—της Μαρίας Κατσουνάκη—
Συμβαίνει οι τελετές απονομής βραβείων να αποκτούν, κάποιες φορές, πολιτικό χαρακτήρα με μια φράση, μια παρέμβαση, μια κίνηση συμβολική. Και επειδή η τέχνη μπορεί να πολλαπλασιάσει το «μήνυμα», με τη δύναμη των εικόνων και του συναισθήματος, μένει σαν επίγευση της τελετής εκείνη η στιγμή. Την περασμένη Δευτέρα, στην ετήσια απονομή των βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ο σκηνοθέτης Πάνος Κούτρας δημιούργησε το «γεγονός», το οποίο πέρασε το σύνορο της ευρύτερης καλλιτεχνικής οικογένειας.
Την ώρα που παραλάμβανε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας (ένα από τα έξι που απέσπασε το «Xenia») από τέσσερα παιδιά μεταναστών, τα οποία έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα αλλά δεν τους έχει αναγνωριστεί η ελληνική ιθαγένεια, ευχαρίστησε για την τιμή, αλλά δεν πήρε μαζί του το γλυπτό – διάκριση. «Θα το πάρουμε όταν περάσει ο νόμος για την ιθαγένεια των παιδιών δεύτερης γενιάς» είπε και χειροκροτήθηκε θερμά.
Λίγα λεπτά νωρίτερα, τα τέσσερα παιδιά είχαν, κατά κάποιον τρόπο, προετοιμάσει το έδαφος: «Ελπίζουμε σύντομα να έχουμε ίσα δικαιώματα με τους φίλους μας, να νιώθουμε ελεύθεροι… Και μεις πηγαίνουμε στο σινεμά, τα ίδια πράγματα κάνουμε…».
Δεν είχε τίποτα (μελο)δραματικό ο τόνος. Ήταν απλώς μια υπενθύμιση, που ούτε απομείωσε τη γιορτή ούτε παρέπεμπε σε αγωνιστικό χαιρετισμό.
Η πολιτική – κοινωνική παρέμβαση ήταν σαν φυσική συνέχεια της ζωής της ταινίας εκτός οθόνης. Οι δύο πρωταγωνιστές της (Κώστας Νικούλι και Νίκος Γκέλια) είναι μετανάστες δεύτερης γενιάς. Ο Π. Κούτρας ζούσε επί πέντε χρόνια το πρόβλημα και την αγωνία τους, την αναμονή στην ουρά για την ανανέωση της άδειας παραμονής τους. Περίπου 200.000 νέοι άνθρωποι ανήκουν σε αυτήν την «Generation 2.0». Αν και έχουν πάει σε ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια, δυσκολεύονται να βρουν δουλειά (όχι λόγω ανεργίας), δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα (του εκλέγειν και εκλέγεσθαι), δεν μπορούν να ταξιδέψουν ούτε να σπουδάσουν εύκολα εκτός Ελλάδος. Επιπλέον, κάθε χρόνο, το κράτος στο οποίο έχουν γεννηθεί (οι περισσότεροι) και ζουν, τους αντιμετωπίζει με τη σχεδόν ενοχοποιητική διαδικασία του «ξένου». Είναι φιλοξενούμενοι, όχι πολίτες, κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούν.
Δυστυχώς, εδώ και χρόνια, οι συζητήσεις γύρω από το μεταναστευτικό είχαν κυρίως ιδεολογικό και καθόλου πρακτικό χαρακτήρα. Ανάμεσα στη διαρκή επανάληψη μιας ανθρώπινης τραγωδίας, στην αμεριμνησία, στην απώθηση, στον θυμό, ακόμη και στην οργή, επανερχόταν στην κουβέντα το πρόβλημα, σπάνια η, μερική έστω, λύση του. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις, η καθεμιά με τον τρόπο της, έσπρωχναν το «πρόβλημα» κάτω από το χαλί έως ότου η Χρυσή Αυγή ανέλαβε να το διαχειριστεί με τη δική της μέθοδο…
Δεν είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση δεσμεύεται «να αποδώσει την ελληνική ιθαγένεια σε όλα τα παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, τη λεγόμενη δεύτερη γενιά μεταναστών» (δήλωση της αρμόδιας αναπληρώτριας υπουργού, Τασίας Χριστοδουλοπούλου). Εχουν προηγηθεί και άλλες σχετικές εξαγγελίες τα προηγούμενα χρόνια.
Είναι, όμως, η πρώτη φορά που το μεταναστευτικό χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης προς την Ευρώπη και επιχείρημα εξωτερικής πολιτικής από άλλους υπουργούς της ίδιας κυβέρνησης. Αλλά αυτό είναι διαφορετικό θέμα.
Το «μεταναστευτικό», ασφαλώς, δεν είναι ενιαίο· είναι τόσο σύνθετο, ώστε οι εξαιρέσεις να είναι περισσότερες από τους κανόνες.
Στην τελετή των κινηματογραφικών βραβείων, η αντίδραση του Π. Κούτρα υπενθύμισε ότι ο διάλογος τέχνης – κοινωνίας – πολιτικής είναι αμφίδρομος. Ακόμη κι όταν μια από τις τρεις συνισταμένες υπολειτουργεί ή κωφεύει. Τότε, οι άλλες δύο επωμίζονται το βάρος της όχλησης. Έως ότου οι «στιγμές» γίνουν καταλύτες, οδηγήσουν σε λύσεις και αποτελέσματα, ο δρόμος μπορεί να είναι μακρύς αλλά και απρόσμενα σύντομος, σχεδόν ανεπαίσθητος. Όσο το πέταγμα μιας πεταλούδας.
Πηγή: Η Καθημερινή
* * *



Σχολιάστε