Λουκέτο

Με την ξεχασμένη γλώσσα των παροιμιών

—Επιμέλεια-αρχείο: Γιώργος Ζεβελάκης—

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·

—Γιώργος Σεφέρης—

Οι λαϊκές  παροιμίες: η αποθέωση της συμβατικότητας

—Μανόλης Αναγνωστάκης—

Οι άνθρωποι των πόλεων μέσα στις δύσκολες συνθήκες που προσπαθούσαν να επιβιώσουν στη μεταπολεμική Ελλάδα, όλο και πιο πολύ  απομακρύνονταν από τις συνήθειες της ζωής στην ύπαιθρο. Κι ας μην έπαψαν, πολλοί απ’ αυτούς, να νοσταλγούν τα ευτυχισμένα παιδικά τους χρόνια στο χωριό. Αποξενώνονταν από τα δημοτικά τραγούδια που άκουγαν στα πανηγύρια, ξεχνούσαν τους παραδοσιακούς χορούς και  ξεθώριαζαν οι εικόνες με τις τοπικές ενδυμασίες. Τη δεκαετία του ’60 ένας κόσμος που ζούσε στις πόλεις, δεν είχε ακόμη πολύ απομακρυνθεί απ’ όλα αυτά. Κάποια μάλιστα λαϊκά σλόγκαν αγροτικής προέλευσης παρεμβάλλονταν σαν συμπύκνωση σοφίας στην καθημερινή κουβέντα. Η χρήση ιδιαίτερα των παροιμιών είχε τόσο γενικευτεί που σε έντυπα ποικίλης ύλης και μεγάλης κυκλοφορίας δημοσιεύονταν στήλες με παροιμίες, ομοιοκατάληκτες ιστορίες και λαϊκά αποφθέγματα.

Στο περιοδικό Ρομάντσο του Ν. Θεοφανίδη π.χ., που τυπωνόταν σε 250-300.000 αντίτυπα, συναντάμε για πολλά χρόνια μόνιμη συνεργασία του ευθυμογράφου Σπύρου Δεμέναγα (1916-2008) που υπέγραφε στην αρχή ως «Παροιμίας» και μετά με το κανονικό του όνομα. Τίτλος: «Παροιμιώδεις περιπέτειες» — ιστορίες σε πρώτο πρόσωπο, γραμμένες μ’ ένα πρωτότυπο τρόπο: Ζεύγη στίχων όπου εναλλάσσονταν η αφήγηση με την παροιμία.

Διάλεξα πρώτο ένα θέμα που παραμένει και σήμερα πολύ ψηλά στην επικαιρότητα.

Λουκέτο

Είχα ένα μαγαζάκι και τα βόλευα που λες
(περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίς)
δηλαδή τα ’βγαζα πέρα, κούτσα-κούτσα από παρά
(ίσα βάρκα, ίσα νερά).
Κι’ ήλπιζα να προοδεύσω τη δουλειά μου τσάτρα-πάτρα,
(με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα)
γιατί πριν να ιδώ χαΐρι, ο ιδρώτας μ’ έχει κόψει
(βρε, να μην δούνε άνθρωπο λιγάκι να προκόψει!)
δηλαδή, στον τρίτο μήνα φουλ η γκρίνια αρχινά
(μαύρ’ είναι η νύχτα στα βουνά).
Κάτι φόρους εν ολίγοις, κάτι εντάλματα και δόσεις
(πούθε ν’ αρχίσεις δηλαδή και πού να τελειώσεις)
κάτι νοίκια ηυξημένα, κάτι μου ’πες, κάτι σου ’πα
(όποιου του μέλλει να πνιγεί, πνίγεται μες στην κούπα)
 κάτι λογιστές, βιβλία, εισφορές και τα τοιαύτα
(μούντζω τα ή μάλλον κλάφτα).
Το ’κλεισα το μαγαζάκι και μου πήραν και τα ρέστα
(φινίτο ντε λα μούζικα, φινίτο ντε λα φιέστα)
κι έχω μείνει πια μπατίρης δίχως σεντς αν αγαπάτε
(ελάτε σεις οι γνωστικοί τρελού το βιος να φάτε).

Ο παροιμίας

Το Ρομάντσο αρ. 927, 6 Δεκεμβρίου 1960, σ. 60

IMG_5705

IMG_5706

Σπυρος Δεμεναγας Ανθρωποι και καρυδια βιβλίο skan

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις με την ξεχασμένη γλώσσα των παροιμιών

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements