Μάγειρας ή μαγείρισσα, όπως λέμε: άντρας ή γυναίκα;

COVER

Έγκλημα στην Πόλη #11 — από το Αστυνομικό Δελτίο της δεκαετίας του ’40

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Η ύπαρξη μάγειρα ή μαγείρισσας στα σπίτια των πλουσίων στην Πόλη ήταν θεσμός. Άλλο υπηρέτρια, άλλο πλύστρα, άλλο παραδουλεύτρα για τις βαριές δουλειές. Ξεκάθαροι οι ρόλοι τους. Και αν ακόμα έμπαινε κάποια από αυτές στο ρόλο της άλλης και τα καθήκοντά τους μπερδεύονταν, ο ρόλος της μαγείρισσας ήταν πάντα ξεχωριστός. Δεν έμπαινε κανείς άλλος στα χωράφια της. Εξάλλου, ήταν και ο μόνος ρόλος που αφορούσε εξίσου και στους άντρες. Τα καλύτερα μάλιστα σπίτια μάγειρες είχαν κι όχι μαγείρισσες.

Όποιος κατείχε τα μυστικά της κουζίνας ήταν αναμφισβήτητος αρχηγός του οικιακού προσωπικού. Το να λάμπουν τα ασημικά και να μην υπάρχει ίχνος σκόνης στη βιενέζικης κατασκευής τραπεζαρία από μαόνι, να μην υπάρχει ούτε δαχτυλιά στον μεγάλο καθρέπτη πάνω από τον καρυδένιο μπουφέ, να μοιάζει ολοκαίνουριο το μεταξωτό κάλυμμα του καναπέ ήταν βέβαια πολύ σημαντικό. Εξίσου σημαντικό ήταν να αστράφτουν από καθαριότητα τα λιμόζ σερβίτσια του τσαγιού, τα μαχαιροπίρουνα Κριστόφλ, όπως και τα μαχαιροπίρουνα από ασήμι και φίλντισι, τα βελούδινα τραπεζομάντιλα και τα κολλαριστά κεντημένα κλινοσκεπάσματα.

Αλλά ο μάγειρας ή η μαγείρισσα κατείχαν το κλειδί της ευτυχίας κάθε αξιοπρεπούς και πλούσιας οικογένειας. Η επιλογή τους δεν γινόταν βέβαια με την ίδια ευκολία που μπορούσε να προσληφθεί μία πλύστρα. Χρειάζονταν συστάσεις και απτές αποδείξεις της μαεστρίας τους στην τέχνη της μαγειρικής. Εμπειρία και ετοιμότητα να φτιάξουν ανά πάσα στιγμή όποιο φαγητό ή γλυκό ζητούσε η κυρία του σπιτιού.

Έχοντας όλα αυτά τα απαιτούμενα προσόντα είχε αναλάβει τη θέση του μάγειρα και ο Χαμπήτ στο πολυτελές διαμέρισμα της εύπορης οικογένειας που έμενε στο απαρτμάν στον αριθμό 2 της λεωφόρου Μόντα του Καντίκιοϊ. Δυο απαρτμάν πιο πέρα, σε μια αντιστοίχου πλούτου και εκλεπτυσμένης γεύσης οικογένεια, εργαζόταν ως μαγείρισσα η Τζεμιλέ. Μικρός είναι ο κόσμος και μικρότερος ο κόσμος της λεωφόρου Μόντα, στα αντικρινά ωραία μέρη του Βοσπόρου. Μάγειρας και μαγείρισσα γνωρίζονταν βέβαια — στα ίδια μανάβικα, χασάπικα και μπακάλικα ψώνιζαν τα απαιτούμενα για να μεγαλουργήσει η τέχνη τους. Και με την ίδια πάντα αντιπάθεια συναντούσε ο ένας τον άλλον, λέγοντας με το ζόρι ένα Μέρχαμπα, σιγανό και κοφτό, με τον ήχο του στραμμένο προς τους ίδιους κι όχι προς τον άλλον.

Άγνωστη η αιτία της αμοιβαίας αντιπάθειας. Όπως άγνωστη έμεινε και η αφορμή για τον μεγάλο καυγά που ξέσπασε μεταξύ τους το πρωί της 15ης Μαρτίου του 1945. Μπροστά στο μανάβικο στήθηκε το σκηνικό της φιλονικίας. Κανείς δεν άκουσε τι είχε ήδη ειπωθεί όταν οι φωνές τους άρχισαν να ανεβάζουν την έντασή τους και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα να θυμίζουν βρυχηθμό άγριων θηρίων. Οι αυτόπτες μάρτυρες δήλωσαν αργότερα ότι δεν πίστευαν πως θα καταλήξει η φιλονικία σε σοβαρό ξυλοδαρμό. Για αυτό κι όταν άρχισε ο ανελέητος ξυλοδαρμός αιφνιδιάστηκαν, τα έχασαν τελείως και δεν μπόρεσαν εγκαίρως να παρέμβουν. Αιφνιδιάστηκαν κυρίως, γιατί αυτός που έδερνε με μανία και δύναμη φοβερή τον άλλον δεν ήταν αυτός που θα περίμεναν να είναι! Δεν έδερνε ο μάγειρας τη μαγείρισσα, όπως θα ανέμενε κάθε λογικός άνθρωπος την εποχή εκείνη, και ίσως όχι μόνο την εποχή εκείνη. Ξυλοκοπούσε αγρίως η μαγείρισσα τον μάγειρα. Ακόμα και η αστυνομία που κατέφθασε σε λίγο τον μάγειρα πήγε να συλλάβει, και μόνο μετά από τις απαιτούμενες διευκρινίσεις οδήγησε τη μαγείρισσα στο τμήμα.

Την ώρα που επέβαινε στο αστυνομικό όχημα γελούσαν ακόμα και τα αυτιά της Τζεμιλέ, κι έτσι λαχανιασμένη και ιδρωμένη, παρά το χειμωνιάτικο ακόμα κρύο, κοίταξε έναν έναν τους παρευρισκόμενους στα μάτια και έμοιαζε με την αθλήτρια που νικήτρια κάνει τον γύρο του θριάμβου πριν αποχωρήσει. Όταν δημοσιεύτηκε την επόμενη μέρα το συμβάν, έγινε αμέσως το σοβαρότερο θέμα συζήτησης και ας είχαν μπόλικη ειρωνεία τα λόγια κυρίως των αντρών. Ο χρονογράφος της ρωμαίικης εφημερίδας Απογευματινή, στην καθημερινή του στήλη με τίτλο «Στο φτερό», στις 17 Μαρτίου 1945 αφιέρωσε στον ξυλοδαρμό του Χαμπήτ από την Τζεμιλέ την έμπνευση της ημέρας:

Η γυναίκα αλλάζει τακτική. Δεν επιμένει στο όπλο των δακρύων, που απεδείχθη πανίσχυρος βόμβα των δέκα τόννων. Όταν της δοθή ευκαιρία δεν ξεχνά, ότι έχει χέρια, που εγνώρισαν ή όχι το μανικιούρ. Τα θέτει σε ενέργεια και τότε ξυλοκοπούνται, αλύπητα, κάποτε, διάφοροι άνδρες. Τελευταίως αρκετοί άνδρες ξυλοκοπήθηκαν από γυναίκες, όπως δεν παρέλειψε ν’ αναφέρη η γειτονική στήλη. Φυσικά, στην περίπτωσι αυτή δεν ενδιαφέρει αν οι γυναίκες αυτές, που εχειροτόνησαν άνδρας, είχαν ή δεν είχαν δίκαιο. Ενδιαφέρει ότι είχαν την διάθεσι και την δύναμι, κυρίως την δύναμι, να δείρουν άνδρα. Οι γυναίκες πάντοτε απειλούσαν άνδρας, ότι θα τους «τσουμαδιάσουν», ότι θα τους «βγάλουν τα μάτια», περιωρίζοντο όμως σε απειλή μόνον. Τώρα προχώρησαν περισσότερο. Δέρνουν, δεν αστειεύονται, ο άνδρας δε που εξυλοκοπήθη τις ημέρες αυτές από γυναίκα είν’ ένας μάγειρας σπιτιού στο Καδήκιοϊ, στην εκεί λεωφόρο Μόδα, όπως εγράφη. Όχι δε μόνον εδάρη και μάλιστα από συνάδελφο του, μαγείρισσα σπιτιού, αλλά και σε τέτοιο βαθμό που έτρεχαν να βρουν λαγοτόμαρο για να τον τυλίξουν και τον έβαλαν κρασόψυχα, ψύχα δηλαδή φραντζέλα βουτυγμένη σε κρασί. Ο μάγειρας αυτός έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια, θα έχανε τον σκούφο του, που δεν αποκλείεται να ήτο φρεσκοπλυμένος και ασφαλώς για να υποβληθή σε θεραπεία, όπως εγράφη, η μαγείρισσα θα κατέφυγε σε μεγάλη κουτάλα, όχι βέβαια από αλουμίνιο, αλλά μάλλον χαλκίνη. Η μαγείρισσα του Καδήκιοϊ είνε κι’ αυτή ένα σύμβολο της χειραφετήσεως της γυναίκας, τύπος της συγχρόνου γυναίκας που δεν είνε πεια το «αδύνατο μέρος» αλλά δυνατό, όσο και ο άνδρας και ισχυρώτερο μάλιστα αυτού σ’ ωρισμένες περιπτώσεις, στο κρύο παραδείγματος χάρι, στο οποίο αντέχει περισσότερο, όπως αποδεικνύεται απ΄ το γεγονός ότι όλες των στον δρόμο, όταν τελευταίως το θερμόμετρο έδειχνε 3 και 4 βαθμούς κάτω του μηδενός, ήσαν με λεπτότατες μεταξωτές κάλτσες, ενώ άνδρες φόρεσαν μάλλινες κάλτσες και αν τοις ήτο δυνατόν θα έβαζαν και ποδήματα, τα οποία μόνον, ως του επισκόπου αναφέρονται.

* * *

COVER

Εικόνα: Μόντα, Καντίκιοϊ, παραλιακό κέντρο, c. 1940

Η Σεβαστή Λιοναράκη-Χρηστίδου ανασύρει από τις τουρκικές εφημερίδες της δεκαετίας του ’40 πραγματικά εγκλήματα και με την αναδιήγησή τους φωτίζει την απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση, αλλά και τη ζωή και την ιδιοσυγκρασία καθημερινών ανθρώπων της Πόλης της εποχής.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Έγκλημα στην Πόλη

 

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

 

 


Σχόλια

2 απαντήσεις στο “Μάγειρας ή μαγείρισσα, όπως λέμε: άντρας ή γυναίκα;”

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.