Heaven is a place on Earth

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1351
DJ της ημέρας, ο Αργύρης Μεθωνίτης

Τερλέγκας εναντίον Διαμάντως (έτσι, για γούστο)

Ποτέ δεν κατάλαβα τι σημαίνει «guilty pleasures». Καταλαβαίνω τη φράση· η χρήση της είναι που με προβληματίζει. Υπάρχουν λόγοι να αισθάνεται κανείς ενοχές για κάτι που του αρέσει; Ασφαλώς – και μπορώ εύκολα να σκεφτώ μερικούς: ντρέπεσαι (δικαιολογημένα ή όχι – δεν το εξετάζω αυτό) αν, λ.χ., σου αρέσει να κάνεις κάτι που είναι παράνομο (π.χ., να καπνίζεις σε κλειστούς δημόσιους χώρους ή να κλέβεις σοκολάτες από περίπτερα ή να μην ακυρώνεις εισιτήριο στο μετρό) ή ηθικά μεμπτό ή/και εκνευριστικό για τους άλλους (π.χ., να φοράς το σώβρακο πάνω από το παντελόνι στον χώρο εργασίας ή να τρως πατατάκια στο θέατρο ή να προτιμάς τον χειμώνα από το καλοκαίρι) ή, τέλος, κάτι που απλώς θεωρείται κακού γούστου (εδώ δεν δίνω παραδείγματα γιατί η περί γούστου κουβέντα είναι ναρκοπέδιο χωρίς σήμανση). Όλα αυτά είναι κατανοητά και περίπου κοινός τόπος. Αλλά να αισθάνεσαι ενοχές επειδή σου αρέσει κάποια (έστω αμφιλεγόμενη) μορφή τέχνης γιατί;

Τούτων λεχθέντων, δεν καταλαβαίνω γιατί αποτελεί «guilty pleasure» να σου αρέσει, ξέρω γω, ο Τερλέγκας ή να τη βρίσκεις με τις βιντεοταινίες των 80s ή να φτιάχνεσαι με τα γλυπτά του Jeff Koons. (Από δω και πέρα, για λόγους οικονομίας του επιχειρήματος, θα μείνω μόνο στο πρώτο παράδειγμα, το οποίο είναι περίπου τυχαίο· δηλαδή, ναι μεν το επέλεξα επειδή σαν όνομα είναι εμβληματικό, αλλά τον άνθρωπο ούτε που τον ξέρω). Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι γουστάρεις με τρέλα Τερλέγκα. Εδώ πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις. (α) Αν ακούς μόνο Τερλέγκα και τίποτα άλλο (θεωρητικά γίνεται, αφού μπορώ να το φανταστώ), δεν έχεις λόγο να ντρέπεσαι: αυτό ξέρεις, αυτό εμπιστεύεσαι. (β) Αν ακούς και Τερλέγκα και, π.χ., Diamanda Galás, πάλι δεν έχεις κανέναν λόγο να ντρέπεσαι: προφανώς βλέπεις κάτι στον Τερλέγκα που οι υπόλοιποι φαν της Διαμάντως αδυνατούν να δουν. (Αυτό υπό την προϋπόθεση ότι λες αλήθεια για τον Τερλέγκα και δεν προσποιείσαι οργασμό όταν τον ακούς, για να το παίξεις «προχώ» στους μεϊνστριματζήδες –λέμε, τώρα!– φίλους σου.)

Με όλ’ αυτά θέλω να πω ότι δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεται κανείς για το γούστο του σε οτιδήποτε, είτε γιατί μέχρι εκεί φτάνει (και οι λόγοι μπορεί να είναι πάμπολλοι και, κατά κανόνα, άσχετοι με συνειδητές επιλογές) είτε γιατί έτσι (έστω κι αν αυτό το «έτσι» σηκώνει πολύ νερό).

Το μόνο υπαρκτό (για μένα, πάντα) πρόβλημα είναι δημοσίως να σκίζεις τα ρούχα σου για τον Τερλέγκα και στο σπίτι σου να ακούς μόνο Διαμάντω. Τότε είσαι κωλόπαιδο με πατέντα. Τότε κάνεις κακό. Γιατί σε παρακολουθεί ο άλλος που ακούει όντως μόνο Τερλέγκα (τιμίως και ειλικρινώς, γιατί έτσι τα ’φερε η ζωή) και, επειδή είσαι πρώτη δημόσια μούρη (αλλιώς κανείς δεν θα ασχολιόταν με το τι ακούς), πιστεύει ότι η αλήθεια πραγματικά βρίσκεται στον Τερλέγκα. Κι έτσι, μέσω της σικέ «νομιμοποίησης» ενός μεταμοντέρνου τάχαμου διαμορφωτή τάσεων, οι αυθεντικοί τερλεγκίστας δικαιώνουν μέσα τους την επιλογή τους (ή, καλύτερα: την έλλειψη της δυνατότητας να επιλέξουν), επαναπαύονται στα κεκτημένα και δεν πάνε παρακάτω (ούτε μέχρι τον Χριστοδουλόπουλο – πόσο μάλλον μέχρι τη Διαμάντω).

Εδώ μία συνήθης ένσταση πηγαίνει ως εξής: «και ποιος μας λέει ότι η Διαμάντω είναι παρακάτω σε σχέση με τον Τερλέγκα;» Αντιστοίχως, μία απάντηση που σπάει τα νεύρα των ενιστάμενων πηγαίνει περίπου έτσι: «το λέω εγώ και ξέρω τι λέω γιατί το έχω σπουδάσει / μελετήσει / ζήσει κ.ο.κ.». Και ποιος είσ’ εσύ, ρε; Και κάπου εκεί σταματάει η συζήτηση και αρχίζουν τα μπινελίκια. Πάντως, αν τεθεί ήπια, η ένσταση έχει κάποια βάση: ποιος είμ’ εγώ, αλήθεια, που θα μιλήσω για τον Τερλέγκα; Τη (βαριά και ανθυγιεινή) δουλειά του κάνει ο άνθρωπος. Προσφορά και ζήτηση, κλασικά. Αφού υπάρχει ζήτηση, θα υπάρξει και προσφορά. (Κι αν δεν υπάρχει ζήτηση, θα βρεθεί ο παίχτης ο σωστός που θα τη δημιουργήσει – σιγουράκι.)

Αυτό μας φέρνει σε μία άλλη παπάτζα που έχει φορεθεί πολύ στο πλαίσιο της απενοχοποίησης του γούστου: «δεν υπάρχουν καλά και κακά είδη (π.χ., μουσικής – για να μείνουμε στο ίδιο παράδειγμα)· υπάρχουν μόνο καλά και κακά δείγματα μέσα σε κάθε είδος». Αυτή η παραδοχή μεταφέρει την ένταση από το δάσος στο δέντρο. Ξαφνικά δεν μπορείς να πεις απερίφραστα ότι δεν αντέχεις τα σκυλάδικα ή την όπερα· πρέπει να σου αρέσουν τουλάχιστον τα καλά σκυλάδικα και κάποιες άριες. Αν απορρίπτεις συλλήβδην ένα είδος, είσαι κοντόφθαλμος, δογματικός και μανιαμούνιας. Ασφαλώς, όπως κάθε στερεότυπο, έχει κι αυτό ένα σοβαρό έρεισμα: όντως υπάρχουν αξιόλογα (περισσότερα ή λιγότερα, αναλόγως) δείγματα σε κάθε είδος – τα οποία όμως χρησιμοποιούνται ως άλλοθι όλου του είδους. Κι αφού είναι έτσι (που έτσι είναι), αν δεν σου αρέσει ένα είδος, δεν μπορείς να ρίξεις το «φταίξιμο» στο γούστο σου («εμένα τα σκυλάδικα δεν μου πάνε») γιατί αμέσως θα κατηγορηθείς για ελιτισμό. Μόνο που δεν είναι θέμα-γούστου-και-ξεμπερδέψαμε. Δεν «φταις» εσύ, αν δεν σου αρέσει ο Τερλέγκας. Όπως, αντιστοίχως, δεν «φταίει» ο άλλος, αν δεν του αρέσει η Διαμάντω. Από διαφορετικές αφετηρίες ορμώμενοι, έφτασες εσύ εδώ και ο άλλος εκεί· εσύ είχες δικαίωμα στην επιλογή, ο άλλος όχι. Η διαμόρφωση του γούστου είναι ταξικής υφής ζήτημα.

Όχι, δεν θα αναπτύξω περαιτέρω αυτό το τελευταίο. Αλλά θα δεχτώ κάτι: σε ό,τι αφορά τη μουσική, υπάρχει ώρα (εννοώ, χρήση) για όλα τα είδη. Δεν πας σε σκυλάδικο της Εθνικής για να ακούσεις Ξενάκη, όπως δεν πας και σε τζαζ κλαμπ για να ακούσεις ποντιακά. Με αυτή την παραδοχή, βρίσκω εξαιρετικά χρήσιμο τον Τερλέγκα. Υπάρχουν στιγμές που (υποθέτω ότι) λειτουργεί θεραπευτικά σε όσους τον ακούν. Αλλά θα το ξαναπώ (κι ας γίνω κουραστικός): είναι σε άλλη θέση αυτός που ακούει με ευχαρίστηση Τερλέγκα στο αυτοκίνητο, καθ’ οδόν για το Μέγαρο, όπου έχει κλείσει πρώτο τραπέζι πίστα ν’ ακούσει Διαμάντω, και σε τελείως διαφορετική εκείνος που ακούει Τερλέγκα, καθ’ οδόν για το τερλεγκάδικο.

Συνοψίζω: Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνεται κανείς ενοχές για το γούστο του, είτε μπορεί να υποστηρίξει μετά λόγου γνώσεως τις επιλογές του είτε όχι. Ο καθένας θα παίξει με τα χαρτιά που του μοίρασαν. Από κει και πέρα, αυτός που μοιράζει τα χαρτιά (εν προκειμένω, όποιος δημοσιοποιεί τις απόψεις του και ο λόγος του έχει ένα κάποιο βάρος) οφείλει να κλέψει λιγάκι – προς όφελος του συνόλου. Με αυτό εννοώ το εξής: αν έχεις πρόσβαση στα Μέσα, οφείλεις να εξηγήσεις με κάποιον τρόπο στο λάθος κοινό ότι η Διαμάντω κάνει άλλη δουλειά από τον Τερλέγκα. Κι ο τρόπος αυτός δεν είναι η αφ’ υψηλού διδασκαλία, αλλά το ίδιο το έργο.

Επίσης, για να λέμε όλα, ο τρόπος αυτός δεν είναι ούτε ο δικός μου σε αυτό το σημείωμα. Εδώ θα με διαβάσουν (αν με διαβάσουν) μόνο όσοι αγνοούν τον Τερλέγκα όσο κι εγώ – συν μερικοί που αγνοούν και τη Διαμάντω. (Χώρια που υπέπεσα όχι σε ένα αλλά σε δύο αμαρτήματα: αφενός της γενίκευσης και αφετέρου της κατάχρησης των δύο αυτών ονομάτων, απλά και μόνο επειδή ασκούν πάνω μου μία γοητεία. Συμπαθάτε με!) Δηλαδή, παραβιάζω ανοικτές θύρες. Αλλά όφειλα να τα πω (τα έχω ξαναπεί και, κατά πάσα πιθανότητα, θα τα ξαναπώ) γιατί έχω βαρεθεί να ακούω τη μόνιμο επωδό σε τέτοιες συζητήσεις: «είναι ζήτημα παιδείας». Ήμουνα νιος και γέρασα! Ασφαλώς και είναι ζήτημα παιδείας! Από την άλλη, αντί να περιμένουμε να ωριμάσουν οι συνθήκες (που ενδέχεται και να μην ωριμάσουν ποτέ, αν είναι της ποικιλίας «από άγουρες κατευθείαν σάπιες»), πρέπει κάτι να κάνουμε στον περιορισμένο χρόνο που μας αναλογεί σε τούτη τη ζωή. Εδώ. Τώρα. Στο μέλλον άλλοι ας κάνουν άλλα.

Μετά από αυτό το «σεντόνι», θα περίμενε κανείς να παίξω απόψε Βασίλη Τερλέγκα ή/και Diamanda Galás. Αδυνατώ, όμως. Λύσσαξα μ’ αυτούς τους δύο τόση ώρα, ενώ η πικρή αλήθεια είναι ότι δεν με αφορά κανείς τους. (Ξέρω ότι –και πώς– διαφέρουν, αλλά μου είναι εξίσου αδιάφοροι. Γούστο μου καπέλο μου!) Για να κλείσω όπως ξεκίνησα, επιστρέφω στις «guilty pleasures». Γιατί έχω ράμματα για τη γούνα μου. Εγώ ήμουν που κάποτε ντρεπόμουν να πω ότι μου άρεσαν, π.χ., οι Abba (αν είναι δυνατόν!) γιατί ήμουν (κι ακόμα χειρότερα: αισθανόμουν πως έπρεπε να είμαι) κάθετος. Εκ των υστέρων, δεν μετανιώνω. Είχαμε πόλεμο τότε! (Σημειωτέον ότι ο ίδιος πόλεμος μαίνεται ακόμα, αλλά πια σε άλλο επίπεδο: ψηφιακός ανταρτοπόλεμος.) Και ο βασικός εχθρός δεν ήταν η μάζα (που στο κάτω-κάτω άκουγε αυτά που την τάιζαν γιατί «αυτά θέλει ο κόσμος»), αλλά κάτι ανερμάτιστες σκουληκαντέρες που είχαν βαλθεί να μας ξεβλαχέψουν με το ζόρι, μιλώντας περισπούδαστα για πρόσωπα και πράγματα κατά τεκμήριο καταγέλαστα. (Ο τίτλος του επεισοδίου ήταν: «Η επιβολή του κακού από τους μέτριους». Τι ζήσαμε κι εμείς, η της μεταπολίτευσης καημένη γενιά…) Όσο κατακάθεται η σκόνη, γίνεται ολοένα και σαφέστερο ότι το «ξεβλάχεμα» ήταν η απόλυτη μάστιγα από το 1981 και δώθε.

Τέλος. Ας βάλω κάτι, γιατί αλλιώς θα γράφω μέχρι να με φασκελώσει το πληκτρολόγιο. Δεν θα βάλω Abba, όμως. Σιγά την υπέρβαση! Θα βάλω ένα χαζο-ποπ τραγούδι που (ω, ναι!) μου αρέσει, αν και το 1987 θα προτιμούσα να κάνω τα ρεπά του Προμηθέα παρά να το παραδεχτώ. Heaven is a place on Earth, ρε!

ΥΓ. Έδωσα μάχη μέσα μου μέχρι να πατήσω «δημοσίευση». Ακόμα και τώρα, 30+ χρόνια μετά. Ακόμα και μετά από τα όσα (πολλά!) έγραψα παραπάνω, για να δικαιολογήσω την επιλογή μου να παίξω ένα «τραγουδάκι». Τι το ψάχνω; Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Την επόμενη φορά –δεν το συζητώ–, θα βάλω Peter Hammill να έρθω στα ίσα μου.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Η σφυρίδα, το κράκεν και η κυβερνώσα αριστερά

pipa

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί στο προεδρικό μέγαρο, όποιον και να δεξιωθούν, τον ταΐζουν σφυρίδα; Ο αστικός Τύπος εξετάζει το ζήτημα σε εντελώς λάθος βάση*, φυσικά. Αλλά οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ του dim/art και της στήλης «Αυτό δεν είναι πίπα» μπήκαν αντερκάβερ στην κουζίνα του προεδρικού, μασκαρεμένοι σε σου σεφ, και βρήκαν την αληθινή απάντηση στο ερώτημα που ταλανίζει γενιές Ελλήνων.

Οι καταψύξεις του προεδρικού μεγάρου είναι γεμάτες σφυρίδες. Τίγκα, όμως. Μιλάμε για τόνους (δηλαδή για τόνους σφυρίδας, όχι το ψάρι «τόνος», όλα κι όλα). Από τις σφραγίδες πάνω στην πέτσα του ψαριού (ας μην ξεχνάμε ότι στον στρατό τρώγαμε κρέας δεκαετιών, όπως προέκυπτε από τη σφραγίδα, τον περίφημο «γκοτζίλα») προκύπτει ότι όλες οι σφυρίδες είχαν αλιευτεί στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Η εξήγηση γι’ αυτό το γεγονός δεν είναι απλή, αλλά οι πράκτορες του dim/art είναι πολύ έξυπνοι και την βρήκαν!

Οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται —και οι νεότεροι μπορούν να το γκουγκλάρουν— ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος (δηλαδή ο κ. Ντελαγκρέτσια, που πλέον είναι τέως βασιλεύς) ήταν δεινός ιστιοπλόος. Στους Ολυμπιακούς της Ρώμης είχε πάρει μάλιστα το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία Dragon. Φυσικά, αυτός και το πλήρωμά του (Εσχιτζόγλου και Ζαΐμης) είχαν ξεπατωθεί στην προπόνηση, πολλούς μήνες πριν από τους αγώνες (προπονητής τους ήταν ο Paul Elvstrom). Αλλά δεν είναι δυνατόν κοτζάμ διάδοχος να κυκλοφορεί στη θάλασσα απροστάτευτος. Από την άλλη, οι σωματοφύλακες δεν χωρούσαν στο Dragon· έτσι κι έμπαιναν μέσα θα βούλιαζε, άσε που τι προπόνηση να κάνεις με φουσκωτούς γύρω γύρω, σε ένα σκαφάκι τόσο δα; Έτσι λοιπόν, οι μπράβοι του διαδόχου ήταν σε άλλες βάρκες, αραγμένοι περιμετρικά του Dragon και περίμεναν υπομονετικά, μπλαστρωμένοι στο αντηλιακό, να τελειώσει η πολύωρη προπόνηση. Εκεί που κάθονταν και δεν είχαν τι να κάνουν, για να περάσει η ώρα, το έριξαν στο ψάρεμα. Προφανώς κάποιος το έκανε πρώτος και οι άλλοι ακολούθησαν. Προφανώς πέσανε σε σφυριδότοπο. Για να μην τα πολυλογούμε, πήγαιναν στο ίδιο σημείο κάθε μέρα για πολλές ώρες επί μήνες, έγιναν και εξπέρ στην καθετή και ξεπάστρεψαν τις σφυρίδες.

OLYMPICS-1960-01-600x453

Φυσικά δεν ήταν σωστό να πετάξουν τόσο ψάρι, ούτε βέβαια μπορούσαν να το φάνε όλο. Έτσι τίγκαραν τις καταψύξεις των ανακτόρων αλλά και του Τατοΐου. Δυστυχώς, οι σφυρίδες του Τατοΐου φυγαδεύτηκαν μια νύχτα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέσα σε κοντέινερ στο Λονδίνο — αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και τόσο άδικο (unfair) να τις τρώει ο τέως βασιλιάς, αφού οι σωματοφύλακές του τις είχαν ψαρέψει. Οι υπόλοιπες σφυρίδες, αυτές των ανακτόρων έμειναν στον πάγο, συν τον γύψο της επταετίας 1967-1974, μέχρι τη Μεταπολίτευση, όταν τα ανάκτορα μετατράπηκαν σε προεδρικό μέγαρο. Με το που ομαλοποιήθηκε κάπως η δημοκρατία στη χώρα, ήρθε στο προεδρικό μέγαρο ο σεφ του Μιχάλη Στασινόπουλου, άνοιξε τις καταψύξεις και τι να δει; Σφυρίδες! Κρίμα δεν ήταν να πάνε χαμένες; Για έξοδα είμαστε; Έκτοτε όλοι οι καλεσμένοι στο προεδρικό μέγαρο τρώνε σφυρίδα.

Τον περασμένο Γενάρη στη Σύρο κάτι ψαράδες έπιασαν μια σφυρίδα 63 κιλά. Ε, τι 63 κιλά, τι 63 τόνοι. Η συγκεκριμένη σφυρίδα ήταν σφυρίδα-βλάχος, όπως και οι υπόλοιπες, στην κατάψυξη του προεδρικού, οι οποίες στα έιτιζ και τα νάιντιζ δεν ξεβλάχεψαν, παρά τις άοκνες προσπάθειες του Πέτρου Κωστόπουλου.

Η αλήθεια είναι ότι στις μέρες μας γίνεται εκτενής συζήτηση και υπάρχει έντονος προβληματισμός για το ζήτημα της ανανέωσης του μενού. Κατ’ αρχάς, έχουμε αριστερή κυβέρνηση, η οποία επιθυμεί να αφήσει το αριστερό στίγμα της στο μενού, μιας και δυσκολεύεται να το αφήσει σε κάτι άλλο. Επίσης, η σφυρίδα με τα βραστά λαχανικά είναι, όπως και να το κάνουμε, πιάτο της αστικής παρακμής. Εντάξει, να μην πετάξουμε τις σφυρίδες, να προσθέσουμε όμως στο μενού κάτι που να το στρέψει επί το αριστερότερον ή επί το λαϊκότερον, αυτή είναι η λογική που επικρατεί στις συχνές συζητήσεις για το καυτό αυτό θέμα στο υπουργικό συμβούλιο. Μια πρόταση ήταν η πίτα Καισαρείας — απορρίφθηκε όμως γιατί ο παστουρμάς είναι από καμήλα, και δεν θα ήταν σωστό κάτι τέτοιο εν όψει της επίσκεψης του πρίγκιπα Καρόλου. Έπεσε λοιπόν η ιδέα να προστεθεί καλαμαράκι τηγανιτό, που και χαρακτηριστικά ελληνικό είναι αλλά και πιο λαϊκό από το φιλέτο σφυρίδας.

ServerFileServlet

Epinephelus aeneus (σφυρίδα)

Η αρχική ιδέα ήταν να αλιευθούν τα καλαμάρια στις θάλασσες της Αίγινας. Τον συντονισμό του σχεδίου αυτού θα αναλάμβανε ο Αλέκος ο Φλαμπουράρης αλλά τελικά πρυτάνευσε η λογική: τα καλαμάρια ψαρεύονται τον Γενάρη, που κάνει κρύο και θα υπήρχε ο κίνδυνος να του παγώσει ο φρέντο και να πάει κατά διαόλου το όλο εγχείρημα.

Εν συνεχεία, προσφέρθηκε ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να ψαρέψει καλαμάρια — στο κάτω κάτω, στο δικό του μέγαρο προσφέρονται τα γεύματα, άρα γιατί να χώσει άλλους και να μην κάνει ο ίδιος τη δουλειά; Πήρε λοιπόν την καθετή του κι ένα βαρκάκι και ξανοίχτηκε στον Σαρωνικό. Όταν όμως έπιασε το πρώτο καλαμάρι, αυτό του επιτέθηκε. Παρ’ όλο που ήταν ένα θράψαλο μόλις επτά εκατοστών, ο Προκόπης Παυλόπουλος έμεινε στήλη άλατος και χρειάστηκε μέρες για να ξανακουνηθεί.

Εν τέλει, το πρόβλημα το έλυσε για άλλη μια φορά η κυβερνώσα αριστερά. Ξεκίνησε για ψάρεμα ο Πάνος Καμμένος με το φουσκωτό του. Φόρεσε παραλλαγή, πήρε μαζί καλάμι, απόχη, καμάκι, μαχαίρι, ψαροτούφεκο, δυναμίτη, ουόκι τόκι, φιάλες οξυγόνου, drone, ένα G3 και μερικές τορπίλες — αλλά δεν του χρειάστηκαν. Μόλις ξανοίχτηκε στο πέλαγος, ανοιχτά της Καλύμνου, ένα τεράστιο κράκεν ξεπρόβαλε από τη θάλασσα κι άρχισε να αγκαλιάζει το σκάφος με τα τεράστια πλοκάμια του. Θα το βύθιζε σίγουρα· ευτυχώς όμως ήταν μαζί με τον Πάνο Καμμένο ο υφυπουργός του, ο Φώτης Κουβέλης, ο οποίος έπιασε την κουβέντα στο κράκεν, εξηγώντας του ότι το θέμα καλύτερα να λυθεί κατόπιν διαλόγου όλων των εμπλεκομένων φορέων με συμμετοχή εκπροσώπου της εφορίας εναλίων αρχαιοτήτων αλλά και με ανεξάρτητες προσωπικότητες από τον ευρύτερο χώρο της αλιείας και κυρίως αυτό να γίνει με την κοινωνία όρθια ενώ βεβαίως μπορούν να υπάρξουν ισοδύναμα προς μια προοδευτική κατεύθυνση και τελικά το κράκεν αποκοιμήθηκε και ο Πάνος Καμμένος το ρυμούλκησε χωρίς προβλήματα μέχρι το λιμάνι κι έτσι τώρα στο προεδρικό μέγαρο θα προσφέρουμε για ορεκτικό ροδέλες κράκεν μέχρι το έτος 2200.

Μέσα σε όλα αυτά, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν κατάλαβε τι είναι το κράκεν και νόμισε πως θα προσφέρουν κράκερ στα γεύματα και χάρηκε, γιατί του αρέσουν.

Hup-Seng-Cream-Cracker-(biscuit)-500x500

Και πάντως, στο κάτω κάτω, οι σφυρίδες του προεδρικού δεν είναι περισσότερες από τις off shore της Μαρέβας. Άντε γιατί άντε.

kraken_705-344

* Σε επόμενο δημοσίευμα θα μιλήσουμε αναλυτικά για το πώς, από τη σκοπιά του σύγχρονου μαρξισμού-λενινισμού, η κυρίαρχη αντίθεση στη χώρα μας δεν είναι πλέον ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία αλλά ανάμεσα στα Θαλασσινά και στα Κρεατικά.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Αυτό δεν είναι πίπα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x