GR 80s — #ΓΛΩΣΣΑ

cover-jpeg

Σήμερα, Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017 στις 7 μ.μ., ξεκινά η έκθεση GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη. Το dim/art είναι χορηγός επικοινωνίας της έκθεσης και παρουσιάζει μερικές από τις ενότητες – περίπτερα.

Το περίπτερο για τη γλώσσα, που επιμελείται η Μαρία Τοπάλη, δεν έχει τον δικό του τόπο μέσα στην έκθεση και τα κύρια εκθέματα θα παρατεθούν στον κατάλογο της έκθεσης, θα είναι, όμως, πολλαπλώς ενεργό σε ολόκληρη τη διαδρομή. Ένθετα στίκερς σε διάφορα σημεία της διαδρομή που θα πλέκουν ρητορικές και γλωσσικές περιοχές που τις νομίζουμε αντίπαλες, ανακοινώσεις από τα ηχεία που θα μιξάρουν εμβληματικές φωνές και φράσεις του ’80 και απρόσμενες απαγγελίες γλωσσικών συναντήσεων του ’80 από ηθοποιούς σε άλλα περίπτερα θα υποκαταστήσουν τη χωρική παράθεση του κειμένου από την πρωταρχική εντύπωση του ήχου και την προφορικότητα της γλώσσας.

Η γλώσσα στη δεκαετία του 80. Αλλαγή και ομογενοποίηση, κλεψύδρα και μπλέντερ

—της Μαρίας Τοπάλη—

Η δεκαετία του 80 είναι, στο πλαίσιο που μας απασχολεί, μια περίοδος βαθιού μετασχηματισμού του πολιτισμικού πεδίου στην Ελλάδα, το οποίο νοείται εδώ ως ένα σύνολο που περιλαμβάνει τη γλώσσα, τα ήθη, την καλλιτεχνική έκφραση, την αισθητική. Είναι ένα διάνυσμα πατημένο με παχύ μαρκαδόρο έντονου χρώματος: από —> έως. Η συγκεκριμένη δεκαετία είναι, λοιπόν, το θέατρο μιας εξέλιξης που, σε γενικές γραμμές, θα μπορούσε να περιγραφεί ως μετάβαση από μιαν έντονα παραδοσιακή-παλιομοδίτικη-αυταρχική κοινωνία προς μια κοινωνία μοντέρνα-σύγχρονη-χειραφετούμενη (διαλέγω επίτηδες τη μετοχή ενεστώτα «χειραφετούμενη», γιατί είναι ένα ερώτημα κατά πόσον και προς ποια κατεύθυνση οδηγήθηκε (και οδηγείται και σήμερα) η διαδικασία της χειραφέτησης. Αναμφισβήτητα, πάντως, ξεκίνησε τότε, το 80, και πουθενά αλλού ίσως δεν αποτυπώνεται τόσο έντονα και καταλυτικά όσο στη γλώσσα και, επίσης, στη μόδα.

Για να περιγράψουμε αδρά αυτόν τον μετασχηματισμό, θα μπορούσαμε να φανταστούμε μιαν οριζόντια κλεψύδρα. Στο αριστερό μέρος, βρίσκονται οι διάφορες γλώσσες που «ίσχυαν» πριν και μέχρι το ’80: η επίσημη γλώσσα του κράτους, η γλώσσα της εκπαίδευσης, η γλώσσα της πολιτικής, η ραδιοτηλεοπτική γλώσσα, η γλώσσα της λογοτεχνίας, η γλώσσα του τραγουδιού, οι τοπικές διάλεκτοι, η καθομιλουμένη στις πόλεις με τις διάφορες αποκλίσεις, οι διάφορες αργκό, τα λεξιλόγια, δηλαδή, των εκφάνσεων της νεανικής κουλτούρας και της υποκουλτούρας (χούλιγκανς, ροκάδες, κλπ). Μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την απαρίθμηση και την περιπτωσιολογία αλλά και από αυτή την εκδίπλωση και την περιγραφή των χαρακτηριστικών της κάθε μιας από αυτές τις «γλώσσες» έχει το γεγονός ότι, μέχρι τη δεκαετία του ’80, στο αριστερό, δηλαδή, μέρος της πλαγιασμένης κλεψύδρας, τα επιμέρους σύνολα είναι λίγο-πολύ κλειστά. Είναι καθορισμένα και στεγανά. Δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν. Η επιλογή της γλώσσας, όπως και του στιλ, του ντυσίματος κλπ, συνδέεται με συγκεκριμένους ρόλους αλλά και συγκεκριμένες πολιτισμικές, κοινωνικές, αξιακές επιλογές. Τα πράγματα είναι στη θέση τους και υπάρχει και ιεραρχία.

Ο λαιμός της κλεψύδρας είναι η δεκαετία του ’80. Εκεί, όμως, εξελίσσονται ταυτόχρονα δυο διαφορετικές διαδικασίες μετάλλαξης και μετάβασης.

  1. Αλλάζοντας με τον καιρό, αφού ο καιρός αλλάζει

Η μία διαδικασία είναι λίγο-πολύ αναμενόμενη: ο χρόνος κυλά, τα πράγματα αλλάζουν, η γλώσσα αλλάζει και αυτή. Η γλώσσα επιδρά στον κόσμο που την αλλάζει και τον αλλάζει, με τη σειρά της. Σε αυτό το πεδίο καθώς και στο πεδίο των συμβόλων, με το οποίο η γλώσσα συνδέεται στενά, καταγράφονται στη δεκαετία του ’80 πολλές επιμέρους μεταβάσεις του τύπου «από-έως».

Χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικά παραδείγματα, θα επιχειρήσουμε να δώσουμε εδώ μια γεύση των αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν, ενώ ο επισκέπτης της Έκθεσης θα έχει την ευκαιρία να πάρει μιαν ανάλογη γεύση με τη βοήθεια ηχητικών ντοκουμέντων και οπτικής αναπαραγωγής του λεξιλογίου της δεκαετίας του ’80.

Η δεκαετία ξεκινά στο συμβολικό επίπεδο με το «δεν θέλω ου» του Γ. Ράλλη στην προεκλογική ομιλία του Ηρακλείου, τον Οκτώβριο του ’81. Στην ίδια αυτή ομιλία, βέβαια, το «πολιτισμένο» «δεν θέλω ου», συνυπάρχει με συμφραζόμενα μιας σκληρότατης και αναχρονιστικής δεξιάς ρητορικής. Μολονότι, άλλωστε, ο κυρίαρχος τρόπος εκφοράς του πολιτικού λόγου σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας παραμένει «καθωσπρέπει» και «παλιομοδίτικος», ο ασκός του Αιόλου ανοίγει, επί της ουσίας, με τα έντυπα Αυριανή και Φίλαθλος, που, υπό το πρόσχημα της εκλαΐκευσης, εκχυδαΐζουν ραγδαία τον δημόσιο λόγο ενώ είναι, ταυτόχρονα, γνωστή η εμπλοκή τους με την πολιτική και μάλιστα με συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.

Όταν ξεσπά το σκάνδαλο Κοσκωτά, το αυριανικό ύφος θα συμπαρασύρει σε κάποιο μέτρο τον ελληνικό τύπο στο σύνολό του, ευνοούμενο και από την επικράτηση του ταμπλόιντ. Η έναρξη της ιδιωτικής ραδιοφωνίας και, αργότερα, της τηλεόρασης θα συμβάλει καθοριστικά αν όχι στον εκχυδαϊσμό, σίγουρα όμως στην επικράτηση μιας πολύ μεγαλύτερης επιτρεπτικότητας, μιας άτυπης χαλαρότητας που, αργότερα, θα μετατραπεί και σε ασυδοσία των ανεξέλεγκτων και ισχυρών μέσων.

Σχηματικά θα λέγαμε ότι καθώς σχήματα και δομές που συνδυάζονται με συγκεκριμένες (καθωσπρέπει, παλιομοδίτικες, «καθεστωτικές») εκδοχές της γλώσσας επιμένουν σε στάσεις αυταρχισμού και ακαμψίας – δείγμα της στάσης αυτής είναι κατεξοχήν η επίμονη άρνηση φιλελευθεροποίησης του ραδιοτηλεοπτικού χώρου και κατάργησης του κρατικού μονοπωλίου στα ΜΜΕ- επόμενο είναι τα σχήματα και οι δομές που θα τα διαδεχθούν να υπερβάλουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η άκαμπτη γεροντοκόρη των αυστηρών αρχών θα μετατραπεί εύκολα σε ελευθέρων ηθών· ό,τι ενδιάμεσο, θα τρωθεί ως ελιτίστικο και θα καταστεί, στην πορεία, ευάλωτο και ζητούμενο.

wp_20161020_16_18_01_pro

Η Αυριανή και ο Φίλαθλος θα νομιμοποιήσουν την «ατμόσφαιρα γηπέδου» στον δημόσιο λόγο. Μέσα της θα νιώσουν άνετα εκατομμύρια πολίτες που μπορούν τώρα να αφήσουν πίσω ή να καμουφλάρουν λεξιλόγια που παρέμεναν ως τότε απολύτως αναφομοίωτα, πχ τοπικές διαλέκτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, και πάλι, η διάδοση των εντύπων αυτών ανάμεσα σε ομάδες με ιδιαίτερη καταγωγή και γλώσσα, όπως οι Πόντιοι, που παρέμειναν μέχρι την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία απολύτως περιθωριοποιημένοι (ο Σαββόπουλος το εκφράζει πολύ καίρια με τους στίχους «Οι μειοψηφίες / τάγματα ξυπόλητα/ σκαρφαλώνουν μέσα/ σε σκοτάδια απόλυτα» («Τραπεζάκια έξω», 1983). Ο (ποντιακής καταγωγής) Χάρυ Κλυν θα μπει δυναμικά στο παιχνίδι των σλόγκαν, προβάλλοντας εμφατικά και την ποντιακή ταυτότητα. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι η συγκεκριμένη μειονότητα παρέμενε σε μιαν ιδιότυπα αιδήμονα αφάνεια από τα τέλη της δεκαετίας του ’20, μέχρι την επίσκεψη του Παπανδρέου-πρωθυπουργού (για πρώτη φορά!) στη Σουμελά (επίσης τη δεκαετία του ’80) και την παράλληλη ανάδυση φαινομένων τύπου Χάρυ Κλυν.

Η προσπάθεια του Χατζιδάκι να διεκδικήσει, αργότερα, στον Σείριο, ένα κόσμιο ύφος, όχι μόνον είναι εκ των προτέρων περιθωριοποιημένη αλλά και οι αναφορές της είναι αμφίβολης στερεότητας, μεγαλώνοντας τη σύγχυση σε ένα κοινό που γνώρισε και αγάπησε τον Χατζιδάκι ως κατεξοχήν λαϊκό μέσω του ελληνικού κινηματογράφου και με τη φωνή της Αλίκης Βουγιουκλάκη: ποιος, άραγε, με ποια χαρακτηριστικά, θα όφειλε να ταυτιστεί με μιαν άλλη, όχι ιδιαίτερα οικεία χατζιδακική εκδοχή και να υποστηρίξει τη δεύτερη σε βάρος της πρώτης; Η Αυγή, πάντως, η κατεξοχήν ελίτ εφημερίδα του κατεξοχήν ελίτ-χώρου, του πάλαι ποτέ ΚΚΕεσ. και στη συνέχεια της ΕΑΡ, υποχωρεί το 1989, μεσούντος του σκανδάλου Κοσκωτά, στη γοητεία πρωτοσέλιδων που ελαφρο-κιτρινίζουν: «Μετά τις κασέτες και την τσόντα, ο τζόγος», είναι ο υπέρτιτλος την Παρασκευή, 16 Ιουνίου (αρ.φυλ. 4531) ενώ στον τίτλο διαβάζουμε: «ΤΟ ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ! Βουδούρης: 20.000.000 Λαλιώτης: Τα βλέπω….»

Ανάλογες θα είναι οι εξελίξεις και στο τραγούδι ή τη διαφήμιση: ο Χάρυ Κλυν εισάγει με ευφυές χιούμορ ένα χαλαρό, οριακά μόνον χυδαίο λεξιλόγιο, λαϊκού ύφους αλλά όχι παλιομοδίτικο!, με εμφανή, όπως είπαμε, τα στοιχεία της ιδιαίτερης προσφυγικής καταγωγής και ταυτότητας, μάγκικο αλλά επινοημένο, όχι πηγαίο, όπως θα ήταν αν προερχόταν απευθείας από μια υποκουλτούρα (πχ παλιά ρεμπέτικα) ενώ ο Σαββόπουλος, πρώην εκπρόσωπος μιας ριζοσπαστικής νεανικής κουλτούρας ενηλικιώνεται καθυστερημένα (στα 40 του χρόνια) και τραγουδά, σε εθνικό πλέον ακροατήριο: «σας γαμώ τα λύκεια». Ο Τζίμης Πανούσης κάνει κι αυτός τη δουλειά του μπολιάζοντας τον δημόσιο λόγο με στίχους-φράσεις όπως «κι εγώ σ’ αγαπώ γαμώ το Χριστό μου» (1980). Υφίσταται αρχικά λογοκρισία, η οποία όμως φθίνει σταδιακά μέχρι τα μέσα της δεκαετίας. Ο κύβος ερρίφθη, τα υπόλοιπα είναι θέματα χρόνου και επιταχύνσεων.

Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις χειραφέτησης και εκλαΐκευσης και μέσω της αθυροστομίας και της βωμολοχίας, προσπάθειες που εκπορεύονται είτε από το μεσαιοταξικό αίτημα του «λαϊκού» είτε από την (υπο)κουλτούρα της αμφισβήτησης, θα υψωθεί ξύλινο, ανελαστικό, γελοίο εξαρχής το γλωσσικό μοντέλο του Προέδρου της Δημοκρατίας Σαρτζετάκη και μιας ακατάληπτης (;) σχολικής γλώσσας, όπως αποτυπώνεται στην περίφημη έκθεση, στο θέμα της οποίας συμπεριλήφθηκαν λέξεις όπως «αρωγή» και «ευδοκίμηση». Τη θέση της παλαιάς καθαρεύουσας μοιάζει να παίρνει πλέον η άκαμπτη αυτή σχολική γλώσσα, που δεν θα επιβιώσει στην επόμενη χιλιετία.

  1. Η δεκαετία του ’80 ως γλωσσικό μπλέντερ

Η δεκαετία του 80, με άλλα λόγια ο λαιμός της οριζόντιας κλεψύδρας μας, δεν οδηγεί, όμως, απλώς σε διαφορετικές γλώσσες στο δεξί της μέρος, όπου ξεκινά η δεκαετία του 90. Δεν έχουμε μονάχα την αντικατάσταση ενός ή περισσότερων λεξιλογίων από κάποια άλλα. Στη δεξιά μεριά της κλεψύδρας παραμένουν πολλές μικρές κατακερματισμένες γλώσσες, κυρίως όμως έχουμε μια σημαντική κατάργηση των συνόρων μεταξύ τους και, κατά συνέπεια, ανάμιξη και σταδιακή ομογενοποίηση μεγάλου μέρους της γλώσσας (και του πολιτισμού) σε ένα ετερόκλιτο, κάπως άναρχο και μάλλον χαλαρό υφολογικά νέο γλωσσικό σύμπαν. Είναι ένα φαινόμενο που αναλογεί στη νέα, ταχέως διογκούμενη Μεσαία Τάξη, που δοκιμάζει βουλιμικά απ’ όλους τους μεζέδες, καταναλωτικούς και μη, και επιχειρεί να συγκεράσει πλήθος ετερόκλιτων προελεύσεων και ζητούμενων. Κατά τούτο, η δεκαετία του 80 υπήρξε και ένα τεράστιο μπλέντερ. Η γλώσσα που βγήκε από αυτό το μπλέντερ είναι πλέον ευρύτατα συμπεριληπτική όσον αφορά ομάδες, επιμέρους κουλτούρες και διαφορετικές ταυτότητες. Πρόκειται για μια πορεία που οδηγεί, από τα τέλη της δεκαετίας του 80, στη γλώσσα όπως την γνωρίζουμε σήμερα.

Σημαντικό ρόλο παίζουν εδώ παράγοντες όπως η τηλεόραση, που διαχέει συγκεκριμένο γλωσσικό στιλ, ατάκες, διαφημιστικά σλόγκαν κ.λπ. σε διαφορετικούς τόπους και ομάδες πληθυσμού. Συμβάλλουν ακόμη εξελίξεις όπως η σταδιακή νομιμοποίηση της νεανικής κουλτούρας της αμφισβήτησης. Αν ο Τζίμης Πανούσης βρίσκεται αντιμέτωπος με τη λογοκρισία για το «κι εγώ σ’ αγαπώ γαμώ το Χριστό μου» στις αρχές της δεκαετίας του ’80, κι αν η λέξη «μαλάκας» χρησιμοποιείται επαρκώς παραλλαγμένη στη σάτιρα του Χάρυ Κλυν και στη διαφήμιση, ο Μηλιώκας τραγουδά ανεμπόδιστα «σιγά-σιγά θα μας πούνε και μαλάκες», στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Προηγείται (πάντοτε) ο Σαββόπουλος, που δεν τραγουδά απλώς αλλά «παίζει» τον στίχο: «κι όλοι μου οι φίλοι απορούν/ τί κάνει ετούτος ο μ (αδιόρατη παύση-δισταγμός) αλάκας» (Τραπεζάκια έξω). Το κλάσμα δευτερολέπτου ανάμεσα στο «μ» και το «α» αυτού του στίχου, όπως το τραγουδά και το παρασταίνει ο Δ.Σ. είναι η στιγμή του πολιτισμικού μεταιωρισμού της δεκαετίας.

Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 80 η νεανική κουλτούρα μαζί με μια γενικότερη κοινωνική φιλελευθεροποίηση μοιάζει να εμπεδώνεται: είναι επόμενο η γλώσσα να εκφράζει τα φαινόμενα αυτά και να αλληλεπιδρά μαζί τους. Ό,τι στις αρχές της δεκαετίας θα αποτελούσε ακραίο, περιθωριακό φαινόμενο και θα απειλούνταν με ποινική δίωξη, μετατρέπεται στα τέλη της δεκαετίας σε εξωτικό, λαχταριστό μεζεδάκι ή αξεσουάρ που θα εμπλουτίσει το λεξιλόγιο (το τραπέζι, τη γκαρνταρόμπα). Εδώ, η δεκαετία του ’80 λειτουργεί κατεξοχήν ως χωνευτήρι, με έναν τρόπο που έχει προοικονομίσει ο Σαββόπουλος (και πάλι), με τους ιδιοφυείς στίχους του «Ολαρία-Ολαρά» (1972, «Βρώμικο Ψωμί»): «ο Μαρκήσιος ντε Σαντ μ’ ένα χίπη/ ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά/ ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη/κι η παρθένα με τον Σατανά/όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα/ και το χιόνι πέφτει από ψηλά/ τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα/ κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά».

Ο Σαββόπουλος αγγίζει εδώ τα όρια της κυριολεξίας, αφού η εξέλιξη που πυροδοτήθηκε θα βρει ήδη στα μέσα της δεκαετίας του 90 απτή επιβεβαίωση του «ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη», καθώς τα φεστιβάλ της ΚΝΕ θα ανοίξουν τις πύλες τους σε μουσικά γκρουπ της νεανικής υποκουλτούρας. Η ΚΝΕ, χωρίς καμία υποχώρηση στα δύσκολα ιδεολογικά μέτωπα που έχει ανοίξει η πτώση του τείχους, θα πραγματοποιήσει με αξιοθαύμαστη ευελιξία αλλαγές/προσαρμογές στα πεδία της γλώσσας, της κουλτούρας, της αμφίεσης, προκειμένου να επιβιώσει και να διατηρήσει την επιρροή της. Θα δικαιωθεί ο Σαββόπουλος και θα βγει ψεύτης ο Πανούσης («στη στεριά δε ζει το ψάρι/ ούτε ο Κνίτης με φρικιά», disco τσουτσούνι, 1982).

* * *

12373337_10207664307502449_7731231822045295507_n.jpgΗ Μαρία Τοπάλη εργάζεται στο ΕΚΚΕ. Από το 1996 δημοσιεύει ποίηση, κριτική και μεταφράσεις από τα γερμανικά. Είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Ποιητική και συνεργάζεται με την Καθημερινή. Πρόσφατες δουλειές της είναι το Βερμίου Κατάβαση (ποίηση), Πατάκης, 2010, Οι Ελεγείες του Ντουίνο του Ρ.Μ. Ρίλκε (μετάφραση), Πατάκης, 2011, το μιούζικαλ Ο χορός της μεσαίας τάξης, Οκτώ, 2012 και το ποίημα Οι Λέξεις μου, Νεφέλη 2015.

* * *

GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter

gr80s_logotitle_gr

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία GR80s

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

GR 80s — #ΤΡΟΧΟΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΣΗ

athens-around-zappeion-july-1980

Αύριο Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017 γίνονται τα εγκαίνια της έκθεσης GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη. Το dim/art είναι χορηγός επικοινωνίας της έκθεσης· παρουσίασε και θα εξακολουθήσει να παρουσιάζει μερικές από τις ενότητες – περίπτερα.

Στον αύλειο χώρο που θα περιβάλλει το περίπτερο της τεχνολογίας, θα συγκεντρωθούν τετράτροχα και δίτροχα οχήματα της εποχής του ’80, τόσο ιδιωτικής όσο και δημόσιας χρήσης. Αυτοκίνητα, μηχανές, «παπάκια», λεωφορεία, τρόλεϊ της εποχής θα βρίσκονται μπροστά στα μάτια του επισκέπτη, ο οποίος σε ορισμένες περιπτώσεις, που θα το επιτρέπουν οι συνθήκες, θα μπορεί να έρχεται σε επαφή ή και να κάθεται σε αυτά, να βγάζει αναμνηστικές φωτογραφίες ή να παρακολουθεί καλλιτεχνικά δρώμενα. Πρόκειται για την τελευταία αναβιωτική εμπειρία του επισκέπτη, η οποία θα του επιτρέψει να επανοικειωθεί μια εμπειρία πρόσβασης στην αυτοκίνηση αλλά και τη μαζική μετακίνηση, η οποία μπορεί σήμερα να μοιάζει ξεπερασμένη στις μορφές της, αλλά αποτέλεσε ορόσημο της οριστικής εισόδου των μαζών στην κουλτούρα των δύο και των τεσσάρων τροχών. Επιμέλεια: Διονύσης Νοταράκης.

5ffa7b1dca3b811621533369cab2f56a

* * *

Απόηχοι από τη δεκαετία των τροχών και της αυτοκίνησης

—του Διονύση Νοταράκη—

Αν υπήρχε μια συμφωνική ορχήστρα από κινητήρες, το Autobianchi του πατέρα μου θα ήταν το πρώτο βιολί.

Ο ήχος από τα σωθικά του ήταν σχεδόν τόσο μοχθηρός όσο και η φάτσα του. Με εννιακόσια τρία κυβικά έπρεπε να επιβιώσει σε δύσκολες συνθήκες: στους δρόμους της μεγάλης πόλης, στην εθνική οδό, στα στενά του νησιού. Σήμερα, σχεδόν δυο δεκαετίες από την οριστική απόσυρσή του, μπορώ να ανακαλέσω τον ήχο αυτό, που λίγο πριν το φινάλε ενισχύθηκε και από μια τρύπια εξάτμιση. Νομίζω πως θα μπορούσα να τον ξεχωρίσω ανάμεσα σε χιλιάδες ανάλογους. Του συγχωρούσες λίγο φασαρία, ειδικά αν αναλογιζόσουν πως πέρα από όλα αυτά τα χιλιόμετρα που είχε διανύσει αδιαμαρτύρητα, είχε υποστηρίξει με αξιοπρέπεια μετακομίσεις, είχε επιβιώσει της υγρασίας που τον κατάτρωγε στο νησί και στα γκαράζ των πλοίων και είχε μεταφέρει μέχρι τέλους με ασφάλεια αρκετά άτομα. Στο φωτογραφικό άλμπουμ της ιστορίας του Autobianchi – που δυστυχώς υπάρχει ως επί το πλείστον στο φαντασιακό μου – οι σελίδες είναι γεμάτες από διαφορετικά και συχνά ετερόκλητα γεγονότα. Στο γκαράζ του ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝΟΥ να βγαίνει από τον πλαϊνό του καταπέλτη. Όχημα απόδρασης. Κολλημένο στην άμμο της παραλίας. Με σακιά τσιμέντο στα ριγμένα πίσω καθίσματα. Φορτωμένο παιδιά και μπαγκάζια. Μπαλωμένο και με τρύπες. Στα χέρια νέου οδηγού που προσπαθεί να μην του σβήσει σε αλάνες. Αφορμή για σίσφυξη των σχέσεων ανάμεσα σε πατέρα και γιο. Χωρίς πινακίδες, σκονισμένο και εγκαταλελειμμένο πριν την απόσυρση. Το Autobianchi του πατέρα μου δεν ήταν απλά ένα οικογενειακό αυτοκίνητο. Ήταν σήμα κατατεθέν, αφορμή για γκρίνια, περιπετειώδης συνταξιδιώτης, σημείο αναφοράς. Τα ίδια στοιχεία λίγο ως πολύ χαρακτήριζαν και την μάλλον πιο αθόρυβη Vespa του παππού που πωλήθηκε μετά τον θάνατό του και συνέχισε την πορεία της στους δρόμους του νησιού για αρκετά χρόνια ακόμα.

Οι ιστορίες τους δεν απέχουν πολύ από αντίστοιχες της εποχής. Κατά την δεκαετία του ‘80 τα οχήματα πλήθυναν. Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου έκανε την αγορά τους ευκολότερη και η μεταφορά με ιδιόκτητο μέσο φαινόταν να συμβαδίζει με την μαζικότητα της δεκαετίας. Με την λογική του αναλώσιμου να μην έχει κυριαρχήσει, η αγορά τους είχε χαρακτήρα επένδυσης μακράς πνοής. Οι ιδιοκτήτες του πορεύονταν μαζί τους και αυτά καλούνταν να εξυπηρετήσουν ένα μεγάλο φάσμα αναγκών, πρακτική που αξίζει να μελετηθεί και ίσως σε συνάρτηση με την εκτεταμένη ελληνική οικογένεια ή τουλάχιστον ό,τι από αυτήν είχε απομείνει τότε. Τη δεκαετία αυτή τα οχήματα στους ελληνικούς δρόμους αυξήθηκαν, νέες κατασκευάστριες χώρες διεκδίκησαν μερίδια, το ηλικιακό εύρος των οδηγών διευρύνθηκε και περισσότερες γυναίκες βγήκαν στους δρόμους. Μεταβατική ως προς τις αντιλήψεις, πλούσια ως προς την καταγραφή αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών σε διάφορες εκφάνσεις της ποπ κουλτούρας, η δεκαετία του ‘80 πυροδοτεί ερωτήματα. Με σεβασμό στους ιδιοκτήτες αλλά και στα ίδια τα εκθέματα, εκείνα που αναδείχθηκαν στην δεκαετία αυτή ή κατασκευάστηκαν κατ’ αυτή θα εναλλάσσονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στους χώρους της Τεχνόπολης προσφέροντας μια ευκαιρία για αναπόληση και αναστοχασμό, για επαφή με τον υλικό πολιτισμό, για ερωτήσεις αναφορικά με τις καταναλωτικές μας συνήθειες, την οδηγική μας συμπεριφορά, τον δρόμο που διανύσαμε από τότε.

blogpost-autobianchi

11888_10153975685460323_1999030041_nO Διονύσης Νοταράκης ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ το 2013. Εργάζεται στο περιοδικό Εφοπλιστής.

 

* * *

GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter

gr80s_logotitle_gr

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία GR80s

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Αυτά τα ψιλά προγράμματα που έγιναν μύθοι

Αναμνήσεις από τα κεντρικά σινεμά της Αθήνας στη δεκαετία του ’80

—της Ειρήνης Βεργοπούλου—

Αττικόν και Απόλλων μαζί, δυο «δίδυμοι πύργοι» που έμελλαν να καούν στο απώτερο μέλλον, σε μια απεχθή και δραματικότατη συγκυρία. Εντελώς ανυποψίαστοι για αυτό το Ύστερα που ελλόχευε, απολαμβάναμε τους Ναούς εκείνους της κινηματογραφικής λατρείας. Στεκόμασταν στις ουρές, ντυνόμασταν συχνά με «τα καλά» μας όποτε πηγαίναμε εκεί, θαυμάζαμε τους από πάνω αναρτημένους τεράστιους «πίνακες» που εικονογραφούσαν την εκάστοτε ταινία: μια larger than life πραγματικότητα, που δυνάμωνε, με ένα κοίταγμα που κάναμε, την ένταση της δικής μας καθημερινότητας. Απολαμβάναμε ακόμα και την αφή πάνω στο ξύλινο χερούλι των καθισμάτων όπως και την αίσθηση της βελούδινης τσόχας τους. Όσοι λαχταρούσαμε πιότερο να εμφιλοχωρήσουμε στην πλοκή, οι «άρρωστοι», διαλέγαμε τα θεωρεία του Αττικόν, επάνω, τα μεμονωμένα εκείνα καθίσματα άκρη μπροστά.  Οι πορωμένοι φοιτητές βγαίναμε από την μια παράσταση, των έξη, και πηγαίναμε στην επόμενη, των οκτώ, από το ένα στο άλλο. Εισιτήριο κάπου 300 δραχμές.

Αντίπαλο δέος η κλασάτη Όπερα, με τις σχεδόν Αρτ Ντέκο μαρμάρινες σκάλες, στη στοά με τη Λέσχη του Δίσκου, από όπου σταθερά έκανες ένα πέρασμα πριν ή μετά την προβολή. Η Έλλη, ένα σινεμά-μπουτίκ με τις καλλιτεχνικές πάντα ταινίες, τις βραβευμένες στα φεστιβάλ, τις Ευρωπαϊκές και Ανατολικοευρωπαϊκές   – και εδώ ανέβαινες στον εξώστη, και συχνά, τα Σάββατα, όταν δεν υπήρχαν άλλες θέσεις. Με το περίπτερο με το κόκκινο τηλέφωνο απέξω, από όπου καλούσες τους φίλους σου σπίτι τους για αν δεις γιατί έχουν αργήσει, και αγόραζες και την αγαπημένη σου Break σοκολάτα που θα σου κρατούσε την πείνα στη διάρκεια της ταινίας, επειδή ήσουν ακόμα στις ηλικίες της αδυνατοσύνης, όπου δεν πολυέτρωγες. Το Άστυ, το κατά κυριολεξία υπόγειο, η επιβλητική εκείνη κάθοδος στο μυστήρια της Έβδομης Τέχνης, στα βαθιά ενδότερα,  των σπουδαίων ταινιών, των σκληρών καθισμάτων, των τυχαίων συναντήσεων με τους συμφοιτητές σου από τη σχολή, των πρώτων δειλών –και αδήλωτων-  ερωτικών ραντεβού, αλλά και των μοναχικών ανθρώπων του μέσου της εβδομάδας  -ζούνε άραγε ακόμα; Η Αλκυονίδα της Ιουλιανού, των μυστών, των μεγάλων Ρώσων και Ανατολικοευρωπαίων κινηματογραφιστών, των λιτών προγραμμάτων που έγραφαν για κάποιες αμερικανικές ταινίες ότι ήταν «μια παραγωγή της Κολούμπια Πίκτουρες». Πιο έξω λίγο από το κέντρο, το Τριανόν, το Ράδιο Σίτυ, το Αελλώ, το Ααβόρα…

Η Γλυκιά Συμμορία, η Ρεβάνς, ο Αμπιγιέρ, η Μεγάλη Ανατριχίλα, το Πέρα από την Αφρική. Ο Μίκλος Γιάντσο, ο Μπέργκμαν, ο Ταρκόφσκι, ο Γούντυ Άλλεν, ο Σκορσέζε με μαύρα μαλλιά ακόμα. Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται, πριν γίνει στη μνήμη του κόσμου «Νο 5».  Σπαράγματα της ατομικής και συλλογικής μνήμης τώρα πια όλα αυτά. Και έγιναν τα ταπεινά προγράμματα που από αγάπη στις συλλογές κράταγες, αντί για τσαλακωμένα σκουπίδια στα καλάθια, πάπυροι τρυφεροί, ανεκτίμητης για σένα αξίας.

* * *

GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter

gr80s_logotitle_gr

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία GR80s

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

GR 80s — #ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΗ

Μετράμε τις μέρες μέχρι τα εγκαίνια της έκθεσης GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη στις 25 Ιανουαρίου 2017. Το dim/art είναι χορηγός επικοινωνίας της έκθεσης και παρουσιάζει μερικές από τις ενότητες – περίπτερα.

Στο περίπτερο με τίτλο Από την αλλαγή στην κάθαρσηο επισκέπτης αντιμετωπίζει τα μεγάλα μεγέθη του πολιτικού ανταγωνισμού της εποχής, τις σημαντικές πολιτικές που ασκήθηκαν από τις κυβερνήσεις, την κινητοποίηση των μαζών και την πολιτική στράτευση, καθώς και τα βασικά πολιτικά γεγονότα της περιόδου (εκλογικές αναμετρήσεις, πολιτικοί πρωταγωνιστές, πολιτική επικοινωνία, νομοθετικό έργο, σκάνδαλα, κομματικό φαινόμενο).

Επιμελητές: Λαμπρινή ΡόρηΔημήτρης Π. Σωτηρόπουλος. Βοηθοί Έρευνας: Νίκος Γκιώνης, Mαρία Αρβανίτη, Νίκος Σαριδάκης, Σωτήρης Δαμιανός.

* * *

assets_large_t_420_54031099

Το απόγειο της μαζικής πολιτικής και η αρχή του τέλους της

— της Λαμπρινής Ρόρη και του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου—

[Απόσπασμα από το κείμενο που θα δημοσιευτεί στον κατάλογο της έκθεσης]

Η πολιτική στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80, ως πολιτική εμπλοκή και ταύτιση, ως πολιτικό σύστημα ή ως σχέση των πολιτών με τις δημόσιες υποθέσεις, δεν είναι απλώς άλλο ένα πεδίο της ανθρώπινης δράσης, πλάι στα υπόλοιπα. Αποτελεί το πρώτιστο ενδιαφέρον της ελληνικής κοινωνίας στη διάρκεια της δεκαετίας αυτής, για πολλούς λόγους, λειτουργικούς, ιδεολογικούς και ανθρωπολογικούς. Είναι γεγονός, φυσικά, ότι περίπου από τα μέσα της δεκαετίας αυτής το ενδιαφέρον θα υποχωρήσει σταδιακά αλλά έκτοτε σταθερά, υπακούοντας σε μεγάλες υπόγειες αλλαγές στα ατομικά και κοινωνικά υποκείμενα, τις οποίες οι κοινωνιολόγοι περιγράφουν χοντρικά ως τάση προς ιδιώτευση. Η σαφής άνοδος του επιπέδου ζωής, ο μαζικός καταναλωτισμός, η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του ελεύθερου χρόνου για πρώτη φορά με σύγχρονους όρους, η έλευση των ιδιωτικών ΜΜΕ και των εντύπων lifestyle, όπως και άλλες ανάλογες εξελίξεις, αποτελούν ούτως ή άλλως, σε όλα τα πλαίσια των σύγχρονων κοινωνιών, αποδείξεις της τάσης των ατομικών υποκειμένων να ζήσουν «μια ζωή δική τους».

komma-729103

Το μαζικό κόμμα μετατρέπεται σε ιμάντα του πελατειακού συστήματος

Ωστόσο, η υπερπολιτικοποίηση ποτέ δεν θα πάψει να χαρακτηρίζει τον δημόσιο χώρο στην Ελλάδα της πρώιμης μεταπολίτευσης, λαμβάνοντας μάλιστα διαστάσεις παροξυσμού στις προεκλογικές περιόδους, και τούτο για ποικίλους λόγους. Πρώτα και κύρια, εξαιτίας της εντονότατης κομματικοποίησης σχεδόν όλων των πλευρών της δημόσιας ζωής, από τους χώρους εργασίας μέχρι τους καλλιτεχνικούς χώρους ή εκείνους του αθλητισμού. Τα μαζικά πολιτικά κόμματα αποτέλεσαν, από την πρώτη στιγμή μετά την αποκατάσταση της Γ’ Δημοκρατίας, τον διαμετακομιστικό ιμάντα που μετέφερε πάνω του τις μάζες –χωρίς αποκλεισμούς, πρέπει να παραδεχτούμε (με την εξαίρεση των μουσουλμάνων της Θράκης και των Ρομά)– στο επίκεντρο της πολιτικής διαδικασίας, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Πρωτοπόρο σε αυτήν τη διαδικασία ήταν αναμφισβήτητα το «κόμμα-κίνημα» του ΠΑΣΟΚ, που κατάφερε από νωρίς να εντάξει και να κινητοποιήσει εκατοντάδες χιλιάδες μέλη πανελλαδικά και διαταξικά, ωστόσο το πρότυπό του έσπευσαν να ακολουθήσουν, έστω με κάποια καθυστέρηση, άπαντα τα υπόλοιπα κόμματα της περιόδου. Προϊούσης όμως της μεταπολίτευσης, οι κομματικές γραφειοκρατίες δεν περιορίστηκαν μόνο στον ρόλο ενός μηχανισμού ένταξης ατόμων και συλλογικοτήτων στο νεόδμητο αυτό δημοκρατικό σύμπαν, που μάλιστα άλλο τέτοιας ποιότητας δεν είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο τόπος. Μετατράπηκαν ταυτόχρονα και σε πελατειακό μηχανισμό, αντικαθιστώντας έτσι την πολιτική πατρωνία του παρελθόντος, που ήταν μια καθαρά διαπροσωπική και άνιση σχέση πάτρωνα-τοπικού ψηφοφόρου. Παρότι, όμως, η νέα αυτή μορφή πελατειασμού είχε ως συνέπειες αφενός η συναλλαγή να γίνεται μέσα από μεγάλες συλλογικότητες (συνδικαλιστικούς φορείς και συνδικάτα ή γενικώς ομάδες συμφερόντων) αφετέρου συχνά να ανατρέπεται η παλάντζα της ισχύος υπέρ της πανίσχυρης ομάδας και εις βάρος της πολιτικής εξουσίας, το αποτέλεσμα ήταν εντέλει το ίδιο, σε ό,τι μας αφορά. Το άτομο/οικογένεια έπρεπε και πάλι να ακολουθήσει αυτήν την πελατειακή οδό ενσωμάτωσης αν ήθελε να απολαμβάνει προνόμια περισσότερα από εκείνους που δεν ανήκαν σε προνομιούχες ομάδες. Έτσι, η ένταξη σε αυτές, μέσω της κομματικής ταυτότητας, αποτέλεσε ζωτική προϋπόθεση για την πρόσβαση στους insiders (βολεμένους) του συστήματος, ενώ παρά τον φαινομενικά πολωμένο κομματικό ανταγωνισμό, οι ομάδες αυτές ήξεραν να βρίσκουν στο εσωτερικό τους το απαραίτητο modus vivendi και τις αναγκαίες συναινέσεις, για τη μοιρασιά της «λείας», που ήταν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων κρατική. Οι ατομικές/οικογενειακές στρατηγικές προσαρμόστηκαν στη νέα συνθήκη που εξασφάλιζε ατομικά, καλοπληρωμένες θέσεις σε ΔΕΚΟ και υπουργεία με ενισχυμένα μισθολόγια, επιδόματα, ποικίλες προσόδους κ.λπ. αλλά και συλλογικά, διάφορες προνομιακές παραχωρήσεις σε ευγενή ασφαλιστικά ταμεία ή «κλειστά» επαγγέλματα (μιας άνωθεν υπερ-ρυθμισμένης αγοράς), όπως και αθρόους διορισμούς χρόνιων συμβασιούχων, που έτρεφαν πάντα το (βάσιμο) όνειρο της μονιμοποίησης.

129250-292188

Υπερπολιτικοποίηση: λαϊκισμός, πόλωση και χρήσεις του παρελθόντος

Το πολιτικό σύστημα είχε, συνεπώς, από τη δική του πλευρά απόλυτη ανάγκη την κινητοποίηση αυτή και στις δύο εκδοχές της: και αυτονοήτως ως εκλογική κινητοποίηση, αφού του εξασφάλιζε τη διαιώνισή του στην κυβερνητική εξουσία, αλλά και ως κινητοποίηση στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών, με την προϋπόθεση ότι αυτή θα γινόταν υπό τις δεδομένες κομματικές παντιέρες. Ευνοούσε έτσι με όλους τους τρόπους την υπερπολιτικοίηση: μέσω του ρητορικού λαϊκισμού, κολακεύοντας τον «λαό» και ταυτίζοντάς τον με το έθνος, έναντι κάποιων λίγων, επινοημένων, «προνομιούχων»· μέσω των πάντα κομματικοποιημένων εφημερίδων και της κρατικά ελεγχόμενης ραδιοτηλεόρασης (μέχρι το 1987)· μέσω μιας καλά σκηνοθετημένης πόλωσης στο υψηλό επίπεδο των αρχηγών ή ακόμη και της εξωτερικής πολιτικής πάνω στα λεγόμενα «εθνικά θέματα»· μέσω της επίκλησης του φορτισμένου παρελθόντος της ελληνικής ιστορίας και της εμφυλιοπολεμικής της σταθεράς που υποτίθεται ότι ξεκινούσε από τον μεσοπολεμικό εθνικό διχασμό· και τέλος, μέσω της ιδεολογικοποίησης ακόμη και της χαμηλής πολιτικής, εμπεδώνοντας έναν διάχυτο ιδεολογικό λόγο πάντα μαξιμαλιστικό, οιονεί (ψευδο)επαναστατικό, έντονα διεκδικητικό, και με νομιμοποίηση σε ένα ιδεολογικοποιημένο παρελθόν, που όμως είχε ως πρακτικό αποτέλεσμα να δημιουργεί ψυχικές καθηλώσεις και να εμποδίζει την επένδυση στο μέλλον. Η ιδεολογικοποίηση του παρελθόντος μέσα από τον διαιρετικό άξονα «Δεξιά-Αντιδεξιά», ήταν μεν μια στρατηγική επιλογή του ΠΑΣΟΚ για τις ανάγκες διαιώνισής του στην εξουσία, ωστόσο είχε σοβαρές επιπτώσεις στη διαμόρφωση ενός ιδεολογικού ορίζοντα που δεν ανταποκρινόταν πλέον στις ανάγκες ενός σύνθετου κόσμου, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, όπου η εμφυλιοπολεμική καθήλωση (ως βαριά μνήμη) πρόσθετε ένα ασήκωτο βάρος στους ώμους μιας κοινωνίας που ήθελε να φύγει μπροστά. Στην πρώτη της φάση, μετά την ήττα της το 1981, το σχήμα αυτό νομιμοποίησε, συνειδητά ή ασυνείδητα, και η ΝΔ η οποία παρέμεινε παγιδευμένη σε προδικτατορικές αγκυλώσεις, επίσης ξεπερασμένες, που ευνοούσαν την τακτική των νέων κυβερνώντων. Αυτή η υποχώρηση σε παλιές αντιπαραθέσεις (το ΠΑΣΟΚ έφθανε να αυτοανακηρύσσεται μέχρι και σε συνεχιστή του βενιζελισμού), κρυβόταν κάτω από μια μονίμως εορταστική ή και καρναβαλική σκηνοθεσία της πολιτικής εξουσίας, με ογκώδεις συγκεντρώσεις (σκηνοθετημένες τηλεοπτικά πάντα με προπαγανδιστικές μεθόδους), πομπώδεις δηλώσεις, μεγάλες συμβολικές χειρονομίες –όλα στη σκιά λαοπρόβλητων ηγετών που προσέδιδαν στην εξουσία ένα λούστρο αναντίστοιχο με τις πραγματικές πρακτικές της.

Η αποίκιση του κράτους από τις ποικίλες ομάδες συμφερόντων είχε σαφείς επιπτώσεις και στην ίδια την κοινωνία των πολιτών όπως και στα πολιτικά κόμματα, ιδίως στα κόμματα εξουσίας. Τα τελευταία, μέσω αυτής της διαδικασίας, μεταλλάχθηκαν σταδιακά σε κόμματα-κράτους, εξαρτώντας πλήρως την ύπαρξή τους από τη νομή των κρατικών πόρων σε πελάτες ψηφοφόρους και σε ομάδες συμφερόντων. Αδυνατούσαν, έτσι, να προχωρήσουν σε αναγκαίες και από ένα σημείο και μετά ζωτικές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στην οικονομία, το ασφαλιστικό ή στην εκπαίδευση, χωρίς τις οποίες θα βίωναν κάποια στιγμή την κρίση, όπως συνέβη το 1989 με αφορμή το σκάνδαλο Κοσκωτά. Η πολιτική συρρικνωνόταν έτσι σε μικροδιαχείριση: διαχείριση των άπειρων μικροεπιθυμιών και των άνευ ορίων διεκδικήσεων της κοινωνίας· διαχείριση της νομής της εξουσίας και των ωφελημάτων της από την πολιτική ελίτ.

kos

15181490_10154145821382507_3701550489026959017_nΗ Λαμπρινή Ρόρη είναι υπότροφος του Ιδρύματος Λεβέντη για νεοελληνικές σπουδές στο SEESOX του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Προηγουμένως ήταν υπότροφος Marie-Curie στο Πανεπιστήμιο του Bournemouth. Είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου της Σορβόνης (Université Paris I, Panthéon-Sorbonne). Η διδακτορική διατριβή της μελετά τις αλλαγές που προκαλεί η επαγγελματοποίηση της πολιτικής επικοινωνίας στα σοσιαλιστικά κόμματα της Ευρώπης, με έμφαση στις οργανώσεις του ελληνικού και του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος από τη δεκαετία του ’70 μέχρι το 2012. Κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών της σπουδών στα αντικείμενα «Πολιτική Κοινωνιολογία και Δημόσιες Πολιτικές» (Sciences Po Paris) και «Πολιτική και Κοινωνική Επικοινωνία» (Université Paris I, Panthéon-Sorbonne), μελέτησε τον αντιαμερικανισμό στην Ελλάδα από το 1974 έως το 2002, με έμφαση στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ. Έχει δημοσιεύσει άρθρο για τον πολιτικό λόγο του ΠΑΣΟΚ κατά τη δεκαετία του ’80, καθώς και για την ελληνική εξωτερική πολιτική από το 1974 έως το 2000.

582045_10151345802766274_713655437_nΟ Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1972. Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας τού Τμήματος ∆ιοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών, του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πελοποννήσου. Είναι επίσης ∆ιευθυντής του ∆ι-Ιδρυματικού Μεταπτυχιακού, «Επιχειρηματικότητα & ∆ιακυβέρνηση» (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και ΤΕΙ Πελοποννήσου). Στο παρελθόν, έχει επίσης διδάξει για 7 χρόνια (2004-2011) στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ιστορίας, σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Εξάλλου, είναι Αρχισυντάκτης του παλαιότερου ελληνικού περιοδικού ιδεών, της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ, και τακτικός αρθρογράφος της εφημερίδας, Η Καθημερινή. Είναι επίσης μέλος της επιστημονικής επιτροπής του περιοδικού ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ και της επιθεώρησης FOREIGN AFFAIRS, THE HELLENIC EDITION. Την άνοιξη του 2012 είχε προσκληθεί για διαλέξεις στην Έδρα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με την ΕΡΤ για την παραγωγή ιστορικών ντοκυμαντέρ καθώς και με διάφορα δημοσιογραφικά έντυπα, κυρίως στο διεθνές ρεπορτάζ.

* * *

GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter

gr80s_logotitle_gr

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία GR80s

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

GR 80s — #ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΥΠΟΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ

Μετράμε τις μέρες μέχρι τα εγκαίνια της έκθεσης GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη στις 25 Ιανουαρίου 2017. Το dim/art είναι χορηγός επικοινωνίας της έκθεσης και παρουσιάζει μερικές από τις ενότητες – περίπτερα.

Στο περίπτερο που είναι αφιερωμένο στις νεανικές υποκουλτούρες (με επιμελητή τον Λεωνίδα Αντωνόπουλο), θα συστεγαστούν τα υλικά και συμβολικά στοιχεία που προσδιόρισαν της «φυλές» της δεκαετίας του ’80, μιας σειράς, δηλαδή, νεανικών ή άλλων υποκουλτούρων που συγκρότησαν καινούργιες δυναμικές, συγκρουσιακές και ταυτόχρονα ρευστές ταυτότητες: πανκ, χέβι μέταλ, μοτοσικλετιστές, οργανωμένοι φίλαθλοι. To περίπτερο της έκθεσης για τις υποκουλτούρες θα οργανωθεί γύρω από δύο ερωτήματα: το πρώτο είναι πώς έβλεπαν τα μέλη των συλλογικοτήτων τους εαυτούς τους. Το τμήμα αυτό θα περιλαμβάνει φωτογραφικό υλικό από παρέες μουσικόφιλων, οπαδών, εξώφυλλα δίσκων, ρούχα και αξεσουάρ, εισιτήρια από συναυλίες κ.λπ., στολές που δημοσιεύονταν κυρίως σε ειδικά έντυπα της εποχής, καθώς και τεκμήρια που θα προέλθουν από αρχεία/συλλογές τυπικών συλλογικοτήτων (π.χ., ΛΕΜΟΤ) αλλά και μέλη άτυπων ομάδων που διαθέτουν σχετικό υλικό στις ιδιωτικές τους συλλογές (π.χ. παρέες χεβι μεταλλάδων). Με αυτόν τον τρόπο, θα δοθεί η ευκαιρία σε συλλογικότητες, που παραμένουν συχνά αφανείς, να παρουσιάσουν τεκμήρια από την ιστορική τους διαδρομή, αναδεικνύοντας τις πολλαπλές σημασίες τους ως φορέων κοινωνικότητας στην Αθήνα. Το δεύτερο ερώτημα αφορά το πώς έβλεπαν τις συλλογικότητες αυτές οι «απέξω»: η απάντηση του ερωτήματος αυτού θα δοθεί μέσω της έκθεσης εικόνων και λόγων για τις συλλογικότητες αυτές, όπως ρεπορτάζ σε εφημερίδες και τηλεόραση, την προβολή τμημάτων ταινιών της εποχής.

punk

Φωτογραφία ταυτότητος

[Απόσπασμα από το κείμενο που θα δημοσιευτεί στον κατάλογο της έκθεσης]

—του Λεωνίδα Αντωνόπουλου—

Με τις πρώτες ανεξήγητες αλλαγές στη διάθεση, τον χείμαρρο από ανεξέλεγκτες ορμές που μονάχα υποψιαζόμασταν τι μπορεί να σημαίνουν, την έκρηξη της τριχοφυΐας που έδειχνε αποκρουστική αλλά κατά βάθος την καμαρώναμε, σταθήκαμε μπροστά στον καθρέφτη της επερχόμενης ενηλικίωσης, μόνοι, και τον ρωτήσαμε βουβά «ποιος είμαι;» Και αντί να τρέξουμε να παραλάβουμε από τους μεγαλύτερους τις δανεικές μας ταυτότητες, όπως τόσοι και τόσοι νέοι πριν από εμάς, μείναμε εκεί, ακίνητοι, μπροστά στον καθρέφτη: «Ποιος είμαι;»

Έφηβοι ή νέοι, ήμασταν κατά κάποιον τρόπο οι πρώτοι baby boomers της Ελλάδας. Η πρώτη αληθινή «γενιά της ειρήνης». Ο πόλεμος, ο εμφύλιος, η δικτατορία φυσικά και ήταν όλα παρόντα· το αίμα ήταν ακόμη νωπό πάνω στα μωσαϊκά, στα σεμεδάκια του σαλονιού ή στο τραπεζομάντιλο του κυριακάτικου τραπεζιού, κι ακόμη περισσότερο έξω στους δρόμους, στις διαδηλώσεις, στις πορείες του Πολυτεχνείου, στην τρομοκρατία της 17Ν, στον Ψυχρό Πόλεμο ή στην «επανάσταση» που η επαγγελία της όσο πήγαινε γινόταν και πιο ράθυμη. Όλα αυτά όμως ήταν πίσω μας. Ναι, ήμασταν η πρώτη γενιά της ειρήνης — απλώς δεν το ξέραμε. Και, μάλλον, δε μας ένοιαζε. Είχαμε χρόνο, ίσως για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας που η νεολαία είχε χρόνο κατάδικό της, να αποφασίσουμε ποιοι είμαστε. Ήταν η πρώτη φορά που δε χρειαζόταν να ανήκουμε κάπου πριν ακόμη βγάλουμε μουστάκι. Και το ξεχειλώσαμε.

Γιατί δεν ήταν μόνο ο χρόνος που είχαμε στη διάθεσή μας. Είχαμε και χρήμα. Παρά τον πληθωρισμό και τις υποτιμήσεις της δραχμής, το χαρτζιλίκι ήταν κεκτημένο και η πεποίθηση ότι το εισόδημα της οικογένειας θα αυξηθεί δεδομένη. Η ανεργία μας τρόμαζε λιγότερο από την προοπτική να γίνουμε δημόσιοι υπάλληλοι, ασχέτως εάν πίσω από τις κλειστές  πόρτες η μικροαστική οικογένεια εξασκούσε τις δικές της δυνάμεις. Κατ’ επίφαση ή πραγματική, η αυτονόμησή μας ήταν αναπόφευκτη. Ίσως και δεδομένη, καθώς οι μεγαλύτεροι είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν, για πρώτα φορά στην ιστορία της μικροαστικής ελληνικής οικογένειας, χρόνο για τον εαυτό τους και για τα παιδιά τους.

paros1983Σε αυτό το περιβάλλον που όσο πήγαινε γινόταν και πιο ασφαλές γύρω μας, που έδειχνε να ανέχεται όλο και περισσότερες αποκλίσεις (από ενοχές; από άγνοια; από άποψη; Δε μάθαμε ποτέ), που αγωνιούσε πιο πολύ για τις σπουδές και τα πτυχία παρά για τη γρήγορη ένταξή μας στην αγορά εργασίας και τη συνεισφορά στον οικογενειακό προϋπολογισμό, γευτήκαμε για πρώτη φορά τον αμαρτωλό καρπό της χειραφέτησης. Καθώς ο κίνδυνος μιας νέας εκτροπής ή ενός νέου διχασμού απομακρυνόταν από τη χώρα με την ένταξή της στη αστική δημοκρατική οικογένεια της Ευρώπης και καθώς το αίμα  στέγνωνε, οι προτεραιότητες άλλαζαν. Η απάντηση στο ερώτημα τι σημαίνει να είσαι νέος απαιτούσε νέες ιεραρχήσεις. Άρχισαν οι ανακατατάξεις: Η νεολαία, από διάχυτη πολιτική έννοια που ήταν ώς τότε, μεταβλήθηκε σε αυτοδύναμη πολιτιστική κατηγορία που αναγνωριζόταν και προσδιοριζόταν μέσα από την ένταξή της σε επιμέρους αισθητικά ρεύματα, όχι μεν στεγανά αλλά επαρκώς διακριτά ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80.

Κοιτάζαμε ξανά και ξανά το είδωλό μας στο καθρέφτη και προβάραμε πόζες, βγάζαμε φανταστικές φωτογραφίες και τις ταιριάζαμε με τις φανταστικές μας ταυτότητες, με τις οποίες περνούσαμε και ξαναπερνούσαμε τα αόρατα σύνορα του νέου καταναλωτικού κόσμου. Γιατί γύρω μας, παντού, υπήρχε αφθονία, μια απλόχερη προσφορά από επιμέρους ταυτότητες, δυσνόητες ή και αδιανόητες για τους μεγαλύτερους. Ρεύματα αισθητικά, δανεισμένα από την Ευρώπη και την Αμερική του ’60 και του ’70,  και νέα, που γεννιόντουσαν μέσα στην επικράτεια της ψυχαγωγίας είτε ως έκφραση καλλιτεχνική είτε ως χομπίστικο δημιούργημα στο πλαίσιο του ελεύθερου χρόνου, του οποίου η αξία και η ιερότητα αναγνωρίζονταν πλέον από όλους.

img_0758-0Ο Λεωνίδας Αντωνόπουλος είναι δημοσιογράφος, ειδικευμένος σε θέματα πολιτισμού και μουσικής, και διευθυντής του ραδιοσταθμού KOSMOS. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα και έκανε μεταπτυχιακό στη Στρατηγική των ΜΜΕ στο Λονδίνο. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες και περιοδικά, κάνει εκπομπές μουσικού και δημοσιογραφικού περιεχομένου στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ενώ υπήρξε και διευθυντής προγράμματος στον «Αθήνα 9.84». Από το 1997 εργάζεται στην ΕΡΤ και ήταν, μεταξύ άλλων εκπομπών, ο δημιουργός και παρουσιαστής της βραβευμένης σειράς μουσικών ντοκιμαντέρ «Οι Μουσικοί του Κόσμου». Μέχρι το 2011, υπήρξε σύμβουλος για τη μουσική και καλλιτεχνικός υπεύθυνος της ενότητας «Ήχοι του Κόσμου» του Φεστιβάλ Αθηνών.

* * *

GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter

gr80s_logotitle_gr

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία GR80s

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Ευγένεια χωρίς ευγενείς

hmerida-ii_gr80s_

Το Collège International de Philosophie και η έκθεση GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη διοργανώνουν τον δεύτερο κύκλο του ανοιχτού σεμιναρίου με θέμα Ευγένεια χωρίς ευγενείς (Courtoisie sans cour), στον Κόμβο Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας της Τεχνόπολης Δήμου Αθηναίων-INNOVATHENS.

Ο δεύτερος κύκλος του σεμιναρίου με τίτλο «Η αγενής τέχνη» θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου, από τις 17:30 ως τις 20:30.  Θα εξεταστεί η σχέση τέχνης, εξουσίας και κοινωνίας στον σύγχρονο κόσμο, αν μπορεί να υπάρξει τέχνη που δεν θα είναι ενοχλητική, αν η ενοχλητική τέχνη ασκεί πράγματι κριτική δραστηριότητα πάνω στην εξουσία, και το παράδοξο μιας τέχνης που όσο κι αν εναντιώνεται στην εξουσία υπάρχει πάντα μέσα σε κάποια από τα πλέγματά της.

Ομιλητές: 

  • Θεόφιλος Τραμπούλης, Κριτικός
  • Βασίλης Βαμβακάς, Επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε. στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης-Συνεπιμελητής της Έκθεσης
  • Βασίλης Παπαβασιλείου, Ηθοποιός – Σκηνοθέτης 

Συντονιστής: Σπύρος Τέγος, Λέκτορας νεότερης φιλοσοφίας στο τμήμα Φ.Κ.Σ

Το σεμινάριο θα διεξαχθεί στα ελληνικά.

#GR80s 

Πληροφορίες:

Ημερομηνία: Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

Ωρα: 17:30-20:30

Χώρος: INNOVATHENS, Κτίριο Αεριοφυλάκιο 2, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Πειραιώς 100-Γκάζι

Είσοδος ελεύθερη 

Επικοινωνία:

Εύα Δρούτσα
Υπεύθυνη Επικοινωνίας
+30 6947320390
press@gr80s.gr 

Διοργανωτές: 

diorganotes

Σχετικά με την έκθεση «GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη»:
Η ιστορική-πολιτιστική-αναβιωτική έκθεση «GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη» διοργανώνεται, από τον Ιανουάριο ως το Μάρτιο του 2017, από την Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων σε σύμπραξη με τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Στόχος της έκθεσης είναι η ανασύσταση της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής της δεκαετίας του ‘80 μέσα από 4.000 διαδραστικά εκθέματα, 4 θεματικές ενότητες, 13 περίπτερα, σπάνιες φωτογραφίες, πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό και περισσότερες από 30 παράλληλες εκδηλώσεις. 

* * *

GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter
GR80s στο instagram
GR80s στο youtube

gr80s_logotitle_gr

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία GR80s

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

GR 80s — #ΕΜΦΥΛΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ

Μετράμε τις μέρες μέχρι τα εγκαίνια της έκθεσης GR80s. Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη στις 25 Ιανουαρίου 2017. Το dim/art είναι χορηγός επικοινωνίας της έκθεσης και παρουσιάζει μερικές από τις ενότητες – περίπτερα.

Στο περίπτερο που είναι αφιερωμένο στις έμφυλες ταυτότητες (με επιμελητή τον Κωστή Κορνέτη), παρουσιάζεται το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα στη δεκαετία του ’80, στη θεσμική, κρατική και ριζοσπαστική εκδοχή του, καθώς και οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν το φύλο, τα δικαιώματα και το οικογενειακό δίκαιο. Τέλος, αναδεικνύονται οι νέες έμφυλες ταυτότητες που συγκροτούνται και τα εμπόδια που συναντούν την περίοδο αυτή.

Πάνω, κάτω και πλαγίως: κοινωνικό φύλο και σεξουαλικότητα στη δεκαετία του ’80

[Απόσπασμα από το κείμενο που θα δημοσιευτεί στον κατάλογο της έκθεσης]

—του Κωστή Κορνέτη—

1981dimotiko5Τι αλλάζει σε σχέση με το κοινωνικό φύλο και την σεξουαλικότητα τη δεκαετία του 80; Πώς αντιλαμβάνεται η νέα πολιτική αυτά τα ζητήματα, τι πολιτικές εφαρμόζει και πώς ανανεώνεται το πολιτικό λεξιλόγιο; Από την άλλη πώς αντικατοπτρίζονται αυτές οι αλλαγές από τα πάνω στην ελληνική κοινωνία; Τι μετατοπίσεις έχουμε από την διεκδικητική πολιτική της πρώιμης Μεταπολίτευσης σε σχέση με τις κρατικές βιοπολιτικές; Και πώς δένουν όλα αυτά με την κουλτούρα της καθημερινότητας (γιατί συχνά έχουμε να κάνουμε με ομόκεντρους κύκλους που δεν εφάπτονταν πάντα μεταξύ τους); Αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα και οι προκλήσεις όταν σκέφτεται κανείς το πλαίσιο, τις πολιτικές, τις εμπειρίες, τα αφηγήματα αλλά και τις αναπαραστάσεις σε σχέση με τη δεκαετία του ’80 όσον αφορά τις έμφυλες σχέσεις.

th_12777_0_big«Πώς να βάλει κανείς μέσα σε νομοτεχνικά καλούπια επιθυμίες;», είχε πεί κάποτε ο Δ. Φατούρος σε μια συνέντευξη εφ’όλης της ύλης την κρίσιμη αυτή δεκαετία. Μπορεί η συνέντευξη να αφορούσε άλλα θέματα αλλά το ζητούμενο είναι το ίδιο και εκεί βρίσκεται ένα από τα κλειδιά σε σχέση με την βιοπολιτική σε σχέση με το σώμα. Τα 80s είναι η εποχή μεγάλων νομοθετικών αλλαγών με την μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου και την κατάργηση της προίκας – τεράστια αλλαγή για την ακόμα πολύ συντηρητική κοινωνία. Αλλά και νομιμοποίηση των αμβλώσεων, που βέβαια στην Ελλάδα άτυπα λειτουργούσαν ως άλλη μορφή αντισύλληψης, δείγμα κι αυτό των παρανοήσεων της εποχής, με θύμα βέβαια το ίδιο το γυναικείο σώμα. Είναι όμως και η εποχή που καταργείται η περίφημη σχολική ποδιά, κοινώς η πειθάρχηση σε ένα ομοιόμορφο, προκαθορισμένο ντύσιμο. Συνήθειες δεκαετιών καταργούνται σε μια μέρα.

amfi-teyxos-14-15-1983-1712Η διαδρομή λοιπόν που καλύπτεται και υπερκαλύπτεται σε αυτά τα χρόνια είναι τεράστια. Η Ένωση Γυναικών Ελλάδας είναι η πεμπτουσία του φεμινισμού «από τα πάνω», αντίστοιχου της ισπανικής περίπτωσης με το PSOE την εποχή που μεσουρανούσε ο Φελίπε Γκονθάλεθ – για να δούμε την Ελλάδα του 80 και εντός ενός ευρύτερου νοτιοευρωπαϊκού πλαισίου. Αξίζει όμως να σταθεί κανείς έστω και για λίγο στο ΠΑΣΟΚ της «Αλλαγής» και την περίφημη αυτή συνεύρεση του Ανδρέα Παπανδρέου και της Μαργαρίτας στην εξουσία, του χαρισματικού ηγέτη γυναικά και της «ξένης», όπως της καταλόγιζαν οι πολιτικοί της αντίπαλοι, φεμινίστριας. Μια σχέση που κατά κάποιο τρόπο συμβολικά εσώκλειε όλες τις αντιφάσεις της εποχής – και ενός ΠΑΣΟΚ που νομοθετούσε προοδευτικά (αρκεί κανείς να δεί τις λυσσαλέες αντιδράσεις του γυναικείου τμήματος της ΝΔ), αλλά σε επίπεδο στυλ και άσκησης της εξουσίας παρέμενε όχι απλά ανδροκρατούμενο, αλλά και απελπιστικά μάτσο, με τα παχιά μουστάκια και τα ζεϊμπέκικα της εποχής να δίνουν και να παίρνουν. Το νεύμα του Ανδρέα στη Δήμητρα Λιάνη επιστρέφοντας απο το Χέρφιλντ ήταν απλά το επιστέγασμα αυτής της πορείας.

cph-kornetis-kostisΟ Κωστής Κορνέτης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1975. Σπούδασε ιστορία και πολιτικές επιστήμες στο Μόναχο, το Λονδίνo, και τη Φλωρεντία. Από το 2007 εως το 2015 δίδαξε στο τμήμα ιστορίας του Πανεπιστημίου Brown και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών και Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Από τον Σεπτέμβριο του 2015 εργάζεται ως ερευνητής στα πλαίσια του ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος UC3M-CONEX Marie Curie στο Πανεπιστήμιο Carlos III της Μαδρίτης. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Ιστορείν και της ομάδας έρευνας της αισθητηριακής ιστορίας SonorCities. Έχει συνεπιμεληθεί τους τόμους Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων (με τους Μάνο Αυγερίδη, Έφη Γαζή, Θεμέλιο, 2015) και Gender and Consumption in Southern Europe since the «long 1960s» (με τους Ειρήνη Κοτσοβίλη και Νίκο Παπαδογιάννη, Bloomsburry, 2016). Το βιβλίο του Children of the Dictatorship. Student Resistance, Cultural Politics and the «Long 1960s» in Greece (Berghahn 2013, ελλ. Πόλις 2015) τιμήθηκε με το βραβείο “Edmund Keeley”.

* * *

GR80s, το site
GR80s στο facebook
GR80s στο twitter

gr80s_logotitle_gr

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία GR80s

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x