Για το τίποτα

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1347
DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

«Ας πάρουμε τις εξής δύο προτάσεις: [1] Δεν σκέφτομαι τίποτα και [2] Σκέφτομαι το τίποτα. Πιστεύεις πως είναι ίδιες;»

«Όχι. Βέβαια, δομικά μοιάζουν, αν και η μία είναι άρνηση και η άλλη κατάφαση. Αλλά διαφέρουν γιατί στην (1) το “τίποτα” είναι αντωνυμία, ενώ στη (2) έχει θέση ουσιαστικού».

«Καλά τα λες, αλλά ας αφήσουμε τις τεχνικές λεπτομέρειες, δεν είμαστε φιλόλογοι. Εγώ σε ρώτησα αν βρίσκεις διαφορά στο νόημα».

«Βρίσκω διαφορά στο νόημα, αλλά όχι στην ουσία».

«Αυτό θέλω να μου το εξηγήσεις γιατί, για κάποιους, το νόημα είναι η ουσία».

«Το νόημα διαφέρει. Στην [1] κάποιος δεν σκέφτεται καν, ενώ στη [2] σκέφτεται την ιδέα του “τίποτα”».

«Και η ουσία; Γιατί δεν διαφέρει;»

«Γιατί δεν μπορείς να σκεφτείς κάτι για το “τίποτα”. Η σκέψη σου είναι κενή περιεχομένου, άρα δεν σκέφτεσαι τίποτα, όπως και στην πρώτη περίπτωση».

«Έχεις ένα δίκιο, αλλά σου έχει διαφύγει το γεγονός ότι και η [1] προϋποθέτει σκέψη. Για να πεις “Δεν σκέφτομαι τίποτα” πρέπει να το σκεφτείς πρώτα, να ελέγξεις το περιεχόμενο της σκέψης σου, έστω και για να το βρεις κενό».

«Κατάλαβα. Ακούγεται κάπως παράδοξο να σκέφτεται κανείς τη σκέψη του, αλλά μπορώ να το φανταστώ, οπότε δεν έχω πρόβλημα με αυτό – αρκεί να σταματήσει εκεί και να μην βρεθεί κάποια στιγμή να σκέφτεται πώς γίνεται να σκέφτεται τι σκέφτεται».

«Η σκέψη ως μπάμπουσκα, ε; Ναι, αυτό θα μας βραχυκύκλωνε».

«Άπειρη αναδρομή!»

«Σε πεπερασμένη ζωή. Όχι, μακριά από μας!»

«Έτσι όπως έχουν τα πράγματα, όμως, η ουσία παραμένει ίδια. Ο πρώτος σκέφτεται πως δεν σκέφτεται τίποτα και ο δεύτερος σκέφτεται “το τίποτα”, δηλαδή “τίποτα”».

«Μα στην αρχή παραδέχτηκες ότι το “τίποτα” και “το τίποτα” δεν ταυτίζονται!»

«Κι εσύ μου είπες να μην ασχολούμαι με τη γραμματική!»

«Δεν μιλούσα γι’ αυτή τη γραμματική! Αλλά καλύτερα να μην βάλουμε περιττούς όρους στη συζήτηση, αν θέλουμε να μείνουμε στην ουσία. Συμφωνούμε ότι τα “τίποτα” και “το τίποτα” διαφέρουν, έτσι;»

«Έτσι».

«Σε τι;»

«Στο ότι κανένα από τα δύο δεν μπορεί να είναι αντικείμενο σκέψης».

«Με αυτό τείνω να συμφωνήσω, αλλά θα πρέπει να προσπαθήσεις κι άλλο για να με πείσεις. Είναι φανερό ότι μια σκέψη χωρίς περιεχόμενο, μια σκέψη κενή, δεν είναι καν σκέψη. Αλλά γιατί δεν μπορεί να είναι αντικείμενο σκέψης το γεγονός ότι η σκέψη μου είναι σε μία δεδομένη στιγμή κενή;»

«Κοίτα, δεν είμαι μέσα στο κεφάλι σου. Συνεπώς δεν μπορώ να ξέρω τι ακριβώς σκέφτεσαι όταν σκέφτεσαι ότι δεν σκέφτεσαι τίποτα».

«Θέλεις να πεις ότι το “τίποτα” ως αντικείμενο σκέψης είναι, τρόπον τινά, ιδιωτικό;»

«Μάλλον».

«Μα μία κενή σκέψη δεν είναι κοινή για όλους; Δεν μιλάμε για κάποιο αντικείμενο που δίνεται προς σκέψη σε μένα και όχι σε σένα· μιλάμε για ένα αντικείμενο που δεν δίνεται σε κανέναν απ’ τους δυο μας!»

«Άρα, λες τώρα, η σκέψη για το “τίποτα” δεν μπορεί να είναι ιδιωτική γιατί στερείται περιεχομένου».

«Ακριβώς».

«Δεν συμφωνώ. Μπορεί κανείς να δώσει περιεχόμενο στο “τίποτα”. Δεν ήταν ένας πολιτικός που είχε πει ότι ο αντίπαλός του στις εκλογές ήταν “ο κύριος Τίποτα”;»

«Δεν είναι το ίδιο και το ξέρεις!»

«Τίποτα δεν είναι το ίδιο όταν μιλάμε για διαφορετικές χρήσεις! Αυτό λέω!»

«Και όμως, συνεννοούμαστε μια χαρά. Τώρα μόλις χρησιμοποίησες τη λέξη “τίποτα” με τρόπο που μου είναι απολύτως κατανοητός, χωρίς να χρειαστεί να μου εξηγήσεις τη συγκεκριμένη της χρήση».

«Άλλο στον καθημερινό λόγο. Εκεί οι παρεξηγήσεις είναι διαφορετικής μορφής. Όταν όμως μιλάμε για ενεργήματα του νου, τα πράγματα περιπλέκονται».

«Τώρα με μπέρδεψες. Τελικά η γλώσσα είναι που προκαλεί τη σύγχυση ή, αντίθετα, μας γλιτώνει από αυτήν;»

«Η γλώσσα δεν φταίει σε τίποτα. Η χρήση της είναι που δημιουργεί τα προβλήματα. Ή, για να είμαι ακριβέστερος, ο χρήστης της γλώσσας που δεν προειδοποιεί για την εκάστοτε αλλαγή χρήσης».

«Συμφωνώ απολύτως. Συνεπώς, οι αρχικές μας προτάσεις δεν διαφέρουν σε τίποτα, ούτε κατά το νόημα ούτε κατ’ ουσίαν –όπως το έθεσες–, αν ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε… Ή μήπως όχι;»

«Φυσικά και διαφέρουν! Μη μου τα γυρνάς τώρα! Η [1] δεν μπορεί καν να ειπωθεί γιατί, αφού σκέφτεσαι ότι δεν σκέφτεσαι τίποτα, δεν γίνεται να μη σκέφτεσαι τίποτα! Η [2] είναι μια χαρά πρόταση, υπό τον όρο ότι ξέρουμε τι περιεχόμενο αποδίδει ο ομιλητής στο “τίποτα”».

«Το οποίο, όμως, είναι κενό περιεχομένου».

«Κενό περιεχόμενο από κενό περιεχόμενο διαφέρει».

«Αυτό ακούγεται σαν παραδοξολόγημα και θα χαθούμε στις εξυπνάδες αν συνεχίσεις. Ας το αφήσουμε εδώ, συμφωνώντας ότι η [1] έχει πρόβλημα, γιατί δεν περιγράφει την πραγματικότητα, ενώ η [2] είναι μια χαρά πρόταση, αν ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε.

«Έτσι φαίνεται. Άλλωστε, μιλάμε τόση ώρα για το “τίποτα” και προφανώς το σκεφτήκαμε για να μιλήσουμε γι’ αυτό».

«Του δώσαμε ένα περιεχόμενο, επί του οποίου συμφωνήσαμε, μολονότι ήταν –ή εμφανιζόταν να είναι– κενό. Έχεις κάτι να προσθέσεις;»

«Μπα, τίποτα».

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.