All the young dudes

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1383
DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Αρχές του 1972. O David Bowie είχε ήδη κυκλοφορήσει τέσσερα άλμπουμ και έγραφε τα τραγούδια για το πέμπτο, το ιστορικό The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars. Μια μέρα διάβασε σε κάποιο μουσικό έντυπο ότι το συγκρότημα Mott the Hoople ήταν στο τσακ να διαλυθεί γιατί δεν φαινόταν (εμπορικό) φως στο βάθος του τούνελ. Είχαν κι αυτοί κυκλοφορήσει τέσσερα άλμπουμ, αλλά οι πωλήσεις ήταν απογοητευτικές. Του Bowie του άρεσαν, όμως. Και περισσότερο σαν ένα στοίχημα με τον εαυτό του, αποφάσισε να γράψει και να τους δώσει ένα τραγούδι που να κάνει τέτοια επιτυχία ώστε να μην διαλυθούν. Είχε σκοπό να γράψει ένα τραγούδι, στο πλαίσιο της ιστορίας του Ziggy, για τη μετάδοση των ειδήσεων μέσω τραγουδιών, επειδή δεν υπήρχε ηλεκτρισμός. Στρώθηκε, λοιπόν, και μέσα σε μία ώρα (έτσι είχε δηλώσει ο ίδιος, τουλάχιστον) έγραψε το «All the young dudes». Μια παραλλαγή του ίδιου αστικού μύθου λέει o Bowie το ξεπέταξε αραγμένος σταυροπόδι κάπου στο Λονδίνο, μπροστά στον Ian Hunter (τον τραγουδιστής των Mott the Hoople). Μπορεί να έγινε έτσι, μπορεί και όχι. Το σίγουρο είναι ότι παρόλο που το τραγούδι θα ταίριαζε άνετα στον δίσκο που ετοίμαζε ο Bowie (όπως είναι φανερό τώρα, εκ των υστέρων), εκείνος το έδωσε όντως στους Mott the Hoople, οι οποίοι φυσικά δεν είχαν ιδέα περί τίνος επρόκειτο. Επίσης, σαν μην έφτανε που το έγραψε και τους το χάρισε, τους έκλεισε και στούντιο να το ηχογραφήσουν (γιατί εκείνοι ήταν ήδη στα μαχαίρια με την εταιρεία τους), συμμετείχε και στην ηχογράφηση (κιθάρα, παλαμάκια, φωνητικά), έκανε και την παραγωγή. Τι άλλο να έκανε, δηλαδή;

Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε 45άρι τον Ιούλιο του 1972 και έσκισε. Η μεγαλύτερη επιτυχία των Mott the Hoople του συγκροτήματος: #3 στην Αγγλία και #37 στην Αμερική. Προφανώς το έβαλαν και στο πέμπτο τους άλμπουμ (σε παραγωγή Bowie), το οποίο κυκλοφόρησε λίγους μήνες αργότερα και είχε, φυσικά, τον γενικό τίτλο All the young dudes. Το συγκρότημα είχε σωθεί (για λίγο). Και ο Bowie είχε κερδίσει το στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του.

Το τραγούδι βρίσκεται στη θέση 253 της λίστας του περιοδικού Rolling Stone με τα 500 καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών. Θεωρείται ύμνος του glam rock (από τη μία ο Bowie, από την άλλη η χρονική συγκυρία – λογικό είναι). Θεωρείται επίσης ύμνος της LGBT κοινότητας (αφενός εξαιτίας των στίχων «Now Lucy looks sweet cause he dresses like a queen / But he can kick like a mule, it’s a real mean team» και αφετέρου επειδή βγήκε ο Lou Reed και δήλωσε: «It’s a gay anthem! A rallying call to the young dudes to come out in the streets and show that they were beautiful and gay and proud of it» – κι αν δεν ήξερε ο κολλητός του, ο Lou, ποιος ήξερε;). Μέχρι και στο proto-punk θα δείτε να το κατατάσσουν.  Αλλά, πάνω απ’ όλα, θεωρείται ένας ύμνος στη νεότητα – τι άλλο θα μπορούσε να είναι ένα τραγούδι με τέτοιο τίτλο;

Τελικά, τι απ’ όλα αυτά ισχύει; Όλα και τίποτα! Καταρχήν, έτσι είναι, αν έτσι νομίζουν κάποιοι: για ένα τραγούδι μιλάμε, όχι για οξύ + βάση = άλας + νερό. Αλλά ο δημιουργός του, ο ίδιος ο Bowie, αλλιώς τα έλεγε. Το κλειδί είναι ο στίχος του ρεφρέν: «All the young dudes curry the news». Ήδη σε συνέντευξη του 1973 στο Rolling Stone δήλωνε ότι το τραγούδι μιλούσε για την είδηση που ακούγεται στο «Five years» του Ziggy – ότι, δηλαδή η Γη έχει ακόμα πέντε χρόνια ζωής: «“All the Young Dudes” is a song about this news. It’s no hymn to the youth, as people thought. It is completely the opposite.» (Εντελώς το αντίθετο! Να τον πιστέψουμε; Μάλλον. Αυτός το έγραψε στο φινάλε! Ακόμα και ψέματα να έλεγε, να τον πιστέψουμε: όταν παίζεις στο παιχνίδι κάποιου, οφείλεις να σέβεσαι τους δικού του κανόνες· αλλιώς φτιάξε το δικό σου παιχνίδι!)

Έγινε παρεξήγηση! Μικρό το κακό, βέβαια. Οι ερμηνείες είναι σαν τις… απόψεις: όλοι έχουν από μία. Το τραγούδι είναι καλό, κι αυτό είναι το μόνο που μετράει στο τέλος – όλα τα υπόλοιπα είναι για να ’χουμε να λέμε.

[Η εκδοχή στο άλμπουμ.]

[Παιγμένο ζωντανά για την τηλεόραση.]

[Και μια ζωντανή υπερπαραγωγή, 20 χρόνια μετά.]

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Μαλαματένια λόγια

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Μετά τα «αγιασμένα στυλό» και τις ειδικές εκκλησιαστικές «παρακλήσεις» για τους μαθητές των Πανελλαδικών εξετάσεων, βρεθήκαμε, για άλλη μια φορά, να συζητάμε για το περίφημο θέμα της «Έκθεσης ιδεών», ή αλλιώς για το νοηματικό μπέρδεμα που έγινε ανάμεσα στην «παιδεία» και την «εκπαίδευση». Οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε (υποτίθεται) να γράψουν ένα άρθρο σε μια μαθητική εφημερίδα προκειμένου να υποστηρίξουν την άποψη του Δ. Ν. Μαρωνίτη για την εκπαιδευτική και την παράλληλη παιδευτική λειτουργία του σχολείου. Σύμφωνα με την έγκυρη ανάλυση ενός μεγάλου φροντιστηρίου, το θέμα ήταν «βατό», αν και με ορισμένες δυσκολίες: «Στην προκειμένη περίπτωση, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποκωδικοποίηση του πρώτου ζητουμένου, καθώς το ρήμα «οφείλει» που υπάρχει, μας υποδηλώνει ότι ο παιδευτικός ρόλος του σχολείου δεν υφίσταται ή δεν υφίσταται στο βαθμό που θα επιθυμούσαμε ως κοινωνία και, ως εκ τούτου, η ανάλυση του πρώτου ζητουμένου προϋποθέτει την αιτιολόγηση της ύπαρξης αυτού του ρόλου. Κατά τ’ άλλα, τα θέματα του κριτηρίου αξιολόγησης κινήθηκαν στο ίδιο εξεταστικό «μοτίβο» των τελευταίων ετών, με την άσκηση των συνωνύμων να απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από την πλευρά των μαθητών. Τέλος, να σημειώσουμε ότι το άρθρο του Δ. Ν. Μαρωνίτη αποτελεί ένα κείμενο με πυκνά νοήματα και χρειάζεται ανεπτυγμένη αφαιρετική ικανότητα για ν’ αποδοθεί με επάρκεια η περίληψή του».[1]

Κάπως έτσι θυμηθήκαμε την απόσταση που χωρίζει την πραγματικότητα (της εκπαίδευσης) από την επιθυμία (της παιδείας) και την ενδεχόμενη αδυναμία να βρεθούν τα συνώνυμα για να περιγράψουν την περίληψη του κειμένου. (Σα να μην πέρασε ούτε μια μέρα από τότε που βλέπαμε τους τρομαγμένους διαγωνιζόμενους να γυρίζουν σπίτι και να ψάχνουν στα λεξικά για να δουν τι σημαίνουν οι λέξεις «αρωγή» και «ευδοκίμηση»). Εντωμεταξύ, ειδικά για το φετινό θέμα, μένει να λυθούν και ορισμένες άλλες πραγματολογικές εκκρεμότητες. Σε πόσα σχολεία εκδίδονται, άραγε, μαθητικές εφημερίδες; Πόσες φορές οι μαθητές έχουν κληθεί να γράψουν ένα δημοσιογραφικό άρθρο και πόσες φορές έχουν διαβάσει εφημερίδες μέσα στην τάξη; Και κυρίως σε πόσα σχολεία έχει καλλιεργηθεί η ιδέα για μια παράλληλη εγκύκλια παιδεία, πέρα από τη μερικευμένη γνώση που προκύπτει από το σχολικό ωράριο και την εξειδικευμένη φροντιστηριακή άσκηση;

Ας μη γελιόμαστε. Σε κάθε περίπτωση, οι υποψήφιοι για τα ελληνικά Πανεπιστήμια έπρεπε, για άλλη μια φορά, απλώς να γράψουν αυτά που είχαν μάθει στο φροντιστήριο∙ ένα μείγμα από κοινότοπα επιχειρήματα για μια ιδανική εκπαίδευση και για μια συνολική παιδεία σε μια φαντασιακή κοινωνία, στην οποία δεν έχουν ζήσει ποτέ. Στη μόνη κοινωνία που ζουν άλλωστε είναι αυτή που τους καλεί να είναι ασκημένα μέλη μιας «εικονικής» κοινότητας, απομνημονεύοντας διαρκώς «ενδεικτικά θέματα» και «ενδεικτικές απαντήσεις». Εδώ και καιρό, η «Έκθεση ιδεών» έχει γίνει μια δεξαμενή από άχρηστα υλικά μιας εξεταστικής γραφειοκρατίας, που παραπαίει, με την ίδια ευκολία, ανάμεσα στον Παπανούτσο και τον Μαρωνίτη, ανάμεσα στη συντήρηση και στον προοδευτισμό, ανάμεσα στη νοσταλγία και την ουτοπία. Ακόμα και η υψηλή τέχνη της Ρητορικής, η τέχνη της πειθούς και της επιχειρηματολογίας, βουλιάζει κάτω από τα στερεότυπα μιας προβλεπόμενης καλλιέπειας, που βολεύεται με μερικά «μαλαματένια λόγια» στο χαρτί.

Νομίζω όμως πως ένα κεντρικό πρόβλημα σε όλη αυτή την επικράτεια των στερεοτύπων είναι η υποβάθμιση της λογοτεχνίας και του δοκιμίου και η μετατροπή τους σε συμπληρωματικό φορέα της σχολικής «γλωσσικής αγωγής». Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι η αυτή η αντίληψη εξυπηρέτησε ποικίλες ιδεολογικές χρήσεις μέσα στην ιστορία της εκπαίδευσης∙ βολικές χρήσεις για τις εργαλειακές ανάγκες του περίφημου «γλωσσικού ζητήματος» όσο και για τους θολούς στόχους των νεότερων «επιστημών της αγωγής». Η λογοτεχνία όμως δεν δίνει πιστοποιητικά γλωσσικής επάρκειας. Συμμετέχει κι αυτή με τη δική της τροπικότητα σε μια ορισμένη αίσθηση της γλώσσας, που υπερβαίνει κατά πολύ τη γραμματική και συντακτική ορθότητα ή τη χρηστική εκδοχή της γλωσσικής επικοινωνίας, έτσι όπως αυτή εξειδικεύεται στο μάθημα της «Έκφρασης – Έκθεσης».

Στόχος της διδασκαλίας της λογοτεχνίας, λοιπόν, δεν είναι η εκμάθηση ενός τυποποιημένου γλωσσικού οργάνου αλλά η ανάδειξη της ποικιλίας του, η επαφή του μαθητή με τον δημιουργικό λόγο: το αισθητικό και ιστορικό φορτίο του γραμματειακού πολιτισμού. Με άλλα λόγια, η μελέτη της λογοτεχνίας ανταποκρίνεται σε μια ευρύτερη πολιτισμική διαδικασία, που δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τη γλώσσα αλλά με τον τρόπο κατανόησης του σύνθετου, αντιφατικού και πολύπλοκου κόσμου. Γιατί η λογοτεχνία δε μιλά μόνο για τη γλώσσα∙ μιλά μέσω της γλώσσας για τον κοινωνικό κόσμο γύρω της, για τις αναπαραστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας, για τις αισθητικές επενδύσεις της γραφής, τις υπαρκτές αλλά και τις φαντασιακές σχέσεις των ανθρώπων, για τις περιπέτειες των ιδεών· η λογοτεχνία ήταν το μάθημα που κατεξοχήν υπερέβαινε τον εκπαιδευτικό ρόλο της για να διασταυρωθεί με την εγκύκλια παιδεία των μαθητών.

Η συρρίκνωσή της παρουσίας της σε ένα συμπληρωματικό μάθημα και η τυχαία επαφή των μαθητών με τα ονόματα μερικών νεοελλήνων συγγραφέων, φοβάμαι πως δεν υποβαθμίζει απλώς ένα μάθημα (λογοτεχνία) «ρευστοποιώντας» το μέσα σε ένα άλλο (γλώσσα). Ακυρώνει την ίδια τη μορφωτική αξία της λογοτεχνίας και του δοκιμίου. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Πώς μπορεί κανείς να ασκηθεί στο δοκίμιο αν δεν έχει διαβάσει το νεοελληνικό δοκιμιακό λόγο του Γ. Σεφέρη, του Δ. Ν. Μαρωνίτη, του Σ. Ζουμπουλάκη, του Δ. Καψάλη, του Π. Μπουκάλα; Πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει τη διαφήμιση αν δεν έχει υπόψη του την κριτική του Ρολάν Μπαρτ και του Ουμπέρτο Έκο; Πώς θα αντιληφθεί την πολυσημία της ίδιας της γλώσσας, αν δεν δει τις ποικίλες λογοτεχνικές εκδοχές της; Πώς θα κατανοήσει τη σημασία της ιστορίας, αν δεν μάθει ότι η λογοτεχνία εντάσσεται «σε καιρό και σε τόπο»; Με άλλα λόγια, πώς μπορεί ένας μαθητής / μια μαθήτρια να αντεπεξέλθει στην πειθαρχία της εκπαίδευσης, αν δεν έχει κατανοήσει τις προκλήσεις της ευρύτερης παιδείας; Κατά τα άλλα, τα θέματα ήταν και φέτος «βατά» αλλά με «παγίδες». Ελπίζω τα «αγιασμένα στυλό» να κάνουν το θαύμα τους.

[1] http://www.thetoc.gr/images/articles/5/article_174178/apant_glossa_ggel_08-06-2018_-_3.pdf

* * *

dd1c8f68aa151177c67a00a253bc9c73--reading-books-book-art

Εικόνα εξωφύλλου: Francesco Chiacchio

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x