεί η υπόθεση πως Baby Blue είναι το folk κοινό του Dylan, το οποίο εκείνος αποχαιρετά, ετοιμάζοντας τη στροφή στο ηλεκτρικό ροκ (στο κάτω κάτω, ήταν το τελευταίο κομμάτι που έπαιξε με ακουστική το 1965 στην περίφημη εμφάνισή του στο φεστιβάλ του Newport, πριν πιάσει την ηλεκτρική, αποξενώνοντας ένα μεγάλο μέρος των μέχρι τότε φανατικών οπαδών του, που τον θεώρησαν προδότη). Ακόμα πιο ωραία είναι η ψυχαναλυτική ερμηνεία, ότι Baby Blue είναι ο ίδιος ο Dylan — δηλαδή ο folk Dylan, τον οποίον αποχαιρετά ο νέος ηλεκτρικός ροκ Dylan.

Ο ίδιος φυσικά δεν μας διαφωτίζει. Και καλά κάνει. Στο κάτω κάτω, μπορεί να μην είναι τίποτα από όλα αυτά ή —το πιθανότερο— όλα αυτά μαζί. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα περιμέναμε κατηγορηματική απάντηση από κανέναν σοβαρό συνθέτη, πόσο μάλλον από τον Dylan, που είναι και μέγας τζαναμπέτης. (Είναι ικανός να μη λέει ποιος, ποια ή τι είναι το Baby Blue μόνο και μόνο για να μας τσαντίσει.) Έχει πάντως εξηγήσει πού του ήρθε το όνομα: το έκλεψε από ένα τραγούδι του Gene Vincent: «Το τραγούδι ψηνόταν μέσα μου πολύ καιρό και θυμάμαι ότι, όταν κάθισα να το γράψω, μου ήρθε στον νου ένα τραγούδι του Gene Vincent, που το άκουγα όταν ακόμα πήγαινα σχολείο».

Σε κάθε περίπτωση, για όποιον κι αν έγραψε ο Dylan το It’s all over now Baby Blue, είναι κορυφαία κομματάρα.

You must leave now, take what you need, you think will last
But whatever you wish to keep, you better grab it fast
Yonder stands your orphan with his gun
Crying like a fire in the sun
Look out the saints are comin’ through
And it’s all over now, baby blue

The highway is for gamblers, better use your sense
Take what you have gathered from coincidence
The empty-handed painter from your streets
Is drawing crazy patterns on your sheets

This sky, too, is folding under you
And it’s all over now, baby blue

All your seasick sailors, they are rowing home
All your reindeer armies, are all going home
The lover who just walked out your door
Has taken all his blankets from the floor
The carpet, too, is moving under you
And it’s all over now, baby blue

Leave your stepping stones behind, something calls for you
Forget the dead you’ve left, they will not follow you
The vagabond who’s rapping at your door
Is standing in the clothes that you once wore
Strike another match, go start anew
And it’s all over now, baby blue

Και μερικές από τις καλύτερες διασκευές:

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x