Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art
[Μέρος 1ο: Γιώργος Τσακνιάς]
«Αυτό δεν είναι καφές, είναι σκατά», μουρμούρισε η Γωγώ. «Κι εγώ πρωί πρωί θέλω καφέ, όχι σκατά».
Ο οδηγός του περιπολικού την κοίταξε λοξά. Μάιστα, από τα κεντρικά. Από τη ΓΑΔΑ. Βοήθεια, λέει, γιατί η υπόθεση είναι σημαντική. Με άλλα λόγια, εκεί στα κεντρικά δεν έχουν την παραμικρή εμπιστοσύνη στους τοπικούς μπάτσους. Και γιατί παρακαλώ έπρεπε να στείλουνε γκόμενα; Για να του τα ζαλίσει ακόμα περισσότερο; Πιες τον φραπέ και σκάσε, που μου θες και φρεντοτσίνο. Εδώ είναι Ηλεία, όχι Κολωνάκι, καργιόλα.
Το τοπικό όργανο της τάξεως τα είπε όλα αυτά από μέσα του. Από έξω του γρύλισε απλώς κάτι ακατάληπτο και προχώρησε επιδεικτικά σε αναδιάταξη των γεννητικών του οργάνων εντός της στολής.
«Να είναι τελετουργικό;» αναρωτήθηκε φωναχτά η Γωγώ. «Ένα πτώμα χωρίς καρδιά. Αλλά χωρίς άλλα σημάδια κακοποίησης. Μια σφαίρα στο δοξαπατρί και η καρδιά να λείπει. Κάποιος τον άνοιξε, αλλά χωρίς πάθος. Στην ψύχρα, λες και έκανε εγχείριση».
Το όργανο της τάξεως ίσα που πρόλαβε να φρενάρει το περιπολικό στην άκρη του χωματόδρομου, να ανοίξει την πόρτα του οδηγού και να ξεράσει τους δύο πρωινούς φραπέδες και τα χθεσινά τσίπουρα. Μέχρι τώρα, είχε αντέξει. Νωρίτερα —εννιά το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι—, στη σκηνή του εγκλήματος, είχε αποφύγει επιμελώς να κοιτάξει από κοντά την πληγή στο στήθος του άγνωστου πενηντάρη. Και τώρα ήταν αναγκασμένος να ακούει την περιγραφή. Από μια τριαντάρα γκόμενα που του είχαν στείλει από τα κεντρικά. Που είχε τον απίστευτο κώλο — κι αυτό τον τσάντιζε ακόμα περισσότερο. Που ποιος ξέρει πόσες πίπες είχε κάνει για να αναρριχηθεί τόσο γρήγορα στην ιεραρχία. Και που σίγουρα θα καθάριζε δυο χιλιάρικα, με τις υπερωρίες και τα διάφορα. Και ο ίδιος στα σαράντα του σκοτωνόταν για οχτακόσα ευρώ, και είχε να φροντίζει και τις φράουλες για να ζήσει, γαμώ τα μνημόνιά τους γαμώ.
Η Γωγώ ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Το βλέμμα της είχε μείνει καρφωμένο μπροστά, στον χωματόδρομο που χανόταν στο βάθος, ανάμεσα στα χωράφια. Ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό της. Δεν είχε πάει ακόμα καλά καλά δέκα η ώρα και η ζέστη ήταν αφόρητη. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν την απασχολούσε ο καιρός, ούτε το βραστό μπουγαδόνερο στο πλαστικό ποτήρι που κρατούσε. Στο μυαλό της κυριαρχούσε η εικόνα του πτώματος αλλά και κάτι άλλο, κάτι άσχετο — ή μήπως όχι; Κάτι που είχε ακούσει νωρίτερα, αλλά δεν θυμόταν πού. Από κάποιο ραδιόφωνο; Από τον υπηρεσιακό ασύρματο; Και από ποιο τραγούδι ήταν τέλος πάντων αυτός ο στίχος που, κατά τρόπο σατανικό, ταίριαζε τόσο πολύ με το έγκλημα;
…εκεί που ήταν το σώμα μου
δεν ήταν η καρδιά μου…
[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι την επόμενη Τρίτη, 16 Ιουλίου, αποκλειστικά στο dim/art ]


Σχολιάστε