Χασάν και Φατιμά

—του Γιώργου Τσακνιά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

«Εμείς στο μεταναστευτικό δεν βλέπουμε ορδές μεταναστών. Εμείς βλέπουμε τον Χασάν, βλέπουμε τη Φατιμά, που έχουνε την ιστορία τους, τα συναισθήματά τους, την αγάπη τους για την οικογένειά τους, πιστεύουνε σε αξίες όπως εμείς…» Πολύ ωραία και συγκινητικά τα είπε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στη Βουλή. Μόνο που τον Χασάν και τη Φατιμά αυτός και οι σύντροφοί του τους «βλέπουν» μεταφορικά και αποκλειστικά κατά δήλωσή τους. Γιατί κυριολεκτικά και στην πραγματικότητα τους έχουν κλεισμένους στη Μόρια, όπου είναι αόρατοι. Δεν ξέρουν λοιπόν αν ο Χασάν πέθανε (και αυτός) τον περασμένο χειμώνα από το κρύο ή αν η Φατιμά έπεσε (και αυτή) θύμα ομαδικού βιασμού. Και δεν πολυρωτάνε τον εταίρο τους στην κυβέρνηση και Υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο τι ακριβώς κάνει τα κονδύλια για τα hot spots, κονδύλια που το δικό του υπουργείο κατά κύριο λόγο διαχειρίζεται, ώστε να δούνε μήπως γίνεται να ζούνε τουλάχιστον σε στοιχειωδώς ανθρώπινες συνθήκες ο Χασάν και η Φατιμά. Και ο Γιάννης Μουζάλας, πρώην υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, προτείνει ως λύση για το προσφυγικό «να σταματήσουν οι πόλεμοι».

Κατά τα άλλα, μοιράζονται αξίες και συναισθήματα με τον Χασάν και τη Φατιμά.

* * *

Κέντρο κράτησης Μόρια

Μόρια: Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο

moria 570_368_2018-03-30-25062-moria-lesvos

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Ειρήνη στον κόσμο

—του Γιώργου Τσακνιά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

«Λύση είναι να σταματήσουν οι πόλεμοι» υποστήριξε ο πρώην υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιάννης Μουζάλας, κληθείς να σχολιάσει την εξέλιξη του προσφυγικού προβλήματος στην Ευρώπη.

Σαν φως μέσα στο σκοτάδι του φτωχού μου μυαλού άστραψε η εξαιρετική αυτή ιδέα! Πώς και δεν το είχε σκεφτεί κανείς μέχρι τώραΕ;

sneakers

Ο οξυδερκής, διορατικός και βαθύτατα αναλυτικός συλλογισμός του σ. Μουζάλα μού θύμισε μια σκηνή από την ταινία Sneakers (1992) του Phil Alden Robinson. Μια ομάδα χάκερς, υπό την ηγεσία του Robert Redford, καλείται από την αμερικάνικη National Security Agency να κάνει τα μαγικά της προκειμένου να σώσει τον κόσμο. Όντως, οι τύποι κάνουν θαύματα και ο κόσμος σώζεται. Έρχεται λοιπόν η στιγμή της ανταμοιβής τους: ο επικεφαλής της ομάδας των πρακτόρων της NSA που ασχολήθηκαν με το θέμα υπόσχεται στους χάκερς αμνηστία για τυχόν αδικήματα που διέπραξαν και ρωτάει τον καθέναν τους τι θέλει — δεσμεύεται να ικανοποιήσει την επιθυμία τους, όποια κι αν είναι. Ένας πετάγεται και ζητάει το τηλέφωνο μιας πρακτόρισσας (ακολουθεί θυμηδία, εκείνη του το δίνει όμως) και, τελικά, σηκώνεται ένας άλλος χάκερ και λέει:

— Θέλω ειρήνη στον κόσμο και καλοσύνη απέναντι στον Άνθρωπο.
— Είμαστε η κυβέρνηση των ΗΠΑ, απαντά ο πράκτορας, δεν κάνουμε τέτοια πράγματα.

Έτσι καλή ώρα και ο Γιάννης ο Μουζάλας: θέλει ειρήνη στον κόσμο.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Ζει ο Μεγαλέξανδρος;

—του Γιώργου Τσακνιά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Όχι. Και γι’ αυτό προφανώς δεν κινδυνεύουμε «να μας τον πάρουν» — ποτέ δεν κινδυνεύαμε.

Κατά την προσωπική μου γνώμη, ούτε ο αλυτρωτισμός των βορείων γειτόνων μας συνιστούσε ποτέ σοβαρό κίνδυνο. Είμαστε (δυστυχώς) οπλισμένοι σαν αστακοί, λόγω της δύσκολης σχέσης μας με τον άλλο μας γείτονα, στα ανατολικά, και παθαίνουμε υστερία επειδή μας «απειλεί» μια μικροσκοπική και φτωχή χώρα, η πολεμική αεροπορία της οποίας αποτελείται από τέσσερα (4) ελικόπτερα. Και φυσικά, ακριβώς επειδή δεν προκύπτει λογικά η απειλή, επιστρατεύουμε τη συνωμοσιολογία και την θεωρία της περικύκλωσης: η μικρή αυτή χώρα δεν θα μας απειλήσει μόνη της, αλλά θα γίνει πιόνι στα χέρια των ισχυρών που θέλουν ούτως ή άλλως να μας βλάψουν, επειδή επιβουλεύονται τη γεωγραφική μας θέση ή τα ορυκτά μας ή τις παραλίες μας ή απλώς μας μισούν ή όλα αυτά μαζί.

Πιστεύω κατ’ αρχάς ότι το ζήτημα πρέπει να λυθεί, ότι η συγκυρία είναι καλή και ότι η συμφωνία είναι επίσης καλή. Οι χειρισμοί της κυβέρνησης, οι πολιτικές της ακροβασίες και ο ανήθικος κυνισμός με τον οποίον διαχειρίζεται τις σχέσεις της με τα άλλα κόμματα, η θλιβερή αναδίπλωση της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε θέσεις καραμπινάτου εθνολαϊκισμού, οι θέσεις των άλλων κομμάτων, η ρητορική που κυριαρχεί — όλα αυτά είναι υπαρκτά ζητήματα, αλλά κανένα από αυτά δεν είναι το μείζον εν προκειμένω. Ούτε βέβαια είναι δυνατόν να ταχθεί κανείς ενάντια στη συμφωνία μόνο και μόνο για να πάει κόντρα στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, γιατί απλούστατα έτσι θα υιοθετήσει τον δικό της τρόπο. Όποιος θέλει να μην ωφεληθεί πολιτικά η κυβέρνηση, δεν πρέπει να υιοθετήσει την ατζέντα του εθνικισμού· ακριβώς το αντίθετο πρέπει να κάνει γιατί, υιοθετώντας την, αφήνει στον ΣΥΡΙΖΑ χώρο. Όποιος δεν το βλέπει αυτό, είναι πολιτικά τυφλός.

Για να μην πολυλογώ, με καλύπτουν οι «Επτά θέσεις για τη συμφωνία» που δημοσιεύει σήμερα στην Καθημερινή η Ξένια Κουναλάκη. Ας μεταφέρω εδώ αυτούσια τη 2η θέση: Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους τίτλους των ξένων εφημερίδων το πνεύμα ήταν περίπου αυτό: «Η Μακεδονία δέχθηκε να αλλάξει το όνομά της χώρας μετά την 27χρονη διένεξη με την Ελλάδα». Τα περί δικών μας υποχωρήσεων, κακής συμφωνίας ή εθνικής μειοδοσίας εμπίπτουν στη σφαίρα του στείρου αντιπολιτευτικού λόγου και της ταμπλόιντ αναπαραγωγής εμφυλιοπολεμικού κλίματος στο εσωτερικό της χώρας. 

Διάβασα το κείμενο της συμφωνίας (εδώ μπορείτε να δείτε ή να κατεβάσετε τη συμφωνία στα ελληνικά και στα αγγλικά) με μια κατ’ αρχήν ενόχληση για το γεγονός ότι μια διακρατική συνθήκη αναλαμβάνει να ρυθμίσει ζητήματα που κανονικά λύνουν —ή, εν πάση περιπτώσει, πραγματεύονται— οι επιστήμες της γλωσσολογίας και της ιστορίας. Φαίνεται ωστόσο ότι κι αυτό είναι αναγκαίο, δεδομένου ότι αντικειμενικά υπάρχει εδώ και τριάντα χρόνια ένα πρόβλημα και πρέπει να λυθεί — και δεδομένου επίσης ότι, καλώς ή κακώς, έχουν και οι συμβολισμοί τη σημασία τους.

Μου φάνηκε ας πούμε αστεία η διατύπωση του άρθρου 7 παράγραφος 4, ότι «το Δεύτερο Μέρος» [= η ΠΓΔΜ / Βόρεια Μακεδονία] «σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα του, η Μακεδονική γλώσσα, ανήκει στην Ομάδα των Νότιων Σλαβικών Γλωσσών». Αστεία μου φάνηκε γιατί δεν είναι δουλειά μιας χώρας να δηλώσει σε ποια γλωσσική ομάδα ανήκει η γλώσσα που μιλούν οι περισσότεροι κάτοικοί της, είναι σαν να δηλώνει ότι «στη χώρα μας ισχύει η δύναμη της βαρύτητας και ως εκ τούτου τα μήλα πέφτουν προς τα κάτω». Το ότι η μακεδονική γλώσσα ανήκει στην ομάδα των νοτιοσλαβικών γλωσσών (και πιο συγκεκριμένα, στην ανατολική υπο-ομάδα τους, μαζί με τη βουλγαρική γλώσσα) είναι γνωστό εδώ και χρόνια, είναι προφανές και στον έχοντα στοιχειώδη έστω εξοικείωση με τις σλαβικές γλώσσες και ουδείς το αμφισβητεί σοβαρά.

Είπαμε, όμως, πρέπει να διευκρινιστεί για να τελειώνει επιτέλους η γελοία ρητορική των εθνικισμών, που έχει εγκλωβίσει δύο λαούς εδώ και τριάντα χρόνια στην πιο ανόητη διαμάχη της ιστορίας. Όπως ορθώς, εν τέλει, το άρθρο 8 διευκρινίζει πολύ αναλυτικά τα περί μνημείων, συμβόλων, δημοσίων κτιρίων, σημαίας (ναι, τέλος στη χρήση του ήλιου της Βεργίνας από τα επίσημα σύμβολα της γειτονικής χώρας) και όλα τα σχετικά. Ιδού ενδεικτικά οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 8 της συμφωνίας (υπενθυμίζω ότι ως «Πρώτο Μέρος» αναφέρεται η Ελλάδα και ως «Δεύτερο Μέρος» αναφέρεται η ΠΓΔΜ) :

01

Οι όροι αυτοί της συμφωνίας γίνονται καλύτερα κατανοητοί υπό το πρίσμα όσων προβλέπονται στις τρεις πρώτες παραγράφους του άρθρου 7, που στην ουσία ορίζουν ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές Μακεδονίες και ότι μόνον τη μία από τις δύο (τη «νότια», την ελληνική) αφορά «ο Ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά αυτής της περιοχής από την αρχαιότητα έως σήμερα» (σημειωτέον, η διατύπωση των παραγράφων αυτών στα ελληνικά είναι λίγο άγαρμπη, πάντως είναι σαφές σε τι αναφέρονται) :

02

Η ουσία είναι ότι με αυτή τη συμφωνία εμείς αναγκαζόμαστε να δεχτούμε ότι οι πολίτες της μικρής χώρας στα βόρειά μας δικαιούνται να αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες, δεδομένου ότι όντως κατοικούν σε ένα κομμάτι της γεωγραφικής περιοχής που είναι γνωστή ως Μακεδονία· εκείνοι αναγκάζονται να εξοβελίσουν από την επίσημη κρατική ρητορική τους όλες τις λογικές ακροβασίες με τις οποίες οι εθνικιστές τους, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν αλυτρωτικές βλέψεις, προσπαθούσαν να αναγάγουν την καταγωγή τους στους αρχαίους Μακεδόνες, στον Μεγαλέξανδρο — παράλογα πράγματα, με τα οποία βέβαια οι ιστορικοί γελούσαν σε όλο τον κόσμο και μόνον εμείς τα παίρναμε στα σοβαρά, δίνοντάς τους έτσι αξία. Αν κάποτε ωριμάσουμε ως λαός, ίσως καταλάβουμε πόσο οξύμωρο, γελοίο και αυτοκαταστροφικό ήταν όλο αυτό.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Και πάλι για την τρομοκρατία, τον Κουφοντίνα και την κριτική

—του Νικόλα Σεβαστάκη για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Ας παραδεχτούμε επιτέλους πως από την άποψη της πολιτικής σκέψης ο Κουφοντίνας ανήκει σε μια μειοψηφική μεν αλλά πραγματική παράδοση της (άκρας) Αριστεράς. Είναι η επιθετική έκφραση εκείνης της ευρύτερης αντίληψης που δεν αναγνωρίζει αστικά και ατομικά δικαιώματα στον αντίπαλο. Η αντίληψη αυτή θεωρούσε και εξακολουθεί και το 2018 να θεωρεί ακόμα τον αντίπαλο ως έναν εχθρό που θα ’πρεπε να εξαφανιστεί ιστορικά, ιδεολογικά και, σε πολλές περιπτώσεις, και ως φυσική οντότητα. Μια άποψη που χρωστά πολλά στον φιλοναζιστή θεωρητικό του δικαίου Καρλ Σμιτ — έχει σαγηνεύσει τα τελευταία χρόνια και ανθρώπους που ισχυρίζονται πως είναι ριζοσπάστες, αναρχικοί κλπ. Στον πυρήνα έχουμε εδώ την απόλυτη πολιτικοποίηση της ύπαρξης, την άρνηση του πλουραλισμού και μια ηθικολογία εξαναγκαστικής, εντέλει, κοινωνικής σωτηρίας μέσω της καταστροφής ενός μεγάλου τμήματος της υπάρχουσας κοινωνίας (ολόκληρων τάξεων, λόγων και συμβολικών συστημάτων).

Μιλώ εδώ από την άποψη της πολιτικής σκέψης για να την διακρίνω από μια νομική και δικανική προσέγγιση ή απ’ την πλευρά του ποινικού δικαίου. Για μένα αυτά  διαχωρίζονται. Ο πολιτικός συλλογισμός βοηθάει, παρόλα αυτά, στην κατανόηση πρακτικών και λόγων που απασχολούν την κοινή γνώμη και διχάζουν ανελέητα τους παρατηρητές.

Λέω λοιπόν ότι ο ένοπλος «αντάρτης» –όταν δεν έχει κάνει αυτοκριτική ουσίας – δεν αναγνωρίζει το πεδίο των αστικών δικαιωμάτων των άλλων. Ούτε το δικαίωμα στη ζωή, ούτε το δικαίωμα στη βασική σωματική ασφάλεια και ελευθερία, ούτε βεβαίως το ότι υπάρχουν και αναπτύσσονται διαφορετικές ερμηνείες περί δικαιοσύνης και συλλογικής ευημερίας. Αυτό είναι όμως κάτι που το συναντάμε και σε πολλούς άλλους επαναστάτες που δεν προχώρησαν στον ένοπλο δρόμο. Υπάρχει ως θεωρητική πεποίθηση και ιδίως ως νοοτροπία χωρίς να μετατρέπεται σε τρομοκρατική πράξη. Ένας ευρύτερος  χώρος επίσης συχνά αμφισβητεί επιμέρους πτυχές του νόμου αλλά όχι το θεμελιώδες και καταστατικό δικαίωμα στη ζωή. Εδώ χωράνε παράνομοι ή στα γκρίζα όρια ακτιβισμοί που απέχουν ωστόσο από τη σχεδιασμένη ανθρωποκτονία ή άλλες μορφές ριζικής καταστροφής μιας ζωής.

Στην περίπτωση του Κουφοντίνα μιλάμε φυσικά για κάποιον καταδικασμένο για δολοφονίες. Όχι απλώς για κάποιον που έχει απλώς μια εξτρεμιστική ερμηνεία για την κοινωνική και πολιτική διαπάλη. Και σε αυτήν την περίπτωση λέω ότι το θέμα δεν είναι να αντιγυρίζουμε τη σκληρότητα σε ένα φυσικό πρόσωπο (σε αυτόν ή σε άλλους) όσο το να περιοριστούν στο ελάχιστο οι άνθρωποι που γοητεύονται από ολοκληρωτικά παραδείγματα σκέψης και φυσικά από τις μιλιταριστικές εκφράσεις του ριζοσπαστισμού. Τι σημαίνει αυτό; Νομίζω τρία αλληλένδετα σημεία:

1) Διανοητική, πολιτική και ηθική αντιπαράθεση με κάθε θέαση-του-κόσμου που δικαιολογεί τη βία και μάλιστα την οργανωμένη και πολιτικά μελετημένη βία είτε κατά προσώπων, είτε κατά αγαθών και υποδομών. Μιλώ για τη βία σε συνθήκες θεσμικής και ιδεολογικής δυνατότητας να οργανωθεί κάποιος πολιτικά, να εκφραστεί πολιτιστικά και να επιχειρηματολογήσει κατά της υπάρχουσας κοινωνίας.

2) Συνεχή αποδόμηση και κάποιων πτυχών της εθνικής ιδεολογίας όπου καθαγιάζεται ρομαντικά το μοτίβο του Αδικημένου Λαού και καλλιεργείται μια πρωτόγονα πολωτική προσέγγιση σε πολύπλοκες κοινωνικές αντιθέσεις, στη διαπάλη των συμφερόντων ή στη σχέση μεταξύ «λαού» και των «ελίτ» (οι ελίτ εκλαμβάνονται ως μια δαιμονική οντότητα). Σε αυτό το κεφάλαιο χωράει και η κριτική σε ορισμένες λαϊκιστικές αφέλειες οι οποίες εμφανίζονται ως υποβοηθητικές της δημοκρατίας και του δημοκρατικού πνεύματος ενώ στην πράξη έχουμε δει πως υπονομεύουν την αναγνώριση του σύνθετου και πολυδιάστατου χαρακτήρα που έχουν  τα οικονομικά, πολιτικά και αξιακά προβλήματα της εποχής μας.

3) Σημαίνει, τέλος, μια πολιτική αλήθειας δίχως αυτολογοκρισία απέναντι στους αριστερούς που αναφερόμενοι στην τρομοκρατία ή και στις πιο ήπιες εκδοχές πολιτικής βίας κοινωνιολογούν ασυστόλως ή ασκούν μια ισχνή κριτική με την οπτική της «λάθος απάντησης» (αυτή δηλαδή την λενινιστικής προέλευσης θέση ότι το πρόβλημα με την τρομοκρατία ήταν και είναι απλώς η αναποτελεσματικότητά της ως μεθόδου δράσης). Η αναγωγή στη μεθοδολογία και στη διάσταση μεταξύ κάποιας «αδιέξοδης» ατομικής και κάποιας αναγκαίας και ευκταίας (όταν έρθει η ώρα) συλλογικής βίας είναι μέρος του προβλήματος. Όλος αυτός ο λόγος, ακόμα και αν επενδύεται σε σοβαροφανείς ακαδημαϊκούς μαρξισμούς, είναι υπόλειμμα της ολοκληρωτικής κληρονομιάς του περασμένου αιώνα.

Βλέπουμε, απ’ την άλλη πλευρά, το φόβο πολλών δημοκρατικών πολιτών και ενός πιο συντηρητικού κόσμου ότι αν παραδεχτούμε πως υπάρχουν πολιτικοί εγκληματίες και στη φιλελεύθερη δημοκρατία, θα εμπεδωθεί ένα αίσθημα αθωωτικό και ίσως κολακευτικό για αυτά τα πρόσωπα και τη δράση τους. Που στηρίζεται αυτός ο φόβος; Στο γεγονός ότι, με την ιστορική σημασία του όρου, πολιτικοί κρατούμενοι υπήρξαν συνήθως διωκόμενοι για τις ιδέες τους ή έστω για κάποιες από τις πράξεις τους αλλά σε περιόδους θολές, αυταρχικές ή ανοιχτά δικτατορικές. Από αυτό πιάνονται πολλοί και ισχυρίζονται ότι να μιλάς για πολιτικό έγκλημα προσφέρει μια απόχρωση ιδεαλισμού και «ανιδιοτέλειας» στη δράση του τρομοκράτη — ενώ αν γίνεται διαρκώς λόγος για κοινούς, ποταπούς δολοφόνους, ληστές κλπ. συμβάλλουμε σε μια λυτρωτική απομυθοποίηση. Η ανησυχία είναι σοβαρή αλλά επί της ουσίας αυτή η αποπολιτικοποίηση είναι λάθος γιατί αγνοεί την εμπειρία και τα δεδομένα της πρόσφατης ιστορικής πραγματικότητας. Η αλήθεια είναι ότι ο ένοπλος εξτρεμισμός διαπράττει ποινικά αδικήματα αλλά η ρίζα και η ταυτότητά του είναι μια εκδοχή (ακρο)αριστερής (ή και ακροδεξιάς) πολιτικής στράτευσης. Δεν συγκροτείται ως κοινή εγκληματικότητα αλλά ως επιθυμία καταστροφής στόχων που έχουν πολιτικό και κοινωνικό νόημα για τους δράστες και για όλους όσοι ερμηνεύουμε τις ενέργειές τους. Η ρίζα είναι λοιπόν ένα ιδεολογικό πάθος και ένας μαξιμαλιστικός «ιδεαλισμός» που, ωστόσο, αντί να συνιστά ελαφρυντικό της συγκεκριμένης πρακτικής σκιάζει εντονότερα το υποκείμενο που την εκτελεί και εκθέτει περισσότερο όσους τον υπερασπίζονται ή του αναγνωρίζουν ευγενικά κίνητρα για να τον παρουσιάσουν ως έναν απλώς παραβατικό αγωνιστή. Η ανιδιοτέλεια στο πολιτικό έγκλημα είναι παράγοντας επιβαρυντικός γιατί παραπέμπει στη ψυχρή ιδεολογία και στη λογική ότι όλα τα μέσα είναι θεμιτά για τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αυτή η συνάρθρωση μιας καθαρής, ανιδιοτελούς ιδέας (της ιδεοκρατίας θα έλεγε η Arendt) με τη βαναυσότητα της φυσικής και φονικής πρακτικής είναι ριζικά αντιδημοκρατική, ενώ η δράση των ποινικών είναι κυρίως αντικοινωνική και πολιτικά αδιάφορη.

Πώς μπορεί να δει κανείς τον Κουφοντίνα έξω από τις αναφορές του; Τις ελληνικές, τις λατινοαμερικανικές, τις παλαμικές, τις «ενοπλο-λαοκρατικές;» Προφανώς και οι ιδεολογικές αναφορές, οι προσωπικές και συλλογικές μυθολογίες, δεν αρκούν για να καταλάβει κανείς μια πρακτική και ιδίως μια συγκεκριμένη προσωπική διαδρομή. Χιλιάδες ήταν οι νεολαίοι της Μεταπολίτευσης που φώναξαν υπέρ των Τουπαμάρος αλλά πόσοι απ αυτούς θέλησαν να γίνουν οι Έλληνες Τουπαμάρος; Χιλιάδες νέοι διαδήλωσαν για τον Πόλε, υπόγραψαν κείμενα για τον έναν ή άλλον, έριξαν πέτρες κλπ. αλλά πόσοι απ’ αυτούς πέρασαν το κατώφλι;

Συμπερασματικά: δίχως έναν ενήμερο ιστορικά φιλελεύθερο-δημοκρατικό αντιολοκληρωτισμό δεν πάμε μακριά. Έναν αντιολοκληρωτισμό που θα είναι αδιάλλακτος απέναντι στη λογική του εξτρεμισμού, δίχως να αποχωρίζεται τις απαιτήσεις του κράτους δικαίου ή να παρακάμπτει τους κανόνες, και απέναντι στον φυλακισμένο, όπου κατά περίπτωση κρίνεται και η χορήγηση ή η άρνηση της άδειας. Χωρίς τη βαθιά αναμέτρηση με τις καθηλώσεις και τις αθλιότητες στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, δεν κάνουμε τίποτα. Και βέβαια όλο και κάποιοι απ’ τους νεότερους θα είναι ευάλωτοι· ειδικά στη δημαγωγία της θυματοποίησης και στη λυρική ρητορική του «διωκόμενου» από την κρατική καταστολή. Από τη στιγμή που η ιδεολογία καταφέρνει να θολώσει τα όρια του θεμιτού και του αθέμιτου, η ζημιά έχει γίνει.

Εν πάση περιπτώσει η πλάκα, η ad hominem καζούρα και οι κουβέντες για σίριαλ κίλερ και «ψυχοπαθείς» είναι μια μορφή εκτόνωσης και ταιριάζουν με το χύμα ύφος των πολέμων στα κοινωνικά δίκτυα. Δεν είναι όμως απάντηση στο φάντασμα της πολιτικής βίας ούτε στους αυτουργούς και στους οπαδούς της.

17N_flag

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Για τα «είδη» της βίας

—του Σάκη Κουρουζίδη

Στην πολιτική ανάγνωση, η βία χωρίζει στα δύο το πολιτικό σκηνικό:

1. Από τη μια, όσοι θεωρούν εύλογη, νόμιμη, θεμιτή, επιθυμητή, ηθικά και ιστορικά νομιμοποιημένη τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.
2. Από την άλλη, όσοι απορρίπτουν, δεν χρησιμοποιούν και καταδικάζουν τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.

Τα μέσα, τα εργαλεία, οι μορφές της (πολιτικής) βίας απασχολούν όσους βρίσκονται στην απάντηση 1.

Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, αρκούνται στην άρνηση, την καταδίκη της χρήσης βίας και τα υπόλοιπα τα αφήνουν στη δικαιοσύνη, η οποία θα «κατηγοριοποιήσει» τις συνέπειες της χρήσης της βίας και αναλόγως θα επιβάλει ή όχι «ποινές».

Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, δεν αναζητούν τη βία στις τυπολογίες της πολιτικής, αλλά στις τυπολογίες της …βλακείας (καλυπτόμενοι πίσω από τη γνωστή ρήση του Πωλ Βαλερύ: «Η βία είναι μια μορφή βλακείας»).

Όμως, για να μην θεωρηθεί ως υπεκφυγή αυτό το σχόλιο, να δώσω κάποια συνέχεια, από τη σκοπιά της απάντησης 2.

Από τη μια, στην προσπάθεια νομιμοποίησης κάποιων μορφών βίας, υπάρχει μία απόπειρα κατηγοριοποίησής τους, από τις «ήπιες» μορφές βίας —τις οποίες δεχόμαστε, ανεχόμαστε ή και υιοθετούμε— έως τις «ακραίες» μορφές της βίας — τις οποίες δεν αποδεχόμαστε και δεν χρησιμοποιούμε, ενίοτε και καταδικάζουμε (αναφέρομαι σε όσους καταγράφονται στην απάντηση 1, ευθέως ή εμμέσως).
Από την άλλη, στην προσπάθεια δικαιολόγησης —και νομιμοποίησης— κάποιων μορφών βίας ως «απάντηση» στη βία του «συστήματος», βαφτίζονται ως βία περίπου τα πάντα που —τους/μας— ενοχλούν: «Δεν είναι βία η ανεργία;» «Δεν είναι βία οι συντάξεις πείνας, η αβεβαιότητα για το μέλλον;» «Δεν είναι βία οι κατασχέσεις;» — και άλλα ανάλογα. Άλλο πράγμα είναι το «κακό», το «άδικο» και άλλο η βία.

lot_259_banksy_heart_boy_in_situ_800x400

«Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν».

Να μεταφέρω κι ένα απόσπασμα από κάποιες αναφορές του Herbert Marcuse για τα «είδη» της βίας.

Ερωτών: …Όταν λέω εσωτερίκευση της εξω-οικονομικής βίας, εννοώ ότι οι δυνάμεις χειραγώγησης τείνουν να εσωτερικεύσουν τους γραφειοκρατικούς και κρατικούς μηχανισμούς κυριαρχίας.

Marcuse: Δεν έχουμε να κάνουμε όμως με μια εσωτερίκευση της βίας. Αν υπάρχει κάτι που βλέπουμε καθαρά στον καπιταλισμό, είναι ότι η καθαρά εξωτερική, η καθόλου εξιδανικευμένη βία είναι ισχυρότερη από ποτέ άλλοτε. Εγώ δεν βλέπω καμία εσωτερίκευση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι τάσεις χειραγώγησης δεν ασκούν καμιά βία. Κανείς δεν με αναγκάζει να βλέπω ώρες τηλεόραση, ούτε να διαβάζω ηλίθια περιοδικά. 

Ερωτών: Δεν συμφωνώ, γιατί η εσωτερίκευση σημαίνει ακριβώς ότι είναι εφικτός ένας φαινομενικός φιλελευθερισμός –όπως η εσωτερίκευση της οικονομικής βίας στον κλασικό καπιταλισμό σήμαινε ότι το πολιτικό και ηθικό εποικοδόμημα έπρεπε να φιλελευθεροποιηθεί.

Marcuse: Μου φαίνεται πως δίνεται στον όρο πολύ ευρεία έννοια. Η βία είναι βία. Η φαινομενική ελευθερία της τηλεόρασης, που μπορώ να την κλείσω όποτε θέλω…, αυτή κι άλλα παρόμοια πράγματα δεν ανήκουν στη διάσταση της βίας. Όταν λέτε κάτι τέτοιο, ξεχνάτε έναν από τους καίριους παράγοντες της σημερινής κοινωνίας, δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στην τρομοκρατία και στην ολοκληρωτική δημοκρατία. Η ολοκληρωτική δημοκρατία δεν καταφεύγει στην τρομοκρατία, αλλά χρησιμοποιεί την εσωτερίκευση, τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης. Αυτό δεν είναι βία. Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν. Δεν υπάρχει όταν μας προτείνουν τηλεοπτικά προγράμματα που, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποτελούν απολογία του κατεστημένου.

(Από Το τέλος της ουτοπίας, Χ. Μαρκούζε, Ύψιλον, 1985)

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Theodor Adorno:

Adorno: Έχω λάβει μέρος σε διαδηλώσεις εναντίον των εθνικών Νόμων Εκτάκτου Ανάγκης και έχω κάνει ότι μπορούσα στο πεδίο της μεταρρύθμισης της ποινικής νομοθεσίας. Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε τέτοιου είδους πράγματα και τη συμμετοχή σε μισοπάλαβες ιστορίες όπως το πετροβόλημα των παραθύρων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Ερώτηση: Ποιο είναι το κριτήριό σας για το αν είναι λογικό όχι; 

Adorno: Ως προς το ένα σκέλος, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκεκριμένη κατάσταση. Ως προς το άλλο, έχω πάντα τις σοβαρότερες επιφυλάξεις απέναντι στη χρήση βίας. Αν δεν καταδίκαζα τον φαύλο κύκλο της απάντησης στη βία με βία θα έπρεπε να αρνηθώ ολόκληρο το παρελθόν μου — την εμπειρία του Χίτλερ και ό,τι παρατηρήσεις έχω κάνει για τον Σταλινισμό. Μπορώ να οραματιστώ μία έλλογη πρακτική ικανή να φέρει αλλαγές μόνο στο βαθμό που δεν εμπλέκεται στη χρήση βίας. 

[…] 

Η ακροαριστερά ενδιαφέρεται απεριόριστα για δημοσιότητα. Φοβάται μήπως ξεχαστεί, έτσι γίνεται σκλάβος της ίδιας της δημόσιας εικόνας της. Διαλέξεις όπως οι δικές μου, που τις παρακολουθούν πάνω από 1.000 άνθρωποι, προφανώς προσφέρονται ως λαμπρό forum για ακτιβιστική προπαγάνδα.

Aπό την τελευταία συνέντευξη του Τ. Adorno (1969), περιοδικό Futura, τ. 9

* * *

«Άλλο βία κι άλλο βιοπάλη», λέει ο Μάνος Χατζηδάκις:

Βγήκαμε παιδιά μιας μάνας χήρας
ήμασταν γεννήματα της μοίρας
γίναμε εκφραστές μιας βίας στείρας
μείναμε οι χορδές μισές μιας λύρας

Τώρα αλλάζουμε γινόμαστ’ άλλοι
βάλαμε κεραία στο κεφάλι
γίναμε αστυνόμοι μες στην ζάλη
άλλο βία κι άλλο βιοπάλη

Μάνος Χατζηδάκις, Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

 

* * *

Με πονάει η ευφυΐα μου στην ιδέα ότι κάποιος νομίζει πως μπορεί ν’ αλλάξει κάτι προκαλώντας ταραχές. Η βιαιότητα, όποια κι αν είναι, υπήρξε ανέκαθεν για μένα προεξάρχουσα μορφή της ανθρώπινης ανοησίας. 

Fernando Pessoa

images

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Τέρατα

—του Γιώργου Θεοχάρη για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει.
Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να
συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.

—Μάνος Χατζιδάκις, Τα Σχόλια του Τρίτου, 30/7/1978—

Δεν αισθάνομαι περήφανος που είμαι Έλληνας. Αυτό δεν το λέω με αφορμή ένα (μεμονωμένο) συμβάν, ούτε το γράφω εν θερμώ· το λέω (και το εννοώ) με –σχετική– ψυχραιμία και εκτός χρονικού πλαισίου: δεν αισθάνομαι περήφανος που είμαι Έλληνας, γενικώς. Αισθάνομαι όντως τυχερός (ο τόπος είναι πανέμορφος, μιλάω μια γλώσσα που έμαθα να την αγαπάω, εδώ ζουν οι περισσότεροι δικοί μου άνθρωποι), αλλά περήφανος γιατί; Για τα επιτεύγματα των προγόνων μου; Προσπερνώντας χωρίς σχόλιο το κατά πόσον πρόγονος του Περικλή μπορώ να θεωρηθώ, παραδέχομαι ότι μια περηφάνια για την ιστορική διαδρομή όσων κατοίκησαν αυτά τα εδάφη πριν από μένα την αισθάνομαι. Για τα ομηρικά έπη, τις κωμωδίες και τις τραγωδίες, τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία, τον μινωικό και τον μυκηναϊκό πολιτισμό, τον χρυσό αιώνα, το Βυζάντιο κ.λπ. Μα για όλα αυτά αισθάνεται (ή θα αισθανόταν, αν τα ήξερε) υπερήφανος κάθε πολίτης όπου γης· δεν είναι προνόμιο των σύγχρονων Ελλήνων η περηφάνια για την (παγκόσμια) κληρονομιά που μας άφησαν κάποιοι απ’ αυτούς που έζησαν στον ελλαδικό χώρο κατά το παρελθόν. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δίπλα στη (λελογισμένη) περηφάνια, κολλήσει η ιδεοληψία περί συνέχειας του έθνους. Το να αισθάνεται περήφανος ένας άνθρωπος που γεννήθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα, γι’ αυτό καθαυτό το γεγονός, μου φαίνεται άκρως παράλογο – και εξηγούμαι. Το γεγονός ότι γεννήθηκα εδώ είναι τυχαίο: θα μπορούσα να έχω γεννηθεί οπουδήποτε – ή και καθόλου. Πώς, λοιπόν, να αισθάνομαι περήφανος που γεννήθηκα Έλληνας – δηλαδή, για ένα απολύτως τυχαίο γεγονός; Κατ’ αναλογία, είναι σαν να αισθάνεται περήφανο ένα πεύκο επειδή φύτρωσε στην Αττική και όχι, λ.χ., στη Σαρδηνία – παράλογο. Κι αν η αναλογία αυτή είναι αδύναμη (γιατί το πεύκο δεν έχει συνείδηση, π.χ.), να το πω αλλιώς: είναι σαν να αισθάνεται περήφανος ο Φασούλας επειδή είναι ψηλός – παράλογο: δεν έκανε απολύτως τίποτα για να γίνει ψηλός· απλώς έτυχε. Πράγμα που με φέρνει σε ένα κρίσιμο για το επιχείρημα σημείο: η περηφάνια πηγάζει από κάτι που έκανες, όχι από κάτι που σου έτυχε· από αυτό που έγινες, όχι αυτό που είσαι εξ ορισμού. Ένα τυχαίο γεγονός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι το αίτιο υπερηφάνειας. Όποιος συμφωνεί με αυτό το θεώρημα (το οποίο εύκολα αποδεικνύεται, όπως φάνηκε), αυτομάτως είναι θωρακισμένος ενάντια σε κάθε ελληνοκεντρική, βαρεμένη και ψεκασμένη θεωρία εθνικής και φυλετικής ανωτερότητας.

Συνεπώς, δεν βρίσκω καθόλου προκλητική τη δήλωση «Δεν αισθάνομαι περήφανος που είμαι Έλληνας» –έτσι όπως αυτή εξηγήθηκε παραπάνω–, κι αυτό γιατί στηρίζεται σε ένα επιχείρημα ακατάρριπτο εντός λογικής. Αντίθετα, προκλητική μπορεί να θεωρήσει κανείς μία διαφορετική εκδοχή της ίδιας δήλωσης, όπως αυτή εδώ: «Όχι μόνο δεν αισθάνομαι περήφανος που είμαι Έλληνας, αλλά ώρες-ώρες ντρέπομαι γι’ αυτό». Αν δήλωνα κάτι τέτοιο, δεν θα ήταν λίγοι εκείνοι που θα με εγκαλούσαν για «υπερβολικό αυτομαστίγωμα». Δεν θα συνέβαινε το ίδιο, όμως, αν έλεγα: «Όχι μόνο δεν αισθάνομαι περήφανος που είμαι παναθηναϊκός, αλλά ώρες-ώρες ντρέπομαι γι’ αυτό». (Παρεμπιπτόντως, είμαι και Έλληνας και παναθηναϊκός, και ώρες-ώρες πραγματικά ντρέπομαι και για τα δύο.) Στο μυαλό των περισσότερων, άλλο Έλληνας άλλο παναθηναϊκός. Όσο για το αυτομαστίγωμα, οι περισσότεροι νεο-Έλληνες δεν διστάζουν να επιδοθούν με ζήλο σε αυτό, αρκεί να μην τους ακούνε ξένοι – και οι περισσότεροι βάζελοι επίσης, αρκεί να μην τους ακούνε γαύροι. Γιατί όμως; Ας τα δούμε αυτά τα δύο σημεία αναλυτικότερα.

Ένα κοινό χαρακτηριστικό της (όποιας) ομάδας και του (όποιου) έθνους) είναι ότι αποτελούν και τα δύο κοινωνικές κατασκευές. Όσο για το πώς ετεροπροσδιορίζεται κανείς σε σχέση αυτές τις κατασκευές, είναι καθαρά προϊόν τύχης: αντί να είμαι Έλληνας και παναθηναϊκός, θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι Ισλανδός και φίλαθλος της Βάλουρ Ρέικιαβικ – και «υπερήφανος», πάντα. Υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί έγκλημα καθοσιώσεως να ντρέπομαι όταν οι «άρρωστοι» βάζελοι ή κάποιοι «ούγκανοι» υπερπατριώτες (και, κατά ατυχή συγκυρία, συμπατριώτες μου) κάνουν κάτι επονείδιστο. Όσο ντρέπομαι για τους μπαχαλάκηδες χουλιγκάνους της ομάδας μου, άλλο τόσο ντρέπομαι και για τα ανεγκέφαλα φασιστοειδή της πατρίδας μου.

Επίσης, γιατί θα πρέπει να ομολογώ ότι ντρέπομαι που είμαι βάζελος ή Έλληνας εν κρυπτώ; Μήπως και με ακούσουν οι γαύροι ή οι αλλοεθνείς; Μα αν είναι κάποιοι που πρώτοι-πρώτοι διαπιστώνουν τις παθολογίες ενός «συστήματος» είναι αυτοί που βρίσκονται έξω από τον χορό: ο κόσμος το ’χει τούμπανο, κατά το κοινώς λεγόμενο. Κι ακόμα παρά παραπέρα: με ποια λογική επιλέγει κανείς τους αποδέκτες της αλήθειας του; Αν πιστεύω πως κάτι είναι αληθές όταν το λέω σε συμπατριώτες μου, πρέπει να είναι αληθές και όταν το λέω σε αλλοεθνείς. Η αλήθεια δεν επηρεάζεται από το ακροατήριο (εκτός κι αν είσαι πολιτευτής)· δεν υπάρχει αλήθεια αλά καρτ. Και, τέλος, γιατί θα πρέπει να επιλέξω, ντε και καλά, μεταξύ διεθνισμού και εθνικισμού; Γιατί, σε τελική ανάλυση, να μην επιλέξω τον ανθρωπισμό;

Δεν τρέφω αυταπάτες: και σε αυτή την περίπτωση (του άκρατου εθνικισμού, λαϊκισμού, ρατσισμού κ.λπ. – και της συνακόλουθης έξαρσης της βίας), μας παγιδεύει ο μικρόκοσμος. Υπάρχει μία ενδιαφέρουσα αναλογία που λέει ότι αν η Γη είχε δημιουργηθεί πριν από 24 ώρες, οι δεινόσαυροι θα είχαν εμφανιστεί πριν από περίπου 1 ώρα, τα ανθρωποειδή πριν από περίπου 1 λεπτό και ο σύγχρονος άνθρωπος πριν από μόλις 3 δευτερόλεπτα. Και τα έθνη πριν από κάτι δέκατα του δευτερολέπτου, συμπληρώνω. Συνεπώς, είναι κάπως υπερβολική η ταύτιση της ιστορίας του ανθρώπου με την έννοια του έθνους. Καθόλου δεν αποκλείεται (μάλλον το αντίθετο) η ιστορία των εθνών να μην καταλάβει τελικά παρά μία μικρή (και ενδεχομένως ασήμαντη) παράγραφο στην ιστορία της ανθρωπότητας που θα γραφτεί σε (μεγάλο) βάθος χρόνου. Πρέπει κάποτε να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι δεν βρισκόμαστε στο κέντρο του σύμπαντος· ούτε η περίοδος που έτυχε να ζήσουμε εμείς είναι ντε φάκτο η σημαντικότερη της ανθρωπότητας.

Από την άλλη, είναι αναπόφευκτο να μας παγιδεύει ο μικρόκοσμος: εντός αυτού ζούμε – είναι δύσκολο να έχουμε διαρκώς στον νου μας τη μεγάλη εικόνα. Και κάπως έτσι φτάνω κι εγώ, όντας παγιδευμένος στον δικό μου μικρόκοσμο, να ντρέπομαι όταν με λογαριάζουν μέρος ενός συνόλου που περιλαμβάνει μέλη με τα οποία δεν έχω τίποτα κοινό (εδώ αναφέρομαι στα επίκτητα και όχι στα εγγενή χαρακτηριστικά). Ντρέπομαι για λογαριασμό τους – αλλά ντρέπομαι και για λογαριασμό μου, επειδή εξαιτίας και της δικής μου, προσωπικής ανοχής οδεύουμε όλοι μαζί προς το σημείο απ’ όπου δεν θα έχει γυρισμό. Η κόλαση μπορεί να είναι οι άλλοι, αλλά κι εγώ άλλος είμαι!

Όταν στα μέσα της περασμένης δεκαετίας έβλεπα με κάθε ευκαιρία (και υπήρξαν, είναι η αλήθεια, πολλές: ευρωπαϊκό πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο το 2004, Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας το 2004, ευρωπαϊκό πρωτάθλημα στο μπάσκετ το 2005, μέχρι και πρωτιά στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision το 2005) να πλημμυρίζουν οι δρόμοι με ελληνικές σημαίες (και με γαλανόλευκα μπλουζάκια, καθώς με γαλανόλευκα προσωρινά τατουάζ), συζητούσα το φαινόμενο με φίλους, εκφράζοντας την ανησυχία μου. Οι πολλές σημαίες ποτέ δεν προοιωνίζονται κάτι καλό – τουλάχιστον όχι εν καιρώ ειρήνης και (φαινομενικής) ευημερίας. Τότε δεν συμμερίζονταν πολλοί την αρνητική μου στάση στην έξαρση της «εθνικής υπερηφάνειας» – και αρκετοί με μέμφονταν γιατί, έλεγαν, δεν ήμουν παρά ένας γκρινιάρης, ο ξενέρωτος στο πάρτι, που δεν αφήνεται να χαρεί με τις επιτυχίες «μας». Βάζω το «μας» σε εισαγωγικά γιατί εκεί εστιαζόταν μία από τις αντιρρήσεις μου τότε: ποιες επιτυχίες «μας»; Τα πανευρωπαϊκά τα πήραν δύο (ευάριθμες) ομάδες παικτών και παραγόντων· την πρωτιά στον διαγωνισμό τραγουδιού μια τραγουδίστρια και η περί αυτήν (επίσης ευάριθμη) ομάδα υποστήριξης· για τους Ολυμπιακούς της Αθήνας, ας μη μιλήσω καλύτερα. Ήταν αυτοί λόγοι να αισθανόμαστε όλοι, συμπούρδουλοι, «εθνική υπερηφάνεια»; Για μένα, όχι – ρητά και κατηγορηματικά. Χαρά μόνο («μπράβο στα παιδιά!») και πάντα τέτοια – αλλά ως εκεί. Δυστυχώς, δεν μείναμε εκεί: περάσαμε στο «μεγαλείο της φυλής» γιατί «είναι στο DNA του Έλληνα να είναι πάντα και παντού πρώτος». (Παρένθεση: Το παράδοξο φαινόμενο να χρησιμοποιούν το «DNA», σε τέτοια συμφραζόμενα, κυρίως εκείνοι που δεν ξέρουν τι είναι το DNA, δεν είναι… παράδοξο.) Τότε δεν φαινόταν το πόσο επικίνδυνη μπορούσε να αποδειχτεί μεσο-μακροπρόθεσμα αυτή η (σ)τάση. Μέχρι που ήρθε, λίγα χρόνια αργότερα, η οικονομική (κ.λπ. – αυτό το «κ.λπ.» είναι το αληθινό παγόβουνο, ενώ η οικονομία απλώς η κορυφή του) κρίση…

Όλες οι άρρωστες δυνάμεις –από τους Ελληναράδες που έδερναν αλλοδαπούς στο κέντρο της πόλης, εν μέσω πανηγυρισμών για τις αθλητικές επιτυχίες των ομάδων μας, φωνάζοντας το αλήστου μνήμης σύνθημα «Αλβανέ / Αλβανέ / δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ», μέχρι τους λειτουργικά αναλφάβητους συν-Έλληνες, τους αποβλακωμένους από τα σκουπίδια των ΜΜΕ (και την αιδήμονα σιωπή της ντόπιας διανόησης)– με την κρίση βγήκαν στην κεντρική σκηνή. Το τέρας βγήκε από τη σκιά, ξεπέρασε την (όποια) χλεύη, απόκτησε φωνή και υπόσταση, κι έβγαλε νύχια. Το τέρας άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του στους δρόμους, στις πλατείες, στα καφενεία, στα ΜΜΕ, στα ΜΚΔ, στις κάλπες – στη δημόσια ζωή. Το τέρας που εξέθρεψε η ανοχή της σιωπηλής πλειοψηφίας. Από τις σημαίες και τους πανηγυρισμούς για το «ελληνικό μεγαλείο» και την «ανωτερότητα της φυλής» μέχρι τους πάσης φύσεως αγανακτισμένους και ψεκασμένους, η απόσταση –όντας μικρή– καλύφθηκε με δρασκελιές. Μεσολάβησαν ακρότητες (βανδαλισμοί, δημόσιοι προπηλακισμοί, λιντσαρίσματα, δολοφονικές απόπειρες, δολοφονίες) που έφεραν τη βία μέσα στα σπίτια μας. Κι εμείς (οι περισσότεροι) κοιτάζαμε αμέτοχοι ή/και φοβισμένοι. Γιατί συνηθίσαμε στη θέα του τέρατος. Ή –ακόμα χειρότερα– γιατί το τέρας μάς εκφράζει – λίγο (βλ. μέθοδος του «ναι μεν αλλά»). Συνεπώς, ας μην (κάνουμε πως) πέφτουμε (πάλι) από τα σύννεφα. Η κλιμακούμενη ένταση που ζούμε μέσα στην τρέχουσα δεκαετία είχε προβλεφθεί μέσα από σοβαρές (και σαφείς) ενδείξεις. (Και κάποιοι, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, μας είχαν προειδοποιήσει δεκαετίες πριν.) Δεν κάναμε τίποτα τότε που έπρεπε. Δεν κάνουμε τίποτα ούτε και τώρα (που μάλλον είναι πια αργά). Γιατί συνηθίσαμε την ιδέα, την εικόνα και τις πρακτικές του τέρατος.

Στην επόμενη (απεφευκτέα, αλλά πώς;) φάση, ο μόνος τρόπος που θα μας μείνει να αντιμετωπίσουμε το ανεξέλεγκτο πλέον τέρας θα είναι να το ανταγωνιστούμε στο δικό του γήπεδο: να γίνουμε όλοι τέρατα. Προς τα κει πάμε – ολοταχώς.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Προοδευτική Εκκλησία

—του Στράτου Σαφιολέα—

Ο Markus Söder, πρόεδρος της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης Βαυαρίας και πρωθυπουργός του κρατιδίου της Βαυαρίας (Ministerpräsident des Freistaates Bayern), αποφάσισε την ανάρτηση του σταυρού σε όλα τα κυβερνητικά κτίρια της Βαυαρίας από την πρώτη Ιουνίου, σε μια προφανή προσπάθεια να προσποριστεί πολιτικά κέρδη, απευθυνόμενος σε κάποιο ακραία δεξιό ακροατήριο.

Η απόφαση αυτή συνάντησε μεγάλη αντίδραση, αλλά όχι από εκεί που θα περιμένατε.

Η μεγάλη αντίδραση προέρχεται από τον Καθολικό Καρδινάλιο Reinhard Marx!

O Reinhard Marx, που είναι και ο επικεφαλής της συνόδου των Γερμανών Επισκόπων, δήλωσε πως είναι αντίθετος με την εργαλειοποίηση του συμβόλου του σταυρού για πολιτικά οφέλη.

Ο Καρδινάλιος δήλωσε πως μια τέτοια χρήση οδηγεί σε συγκρούσεις μεταξύ των πολιτών και πως η Καθολική Εκκλησία επιδιώκει μια διαφορετική προσέγγιση μεταξύ Χριστιανών, Μουσουλμάνων, Εβραίων και Αθέων.

Τα διάβαζα αυτά και σκεφτόμουν πως αυτή είναι η στάση μιας πραγματικά προοδευτικής Εκκλησίας, που απευθύνεται στην κοινωνία, και όχι μιας Εκκλησίας που ανέχεται επισκόπους όπως ο Καλαβρύτων και ο Πειραιώς —οι οποίοι διακινούν τον λόγο του μίσους και του διχασμού— και, αντί να αντιπαρατίθεται στην ρατσιστική ακροδεξιά, συμμαχεί μαζί της.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x