Home

Σκέψεις για την εμπειρία της ηλεκτρονικής ανάγνωσης 

—του Λευτέρη Καλοσπύρου—
[Πρώτη δημοσίευση στο Books’ Journal, τεύχος 21]
Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα όταν αισθάνθηκα, πιο έντονη από ποτέ, την επιθυμία να αγοράσω μια συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης. Η αγορά αυτή κάλυπτε μια συγκεκριμένη ανάγκη× δεν την είχαν εμφυτεύσει στο υποσυνείδητό μου οι ακυβέρνητοι στόλοι των μιμιδίων που διασχίζουν τους ωκεανούς του ίντερνετ προπαγανδίζοντας την υπεροχή του φουτουριστικά επίκαιρου ηλεκτρονικού βιβλίου έναντι του (ανοίγουν και κλείνουν τεράστια εισαγωγικά που αναβοσβήνουν) «πολιτισμικά μίζερου και παρωχημένου τυπωμένου βιβλίου»× ούτε θέλησα να αγοράσω τη συσκευή κυριευμένος από φθόνο απέναντι στους αγγλοσάξονες συναδέλφους μου που εδώ και κάποια χρόνια διαβάζουν άρθρα και βιβλία σε οθόνες φιλικές προς τα μάτια τους, την ίδια ώρα που τα ταλαιπωρημένα από τη μυωπία μάτια μου αγκομαχούν να διαβάσουν οποιοδήποτε κείμενο υπερβαίνει τις 300 λέξεις ακόμη και στην πιο μεγάλη και πιο τέλεια επίπεδη οθόνη υπολογιστή τεχνολογίας lcd. Ήθελα να αγοράσω μια συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης διότι με έναν πολύ πρόχειρο υπολογισμό, το σύνολο των χρημάτων που είχα ξοδέψει για φωτοτυπίες κι εκτυπώσεις κατά τη διάρκεια των σπουδών μου προστιθέμενα στα χρήματα που αναμένεται να ξοδέψω στα επόμενα χρόνια των ακαδημαϊκών μου υποχρεώσεων, υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό που θα ξόδευα για να αγοράσω μια συσκευή ανάγνωσης όπως το Kindle, ακόμη και στις πιο ακριβές εκδοχές του, όπως το Kindle Touch, το Kindle DX ή το Kindle Fire. Και ήθελα να αγοράσω τη συσκευή εκεί κοντά στα Χριστούγεννα ακριβώς επειδή δεν μου περίσσευαν τα χρήματα και η συγκεκριμένη γιορτή σηματοδοτεί την ιδανική περίοδο για να απενοχοποιήσει κανείς ακόμη και τους πλέον αμετακίνητους δισταγμούς του. Αρκεί να επικαλεστεί τη ναυαρχίδα των επιχειρημάτων υπέρ της κατανάλωσης, ένα επιχείρημα με ανελαστική ζήτηση, το οποίο παραμένει εντυπωσιακά απρόσβλητο από οικονομικές κρίσεις και παραγωγικές υφέσεις και κοινωνικές εκρήξεις, το μεδούλι του σκληρού πυρήνα της θεμελιώδους ιδέας που διαπερνά κάθε απλή και σύνθετη καταναλωτική δραστηριότητα: «Ήθελα να το κάνω δώρο στον εαυτό μου».

Ένα τυχαίο γεγονός άλλαξε τα σχέδιά μου έναν μήνα πριν τις γιορτές, χωρίς ωστόσο να ανατρέψει την προκαθορισμένη πορεία μου προς τη Μέκκα ή το Δαντικό Καθαρτήριο της ηλεκτρονικής ανάγνωσης. Μέσω ενός φίλου κατάφερα να εξασφαλίσω το ipad2 —το μοντέλο που προηγήθηκε του «νέου ipad», όπως το αποκαλούν στις μεταξύ τους επικοινωνίες οι απανταχού σπασίκλες της ακατάσχετης τεχνολογικής gadget-ολογίας, ή ipad3 για τους έμπορους και τους καταναλωτές που χρειάζονται την προσθήκη του αριθμού για να μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους— σε τιμή 50% φθηνότερη της λιανικής τιμής του. Ακόμη και όταν προέκυψε η συγκεκριμένη ευκαιρία, αμφιταλαντεύτηκα αρκετά για το αν θα έπρεπε να αγοράσω το ipad και όχι το Kindle, αφού το πλεονέκτημα της καλύτερα προσαρμοσμένης ανάγνωσης στο ipad ενός αρχείου pdf, στη μορφή του οποίου διατίθενται τα περισσότερα ακαδημαϊκά άρθρα προς ανάγνωση, ισοφαριζόταν από τη φιλικότερη στα μάτια και στον εγκέφαλο οθόνη τεχνολογίας e-ink του Kindle. (Σύντομα θα ανακάλυπτα ότι η δυνατότητα ρύθμισης της φωτεινότητας της οθόνης στο ipad αλλά και οι συνθήκες οικειότητας και υποσυνείδητης χαλαρότητας που δημιουργεί η οθόνη αφής, σε συνδυασμό με το μέγεθός της, εμφανώς μικρότερο σε σχέση ακόμη και με τη μικρότερη οθόνη για υπολογιστές, και το γεγονός ότι η συσκευή μπορεί να μεταφερθεί κυριολεκτικά παντού, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τις φορητές παιχνιδομηχανές, ένας πρόσθετος λόγος για περισσότερη χαλάρωση, αντίθετα με την οθόνη ενός υπολογιστή που επιβάλλει στο σώμα συγκεκριμένη, σχεδόν αταλάντευτη στάση και άρα και γωνία θέασής της, μπορούν να εξασφαλίσουν ιδανικές συνθήκες άνετης ανάγνωσης ακόμη και για έναν μύωπα σαν εμένα). Η τιμή της προσφοράς ωστόσο ήταν ασυναγώνιστη. Ήταν αδύνατο να απορρίψω την πρόταση αγοράς του ipad2 σε τόσο χαμηλή τιμή.

Τις πρώτες κιόλας ημέρες, εμφορούμενος από ένα παράδοξο μείγμα ενοχής, περιέργειας, έξαψης και ψυχαναγκασμού να αγαπήσω με το ζόρι ένα προϊόν για το οποίο είχα ξοδέψει ένα σεβαστό ποσό σε μια εποχή κατά την οποία οποιαδήποτε αντίστοιχη αγορά αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα, αν όχι καχυποψία, διάβασα στο ipad έναν αναπάντεχα μεγάλο αριθμό άρθρων και ηλεκτρονικών βιβλίων – δεν συνυπολογίζω τα άρθρα που διάβασα σε διάφορες εφαρμογές, όπως το flipboard. Δεν είχα καμιά δυσκολία στην ανάγνωση, ορισμένες φορές δε είχα την εντύπωση ότι τα μάτια μου γλιστρούσαν πάνω στις ηλεκτρονικές αράδες με μεγαλύτερη ταχύτητα κι ευκολία σε σύγκριση με το σάρωμα που κάνουν στις αράδες του τυπωμένου χαρτιού (αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητα καλό) – ίσως γι’ αυτό να ευθύνεται η ψυχολογική χαλάρωση από την επαφή και το βολικό χειρισμό της ταμπλέτας για την οποία μίλησα πιο πάνω. Διάβασα κυρίως μελέτες, δημοσιογραφικά και ακαδημαϊκά άρθρα και μυθιστορήματα. Διάβασα, ή μάλλον διάβασα και παρακολούθησα ταυτόχρονα το κείμενο και τα ενσωματωμένα βιντεάκια στην enhanced e-book έκδοση του Yellow Submarine των Beatles και άκουσα πολύ σύντομα ηχητικά αποσπάσματα από το δίσκο, επίσης χωνεμένα στο βιβλίο, με ένα απλό χτένισμα της οθόνης με τον δείκτη μου. Διάβασα και παρακολούθησα επίσης την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων σε μια εξίσου ιδιοφυή αλλά λιγότερο εντυπωσιακή σε σχέση με το Yellow Submarine οπτικοακουστική παραγωγή (ή μετάλλαξη, όπως το βλέπει κανείς) του αυθεντικού κειμένου.  Ώσπου μια μέρα, κι ενώ τα περισσότερα βιβλία που είχα διαβάσει στο ipad είχαν γραφτεί ως επί το πλείστον στη διάρκεια του εικοστού αιώνα, αποφάσισα να διαβάσω τον Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς του Λέοντος Τολστόι, ένα κλασικό, δοξασμένο, πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, η έντυπη έκδοση του οποίου απουσιάζει εκκωφαντικά από τα εγχώρια βιβλιοπωλεία. Σκέφτηκα μάλιστα να συνδυάσω την ανάγνωση του κλασικού αυτού βιβλίου σε μια τόσο μεταμοντέρνα συσκευή ανάγνωσης σαν το ipad, κρατώντας κάποιες σημειώσεις για ορισμένες σκέψεις και παρατηρήσεις που ούτως ή άλλως είχα ήδη κάνει όσο διάβαζα τα πρώτα άρθρα και e-books στο ipad, παρ’ όλα αυτά δεν είχα προλάβει να οργανώσω με τέτοιο τρόπο ώστε να με οδηγήσουν επαγωγικά σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και συμπεράσματα.

Πώς λοιπόν διαβάζει κανείς και πώς είναι να διαβάζει κανείς ένα κλασικό μυθιστόρημα σε μια μεταμοντέρνα συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης; Μακάρι να μπορούσα να δώσω μια πιο πρωτότυπη και ενθαρρυντική απάντηση από αυτή που ακολουθεί, ωστόσο η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά στην ανάγνωση μέσω ipad (ή Nook ή Kindle ή Turbo X ebook ή κάποιας αντίστοιχης συσκευής) ενός ανατρεπτικού μεταμοντέρνου μυθιστορήματος των 60’ς, από την ανάγνωση ενός  εθιμοτυπικά ρεαλιστικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, η ανάγνωση ενός κλασικού μυθιστορήματος σε μια συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης παραμένει μια αρκετά διαφορετική εμπειρία σε σύγκριση με την παραδοσιακή ανάγνωση του τυπωμένου βιβλίου. Όχι για τους προφανείς λόγους όμως.

Ο ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ ΣΤΟ IPAD2

Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς δεν είναι το πιο φημισμένο βιβλίο του Τολστόι αφού κάθε φορά που ο αναγνώστης ακούει το όνομα του τιτάνα Ρώσου συγγραφέα, το λογοτεχνικό του ένστικτο, αλυχτώντας και εκτοξεύοντας σάλια προς όλες τις κατευθύνσεις σαν παβλοφιανό σκυλί, χοροπηδάει γύρω από εκείνους τους δυο θηριώδεις τίτλους που μαζί με ορισμένους άλλους, όχι πολλούς είναι η αλήθεια, φαντάζουν ό,τι κοντινότερο σε αυτό που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει πλατωνική ιδέα περί τίτλου μυθιστορήματος: τα Πόλεμος και Ειρήνη και Άννα Καρένινα. Καταπλακωμένο από τα ιζηματογενή πετρώματα που σχηματίζουν τα αμέτρητα υλικά από τα οποία έχουν σχηματιστεί τα δυο αυτά κορυφαία μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς όχι μόνο αντιστέκεται στις αντίρροπες δυνάμεις που απειλούν να τον συνθλίψουν, αλλά λάμπει σαν χρυσός, εξαιτίας του πρωτοποριακού περιεχομένου του: μαζί με το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι είναι ίσως τα πρώτα υπαρξιακά μυθιστορήματα στην ιστορία της νεότερης παγκόσμιας λογοτεχνίας, αδιαμφισβήτητοι προάγγελοι των μυθιστορημάτων του Κάφκα, του Σάρτρ, του Καμύ, αλλά και του Σολ Μπέλοου, του Αμερικανοεβραίου νομπελίστα, που υπήρξε ο πιο «Ευρωπαίος» και «υπαρξιστής» Αμερικανός συγγραφέας της γενιάς του, και ο οποίος αποδείχθηκε η αφορμή που μου έδωσε την ώθηση να διαβάσω επιτέλους τη νουβέλα του Τολστόι που τόσα χρόνια ανέβαλλα. Για την ακρίβεια, ήταν ο στοχαστικός και ενορατικά ποιητικός πρόλογος της (σημαντικής άλλα δυστυχώς παντελώς άγνωστης στο ελληνικό κοινό Αμερικανοεβραίας συγγραφέως) Σίνθια Όζικ, στην έκδοση του αριστουργήματος του Μπέλοου Άδραξε τη Μέρα από τον Penguin, που μου έδωσε την καθοριστική σπρωξιά για να καταδυθώ στον κλειστοφοβικό, τυραννισμένο βίο του Ιβάν Ιλίτς Γκολόβιν. Ένας πρόλογος που είχα διαβάσει αρκετά χρόνια πριν και στον οποίο επέστρεψα πριν από λίγους μήνες όταν ξαναδιάβασα την επίκαιρη-όσο-ποτέ-άλλοτε λόγω της παρούσας οικονομικής κρίσης νουβέλα του Σολ Μπέλοου.

Στο κείμενό της, η Όζικ θέλοντας να προσθέσει μια τέταρτη, διακειμενική διάσταση, στον αδρομερώς σχεδιασμένο από τον Μπέλοου, τρισδιάστατο χαρακτήρα του Τόμυ Ουίλχελμ, του πρωταγωνιστή του Άδραξε τη μέρα, που τη μέρα που διασταυρώνουμε τα σίγουρα αναγνωστικά μας βήματα με τους ασταθείς και άγαρμπους δρασκελισμούς του στους δρόμους του Μπρόντγουεϊ, έχει γονατίσει στο ναδίρ της καμπύλης της κρίσης μέσης ηλικίας πάνω στην οποία ακροπατούσε εδώ και καιρό εξαιτίας όλων των ειδών των προσωπικών και οικογενειακών προβλημάτων που μπορεί να φανταστεί κανείς, γεγονός που σε συνδυασμό με διάφορες νύξεις του σε καίρια σημεία του βιβλίου, μας κάνει να υποψιαζόμαστε πως μάλλον όλη του η ζωή, από την εφηβεία και μετά, είναι μια οδυνηρή κρίση μέσης ηλικίας χωρίς τελειωμό, στην προσπάθειά της αυτή λοιπόν, η Όζικ παραθέτει ένα συγκεκριμένο απόσπασμα από το Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς, μια από τις πρώτες «δαγκωματιές του εσώτερου»[1] που θα αρχίσουν να κατατρώνε τα σωθικά του και πολύ σύντομα θα αναγκάσουν τον Ιλίτς να αναγνωρίσει στην παρακμή του σώματός του την παρακμή της ψυχής του[2], προσγειώνοντας με τη βοήθεια του παραθέματος την «μεταμορφωτική αυτοαποκάλυψη», που συγκλονίζει τον Ουίλχελμ την πιο σημαντική μέρα της ζωής του,σε ένα στέρεο διακειμενικό πλαίσιο αναφοράς. Ο Ιβάν Ιλίτς είναι το καλούπι για τους Τόμυ Ουίλχελμ του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα που φιλοδοξούν να κερδίσουν μια υψηλή θέση ανάμεσα σε εκείνους τους λογοτεχνικούς ήρωες που στον βαθύτερο εαυτό τους αναγνωρίζουν τον πιο θανάσιμο εχθρό τους.

Μια από τις πιο λεπτές αλλά ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στον παραδοσιακό τρόπο ανάγνωσης και στην ηλεκτρονική ανάγνωση είναι η εξής: το κείμενο στο βιβλίο είναι τυπωμένο πάνω στο χαρτί ενώ στη συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης το κείμενο του e-book βρίσκεται πίσω από την οθόνη. Πίσω από την οθόνη υπάρχει ένα ανεπαίσθητο, όμως οπωσδήποτε διακριτό, διάστημα, το οποίο προστίθεται στην απόσταση που χωρίζει τα μάτια μας από την οθόνη. Καθώς διάβαζα τις πρώτες σελίδες του Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, έχοντας μόλις κατεβάσει το e-pub αρχείο του βιβλίου από το itunes, το ηλεκτρονικό κατάστημα της Apple, έναντι της τιμής των 0.99 ευρώ, συνειδητοποίησα ότι υπάρχει κάτι ευθύβολα πλατωνικό, συνδεδεμένο φυσικά με την πλατωνική θεωρία των ιδεών, όσον αφορά το κατέβασμα, το φόρτωμα και την ανάγνωση ενός e-book. Στην πραγματικότητα, τόσο το Project Gutenberg (τι ειρωνικός τίτλος για να ονομάσεις ένα πρόγραμμα δωρεάν διάθεσης ηλεκτρονικών βιβλίων), όσο και το itunes κατάστημα της Apple, αλλά και το αντίστοιχο ηλεκτρονικό κατάστημα-μαμούθ της Amazon για το κατέβασμα των βιβλίων στις συσκευές Kindle, δεν είναι τίποτα άλλο από πλατωνικές βιβλιοθήκες, πλατωνικές δεξαμενές βιβλίων, πλατωνικές μήτρες, μικρότερα ή μεγαλύτερα αντίγραφα του πλατωνικού κόσμου των ιδεών, στον οποίο ταξιδεύει το πνεύμα του αναγνώστη λίγο πριν αισθανθεί νοσταλγία για το μιαρό σώμα του κι επιστρέψει σύντομα πάλι σ’ αυτό – στην προκειμένη περίπτωση με το αζημίωτο φυσικά. Η απόσταση ανάμεσα στην οθόνη κρυστάλλων του ipad2 και στο κείμενο του Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς μπορεί να θυμίσει σε κάποιον με μεγάλη φαντασία ένα μακρόστενο ενυδρείο μέσα στο οποίο κολυμπάνε σαν φοβισμένα ψάρια ο Ιβάν Ιλίτς, η γυναίκα του Πρασκόβια Φιοντόροβνα και οι λοιποί ήρωες του μυθιστορήματος. Ο δικός μου Ιβάν Ιλίτς, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πόνου, φυλακισμένος πίσω από την οθόνη του ipad2, έχοντας στερηθεί και την τελευταία διέξοδο που του έχει απομείνει για να ρισκάρει τη δραπέτευσή του από τη ψυχοσωματική του ειρκτή, μοιάζει να είναι σε χειρότερη μοίρα από τον Ιβάν Ιλίτς του τυπωμένου βιβλίου, ο οποίος βαριανασαίνει πιεσμένος από τις ανελέητα ρεαλιστικές προτάσεις που σχεδιάζει η κυκλοθυμική πρόζα του Τολστόι.

Η ιστορία του Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς είναι απλή όσο και απρόσμενα σκοτεινή. Ο Ιβάν Ιλίτς Γκολόβιν είναι ένας ευέλικτος, ευπροσάρμοστος, ωφελιμιστής απόφοιτος της νομικής, που πολύ σύντομα, επιδεικνύοντας αξιοθαύμαστη αυτοσυγκράτηση και αυτοπειθαρχία στην επίτευξη των τυπικών στόχων που θέτει κάθε ωφελιμιστής με την εξής σειρά —επαγγελματική καριέρα, κοινωνική επιρροή, οικογενειακή σταθερότητα—  σκαρφαλώνει με χαρακτηριστική ευκολία τις βαθμίδες της δικαστικής ιεραρχίας και γίνεται σύμβουλος στο Εφετείο. Ο στενός κύκλος των φιλικών του προσώπων αποτελείται κυρίως από πλούσιους αριστοκράτες και εστέτ συναδέλφους του× η οικογενειακή του ζωή είναι ανέφελη και καλοσιδερωμένη. Ώσπου μια μέρα, στην προσπάθειά του να αλλάξει τις κουρτίνες στην πολυτελή κατοικία του, πέφτει από μια σκάλα, χτυπάει το πλευρό του και τις επόμενες ημέρες αισθάνεται πόνους χαμηλά κάτω αριστερά στην κοιλιά του καθώς και μια παράξενη γεύση να πλημμυρίζει το στόμα του. Σύντομα, αισθάνεται τον εαυτό του να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του εξαιτίας των μικρών και μεγάλων σεισμικών δονήσεων που προκαλεί η τεκτονική αγωνία του με επίκεντρο το υπαρξιακό κενό που χάσκει στο σώμα και στην ψυχή του, ένα κενό που μεγαλώνει διαρκώς όσο κανείς από τους γιατρούς στους οποίους καταφεύγει δεν τολμάει να διατυπώσει μια οριστική γνωμάτευση για την κατάσταση της υγείας του. Ακόμη κι όταν το επίκεντρο του αρχικά απροσδιόριστου πόνου του στο αριστερό μέρος της κοιλιάς του, ένας πόνος ο οποίος κατά τ’ άλλα επεκτείνεται φυγόκεντρα με ομόκεντρους κύκλους προς τα άκρα της τσακισμένης ψυχοσύνθεσης και του πρόωρα μαραμένου σώματός του, εντοπίζεται στη σκωληκοειδή του απόφυση, και μάλιστα ένας γιατρός του συστήνει συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, ο Ιβάν Ιλίτς δε λέει να ξεστρατίσει από τον κακοτράχαλο δρόμο που στρώνει και ξηλώνει διαρκώς με τις αντικρουόμενες σκέψεις στις οποίες επιδίδεται ασταμάτητα και που τελικά ισορροπούν στην ακροτελεύτια πεποίθησή του ότι η δοκιμασία που περνάει δεν μπορεί παρά να έχει μονάχα μια κατάληξη: τον αναπόφευκτο θάνατό του.

Ώσπου να έρθει πράγματι το τέλος του, ο Ιβάν Ιλίτς προσπαθεί να προλάβει το θάνατο του σώματός του επισπεύδοντας το θάνατο της ψυχής του. Για να το επιτύχει, χτίζει αρχικά ένα τείχος προσποιητής άγνοιας γύρω από την ασθένειά του, που ωστόσο ο ίδιος θέλει να κάνει τον εαυτό του να πιστέψει ότι είναι ανίατη, πίσω από το οποίο σύντομα βρίσκει καταφύγιο και για τη βαθύτερη αδυναμία του να επικοινωνήσει με τα κοντινά του πρόσωπα, και ιδιαίτερα με τη γυναίκα του Πρασκόβια Φιοντόροβνα. Η αδυναμία επικοινωνίας μαζί τους πηγάζει από την απροθυμία και την ανικανότητά τους να αποδεχτούν με ταπεινότητα και συντριβή την κρισιμότητα της κατάστασής του, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται ο Ιβάν Ιλίτς. Ο δυστυχισμένος ήρωάς μας κατόπιν σμπαραλιάζει το τείχος που έχτισε εκτοξεύοντας πάνω του φλογισμένες αυτοκαταστροφικές σκέψεις γύρω από το θάνατο, οι οποίες μοιάζουν να προέρχονται κατευθείαν από το μυαλό ενός ερημίτη μοναχού του Μεσαίωνα ή ενός ιππότη από κάποιο μυθιστόρημα της ίδιας περιόδου, τους οποίους ενώνει η αμείλικτη διαίσθηση του επερχόμενου θανάτου. «Κι εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η προειδοποίηση γινόταν με σωματικές ενδείξεις ή, συχνότερα ακόμη, προερχόταν από μια εσωτερική βεβαιότητα κι όχι από κανένα υπερφυσικό ή μαγικό προαίσθημα».[3]

Ο Ιβάν Ιλίτς δεν είναι ένα τυπικό alter ego ενός συγγραφέα, με την έννοια που έχουμε σχηματίσει στο μυαλό μας για κάθε λογοτεχνικό χαρακτήρα που, όσο περισσότερες μεταμφιέσεις αλλάζει, τόσο πιο εύκολο είναι για τον αναγνώστη να ταιριάξει κάποια από αυτές με την εικόνα του συγγραφέα που έχει ήδη κατασκευάσει για εκείνον στο μυαλό του, και όσο πιο κοντά είναι στην εικόνα που έχει σχηματίσει ο αναγνώστης για το συγγραφέα του εν λόγω ήρωα, τόσο πιο διαφορετικός είναι στην πραγματικότητα ο ήρωας από εκείνον. Ο Ιβάν Ιλίτς είναι ο Λέων Τολστόι× η ιστορία του Ιβάν Ιλίτς είναι, με δυο τρεις αλλαγές, η προσωπική ιστορία του Λέοντος Τολστόι. Αυτό φαίνεται καθαρά στο αυτοβιογραφικό δοκίμιο του Τολστόι Μια εξομολόγηση (εκδόσεις Printa), ένα κείμενο στο οποίο ο 51χρονος τότε Τολστόι εξομολογείται τις προσπάθειες που έκανε προκειμένου να επανορθώσει στον εαυτό του για τον έκλυτο νεανικό βίο του και την υπαρξιακή οδύνη που άφησε πίσω του το αυτοκαταστροφικό άρμεγμα κάθε λογής «αμαρτωλών» απολαύσεων. Όπως ο Ιβάν Ιλίτς απαρνείται τον πρότερο βίο του που στιγματίστηκε από το μάταιο κυνήγι στόχων και αγαθών που δεν κατάφεραν να του προσφέρουν την ευχαρίστηση που εκείνος προσδοκούσε, έτσι και ο Τολστόι εγκαταλείπει τις ωφελιμιστικές ορθολογικές πεποιθήσεις του για χάρη μιας οντολογίας που στο κέντρο της τοποθετεί την ηθική στάση ζωής, που με τη σειρά της νοηματοδοτείται από την αδογμάτιστη θρησκευτική πίστη και την ευρυγώνια πνευματική-χριστιανική θεώρηση του κόσμου. Τόσο στην Εξομολόγηση όσο και στο Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς σκοντάφτουμε στα πρώτα σπέρματα της θεωρίας του αναρχοχριστιανισμού που θα ασπαστεί με πάθος ο Τολστόι στα χρόνια που θα ακολουθούσαν.

ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Η ανάγνωση μέσω συσκευών όπως το ipad ή το Kindle δεν συνιστά ακριβώς μίμηση του παραδοσιακού τρόπου ανάγνωσης του τυπωμένου βιβλίου. Αυτή η τόσο διασκεδαστική όσο και ειρωνικά αυτοαναφορική αλλαγή σελίδων στο ipad, με την προσομοίωση του χαδιού που δίνει κανείς σε μια σελίδα χρησιμοποιώντας κυρίως τον δείκτη, και δευτερευόντως και τον μέσο, ενίοτε και τον παράμεσο, για να μεταβεί στην επόμενη σελίδα, έγινε εφικτή χάρη στην τεχνολογία της οθόνης αφής.  Προκειμένου όμως το γύρισμα των σελίδων να ανταποκριθεί στην αταβιστική γουτεμβέργια επιθυμία μας για τρισδιάστατο ξεφύλλισμα, το e-book που ανοίγουμε να διαβάσουμε πρέπει προηγουμένως να έχει ψηφιοποιηθεί σε αρχείο epub, το ιδανικό περιβάλλον εργασίας για να προβληθεί το κείμενο στο ipad με όλες τις τρισδιάστατες χάρες του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς έσυρα τον δείκτη μου πάνω στην αχνά θαμπωμένη από τις δαχτυλιές μου οθόνη, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι μετακινώντας αργά την ηλεκτρονική σελίδα του κωδικοποιημένου σε αρχείο epub κειμένου, δεν κατάφερνα κάτι περισσότερο από την απλούστερη προσομοίωση της κίνησης μιας πραγματικής σελίδας ενός χάρτινου βιβλίου. Οι σελίδες στο ηλεκτρονικό βιβλίο δεν αλλάζουν με ένα απρόσμενο φύσημα του αέρα.

Για να επιτευχθεί η περιβόητη τρισδιάστατη απεικόνιση του βιβλίου και το τρισδιάστατο ξεφύλλισμά του, ένα έλασσον τεχνολογικό θαύμα συγκρινόμενο με τα μείζονα θαύματα που πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια στον κινηματογράφο[4], όμως οπωσδήποτε θαύμα, κάθε σελίδα στο e-book έχει υποστεί επεξεργασία πολύ πριν το οριστικό στήσιμο του βιβλίου. Για κάθε σελίδα ενός ηλεκτρονικού βιβλίου προ-υπολογίζονται οι υφές πολλών αναλύσεων της σαρωμένης εικόνας της και αποθηκεύονται στο σκληρό δίσκο της συσκευής. Οι υφές των σελίδων δεν αποθηκεύονται όλες στην κύρια μνήμη — κάθε φορά που ανοίγουμε να διαβάσουμε ένα ηλεκτρονικό βιβλίο οι σελίδες που είναι ορατές σε εμάς είναι περιορισμένες. Όταν γυρίζουμε μια σελίδα, συνειδητά, κατά λάθος, με σκαμπρόζικη ή ουδέτερη αυτοαναφορική διάθεση, για κάθε σελίδα που έρχεται στο προσκήνιο επιλέγεται δυναμικά η υφή με την κατάλληλη ανάλυση ώστε να φορτωθεί στην κύρια μνήμη. Καθώς ξεκινάμε να σέρνουμε τη σελίδα πίσω από την οποία έχει αρχίσει ήδη να αποκαλύπτεται μέρος της επόμενης, οι υφές έχουν χαμηλή ανάλυση ώστε να μειώνεται το χρονικό διάστημα για την εμφάνιση του πρώτου καρέ, δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση της ταχείας ανταπόκρισης από τον χρήστη. Στο τέλος του γυρίσματος της σελίδας εφαρμόζονται υφές υψηλής ανάλυσης ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι σελίδες στο βιβλίο θα εμφανίζονται σε υψηλό επίπεδο λεπτομέρειας, διατηρώντας την ποιότητα ανάγνωσης του κειμένου στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. [5]

Το ανεπαίσθητο πέρασμα από τη βραχυπρόθεσμη στην μακροπρόθεσμη μνήμη και αντίστροφα. Οι συσκευές ηλεκτρονικής ανάγνωσης κρύβουν στις πλακέτες τους έναν παράλληλο ψηφιακό κόσμο όπου το παρελθόν που μόλις έγινε παρόν και το παρόν που γλιστράει στο μέλλον έχουν συγχωνευτεί σε έναν παραμόνιμο ηλεκτρονικό ενεστώτα.

Το (υπέρ)κείμενο που έχει εξαφανίσει το (απλώς) κείμενο. 

ΑΘΑΝΑΣΙΑ

Ο προσφάτως εκλιπών Ρέι Μπράντμπερι είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του ότι το κείμενο που διαβάζουμε σε έναν υπολογιστή δεν έχει μυρωδιά. Αντίθετα με το τυπωμένο βιβλίο που έχει δυο μυρωδιές: «Το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο μυρίζει υπέροχα. Το παλιό βιβλίο μυρίζει ακόμη καλύτερα. Μυρίζει Αρχαία Αίγυπτο». Μπορείς να το κρατήσεις στα χέρια σου, συνέχισε ο Μπράντμπερι, και να προσευχηθείς σε αυτό, να το βάλεις στην τσέπη σου και να πας έναν περίπατο. Το τυπωμένο βιβλίο μπορεί να μείνει για πάντα μαζί σου, ο υπολογιστής όχι.

Ένας σκληροπυρηνικός βιβλιόφιλος θα ισχυριστεί ότι τον ηδονίζει η μυρωδιά που έχει το φίνο χαρτί στις αγγλοσαξονικές hardback εκδόσεις. Κάποιος άλλος, λιγότερο φετιχιστής, θα πει ότι η οσμή που αναδίδει το οικολογικό χαρτί που χρησιμοποιείται εσχάτως σε πολλές εγχώριες εκδόσεις δεν τον ενοχλεί ιδιαίτερα. Ένας εργένης, απολογούμενος σε έναν φίλο του για την απροθυμία του να δανειστεί βιβλία από εκείνον, θα δικαιολογηθεί ότι, λόγω έλλειψης χρόνου, συνήθως διαβάζει ενώ τρώει απρόσεκτα στο τραπέζι της κουζίνας, με αποτέλεσμα πολλές σελίδες από διάφορα βιβλία του να είναι λεκιασμένες από λάδια και ζουμιά. Μια μέση αναγνώστρια θα δηλώσει σε μια δημοσιογράφο που ετοιμάζει ένα θέμα για την εξάπλωση του ηλεκτρονικού βιβλίου στην εποχή μας, ότι το design μιας συσκευής ηλεκτρονικής ανάγνωσης τη θέλγει περισσότερο ακόμη κι από το πλέον καλαίσθητο εξώφυλλο των εκδόσεων Gallimard. Όλα αυτά δεν συνιστούν κάτι περισσότερο από υποκειμενικές προτιμήσεις και προσωπικές συνήθειες και δεν θα μπορούσε να ληφθούν σοβαρά υπόψη σε ένα υποθετικό debate σχετικά με τα θετικά και τα αρνητικά της ηλεκτρονικής ανάγνωσης, το οποίο ούτως ή άλλως θα είχε μικρή σημασία. Καθένας μας διαβάζει με τον δικό του, απόλυτα προσωπικό τρόπο. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι αν η εμπειρία της ηλεκτρονικής ανάγνωσης μάς είναι πιο ευχάριστη από την παραδοσιακή εμπειρία ανάγνωσης του χάρτινου βιβλίου, αλλά με ποιον τρόπο αλλάζει η σχέση μας με το βιβλίο και κατ’ επέκταση με το κείμενο καθαυτό. Όσο διάβαζα το Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς υποψιαζόμουν ότι ένιωθα την ίδια διανοητική απόλαυση που θα αντλούσα και αν διάβαζα το βιβλίο στην έντυπη μορφή του, ωστόσο υπήρχε μια σημαντική διαφορά που έκανε την ανάγνωσή μου να μοιάζει ημιτελής, η ίδια διαφορά που αισθανόμουν και όταν διάβαζα άλλα ηλεκτρονικά βιβλία πλην των enhanced εκδόσεων της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων και του Yellow Submarine: η εμπειρία της ανάγνωσής μου ήταν μεν ιδιωτική αλλά όχι εξατομικευμένη. Ένα μυθιστόρημα που πλέει στον πλατωνικό ωκεανό των κειμένων και των υπερκειμένων και δεν καταλαμβάνει υλική έκταση, που δεν είναι ντυμένο με ένα υπέροχο ή αμφιλεγόμενο εξώφυλλο και το οποίο δεν αναδίδει μια οποιαδήποτε, ευχάριστη ή δυσάρεστη οσμή, είναι καταδικασμένο να λησμονηθεί πιο γρήγορα από ένα έντυπο βιβλίο. Το ζήτημα, επιμένω, δεν είναι αν μας αρέσει η μυρωδιά του χαρτιού σαμουά ή του μπάλκι χαρτιού, αλλά με ποιόν τρόπο μια εμπειρική σχέση που αναπτύσσουμε με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο καθίσταται μοναδική: κάθε τυπωμένο βιβλίο έχει τη δική του μυρωδιά και η αίσθηση της αφής του χαρτιού του εσωτερικού του βιβλίου ή του εξωφύλλου του είναι διαφορετική για κάθε αναγνώστη× η εμπειρική, συναισθηματική σχέση που διατηρούμε με ένα υλικό αντικείμενο που έχει αφήσει πάνω μας τα ίχνη του είναι γνήσια, έντιμη, συχνά αλησμόνητη. Αρκεί μια εικόνα, μια ανάμνηση, η αίσθηση που μας μεταδίδει η αφή ενός κιτρινισμένου, ελαφρά τσαλακωμένου οκτασέλιδου που μια φορά κι έναν καιρό βράχηκε από ένα κύμα που έσκασε πιο κοντά μας από ό,τι περιμέναμε, την ώρα που διαβάζαμε το βιβλίο, και που η αλήθεια είναι ότι δεν μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, για να ανακαλέσουμε την εμπειρία της συγκεκριμένης ανάγνωσης και ταυτόχρονα την ανάμνηση της κατάστασής μας στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.

Μονάχα η μνήμη μπορεί να επιβεβαιώσει τη σχέση μας με ένα απτό αντικείμενο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ανάγνωση ενός ηλεκτρονικού βιβλίου δεν παρουσιάζει μεγάλη διαφορά από την ακρόαση ενός άλμπουμ στον υπολογιστή: η εμπειρία της ανάγνωσης ενός κλασικού μυθιστορήματος όπως Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς στο ipad μοιάζει το ίδιο αναλώσιμη με την ακρόαση ενός δίσκου του Miles Davis κατακερματισμένου σε αρχεία mp3. Ποιος νοιάζεται στα αλήθεια για τις εκδοτικές ιδιαιτερότητες στο χώρο του ηλεκτρονικού βιβλίου; Τι διαφορά έχει άραγε αν το βιβλίο έχει εκδοθεί σε μετάφραση από έναν άσημο Αμερικάνικο εκδοτικό οίκο που δραστηριοποιείται μονάχα στο διαδίκτυο ή από το ηλεκτρονικό κατάστημα του Penguin Press?

Το κείμενο στο τυπωμένο χαρτί είναι αθάνατο.

ΟΙ ΜΗΧΑΝΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΠΑΣΜΟΥ

Η βασική ένσταση που διατύπωσε ο Lev Grossman σε μια από τις πρώτες κριτικές που γράφτηκαν για το ipad και η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Time ήταν ότι: «Το ipad μετατοπίζει την έμφαση από τη δημιουργία περιεχομένου στην απλή απορρόφηση και διαχείρισή του. Σε μετατρέπει ξανά σε βουβό, παθητικό καταναλωτή των αριστουργημάτων άλλων ανθρώπων».[6] Ένα πρόχειρο σκαρίφημα της σύγχρονης ιστορίας της οικιακής ψυχαγωγίας, θα τοποθετούσε στην αρχή της την παθητική παρακολούθηση των τηλεοπτικών προγραμμάτων – παρότι δεν είναι λίγοι εκείνοι οι φαντασιόπληκτοι που, στο μεταξύ, κατάφεραν να επιτύχουν, χωρίς τη συνδρομή της τεχνολογίας μάλιστα, την πολυπόθητη διαδραστικότητα με το εν λόγω μέσο, εκτοξεύοντας παροτρύνσεις, κραυγές και αναθέματα απέναντι σε εκείνα τα τηλεοπτικά πρόσωπα που τολμούν να εκφέρουν απόψεις αντίθετες προς τις δικές τους, απαντώντας μάλιστα και στον υποθετικό τους αντίλογο, πλειοδοτώντας σε κατάρες – ακολούθως θα σημείωνε ως επόμενο σταθμό τη δημιουργική, συμμετοχική διαδραστικότητα που ευνοεί η χρήση του υπολογιστή και η εξάπλωση του ίντερνετ – σχόλια σε forum, chat, online παιχνίδια, online συγγραφή μυθιστορημάτων, μια άνευ προηγούμενου απεριόριστη γκάμα ευκαιριών προσωπικής κατ’ οίκον διασκέδασης – κι ενδεχομένως θα μπορούσε κανείς να αναφέρει ως μετεξέλιξη αυτού του είδους ψυχαγωγίας και παράλληλα ως επιστροφή στην αφετηρία, ή ίσως όχι ακριβώς επιστροφή, αλλά ταλάντωση ανάμεσα στην αφετηρία και στον πρώτο σταθμό, την ηλεκτρονική ανάγνωση – για εκείνους τους λίγους βεβαίως που εξακολουθούν να θεωρούν απόλαυση την ανάγνωση. Όντως, ο χρήστης του ipad καταναλώνει παθητικά τα έργα τέχνης, με τον τρόπο που ο θεατής καταναλώνει την Οδύσσεια του Διαστήματος στην τηλεόραση ή τη θεατρική τηλεταινία του Ο Θάνατος του εμποράκου σε ένα dvd player, με τη διαφορά όμως πως ο χρήστης που διαβάζει στο ipad το Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς ή την Άννα Καρένινα ή το Μόμπυ Ντικ, μπορεί να κάνει ένα διάλειμμα, συνήθως μεγαλύτερο από όσο έχει υπολογίσει, χωρίς να διασπάσει τη συνέχεια της ηλεκτρονικής ψυχαγωγίας του — διακόπτει ωστόσο τη συνέχεια της ανάγνωσής του, γεγονός που τον φέρνει πιο κοντά στον συχνά-πυκνά αποπροσανατολισμένο χρήστη του ίντερνετ που διασκεδάζει καθισμένος μπροστά στον υπολογιστή του — προκειμένου να πλοηγηθεί στο ίντερνετ, να απαντήσει στα μέηλ του, να σκαλώσει σε κάποια από τις παραμέτρους μιας εφαρμογής που μέχρι τότε δεν της είχε δώσει σημασία. Η ακριβοθώρητη απομόνωση χωρίς περισπασμούς μπορεί να επιτευχθεί μονάχα με τη χρήση συσκευών ηλεκτρονικής ανάγνωσης όπως το Kindle (όχι όμως στις εξελιγμένες εκδοχές του όπως το Kindle Fire), όπου η πρόσβαση στο ίντερνετ είναι περιορισμένη και δεν υπάρχει η δυνατότητα κατεβάσματος ή εγκατάστασης εφαρμογών που να αποσπούν την προσοχή του αναγνώστη δελεάζοντάς τον με την χαλαρωτική προσμονή ενός ευχάριστου δεκάλεπτου διαλείμματος κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ενός βιβλίου που απαιτεί τη μέγιστη δυνατή συγκέντρωσή του. Αυτές ακριβώς οι συνθήκες απομόνωσης από τους περισπασμούς και τους πειρασμούς που προσφέρει η ανεξέλεγκτη ελεύθερη αγορά της ηλεκτρονικής διασκέδασης που έγινε εφικτή χάρη στη διείσδυση της τεχνολογίας ακόμη και στις περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας τις οποίες ο άνθρωπος είχε αφήσει ανεκμετάλλευτες, καλύπτοντας το κενό της υπαρξιακής ανίας με την οντολογική ψευδαίσθηση της μεγιστοποίησης της ηδονής με κάθε τρόπο και ανά πάσα στιγμή, αυτή ακριβώς η σταθερή προσήλωση στο κείμενο που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μια συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης με περιορισμένες δυνατότητες ψυχαγωγίας (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάτι αντίστοιχο δεν μπορεί να επιτευχθεί και στο ipad για τον αναγνώστη εκείνον που διαθέτει στοιχειώδη αυτοπειθαρχία) είναι ό,τι κοντινότερο στην παραδοσιακή εμπειρία ανάγνωσης του τυπωμένου βιβλίου.

ΤΟ IPAD ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Η γενιά που γεννήθηκε γύρω στο 1990 πληροφορήθηκε τα περισσότερα κρίσιμα γεγονότα στη μέχρι τώρα σύντομη ζωή της μέσα από μια οθόνη υπολογιστή. Από τους θανάτους των μουσικών που σημάδεψαν την ποπ κουλτούρα της έως τις ειδήσεις για εμφύλιους σπαραγμούς σε χώρες της Αφρικής που δεν είχαν ξανακούσει, τα παιδιά της γενιάς που ενηλικιώθηκαν στην ψηφιακή εποχή έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν την οθόνη ως τον κατεξοχήν αγγελιοφόρο των σημαντικών και ασήμαντων ειδήσεων της ζωής τους. Έχουν μάθει να σέβονται την οθόνη του υπολογιστή περισσότερο από το τυπωμένο χαρτί της εφημερίδας, την οθόνη της τηλεόρασης ή τα ηχεία του ραδιοφώνου. Η οθόνη του υπολογιστή, έχοντας σμικρυνθεί, ραφιναριστεί και υποστεί επεξεργασία για να γίνει πιο φιλική στα μάτια και στο μυαλό, προσαρμοσμένη στις συσκευές ηλεκτρονικής ανάγνωσης, είναι ίσως το μοναδικό μέσο που έχει απομείνει για να αναχαιτιστεί η γενοκτονία των υποψήφιων αναγνωστών σοβαρής λογοτεχνίας που συμβαίνει με αμείωτους ρυθμούς στη χώρα μας τις δυο τελευταίες δεκαετίες. Στην Αμερική οι συσκευές ηλεκτρονικής ανάγνωσης φαίνεται να σώζουν προσωρινά την παρτίδα της βιβλιοφιλίας× ενδεχομένως κάποια στιγμή το ίδιο να συμβεί κι εδώ. Αν η ηλεκτρονική οθόνη είναι ο καθρέφτης μπροστά στον οποίο ο εικοσάχρονος του σήμερα έχει μάθει να αυτοεπιβεβαιώνεται, ας είναι η ίδια που θα μετατρέψει τον εικοσάχρονο σε αναγνώστη ο οποίος, κοιτάζοντάς την, θα γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του. Ακόμη κι αν ο νεαρός αναγνώστης δυσκολευτεί να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους ο Τζόναθαν Φράνζεν δεν είναι ο Τολστόι του εικοστού πρώτου αιώνα[7], εφόσον κάποιοι από εσάς έχετε στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό αντίτυπο του Οι Διορθώσεις του πρώτου ή του Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, μη διστάσετε να τις ταχυδρομήσετε ηλεκτρονικά στον γνωστό σας πιτσιρικά που αυτή τη στιγμή κρατάει στα χέρια του ένα ipad, παίζοντας το αγαπημένο του παιχνίδι. Μην εκπλαγείτε αν τον δείτε μια μέρα να τα διαβάζει.

Και σκεφτείτε πόση χαρά θα νιώσετε αν σας πει ότι του άρεσαν κιόλας.


[1] Η περίφημη έκφραση (στο πρωτότυπο: agenbite of inwit) που χρησιμοποιεί ο Τζόις στον Οδυσσέα για να αποδώσει το δυσβάσταχτο άλγος που ανοίγει διαρκώς νέες χαίνουσες πληγές στον ευαίσθητο ψυχισμό του Στήβεν Ντένταλους, τον πληγωμένο από τον πρόσφατο θάνατο της μητέρας του, τις οικονομικές δυσκολίες που ταλανίζουν τον ίδιο και την οικογένειά του, αλλά και τα κακεντρεχή πειράγματα του άσπονδου φίλου του Μπακ Μάλλιγκαν.

[2] Σωλ Μπέλοου, Άδραξε τη μέρα, μτφρ. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Καστανιώτης, 2004, σ. 15

[3] Φιλίπ Αριές, Δοκίμια για το θάνατο στη Δύση, μτφρ. Καρίνα Λάμψα, Εκδόσεις Γλάρος, 1988, σ. 12

[4] Ο φόβος για τον θεατή του αύριο θα είναι ο ολοκληρωτικός σχετικισμός των όρων παρακολούθησης ενός θεάματος και θα είναι αυτή η φαντασμαγορική απροσδιοριστία το μέτρο επιτυχίας μιας ταινίας και όχι τα θεμελιώδη κινηματογραφικά στοιχεία της όπως το σενάριο, ειδικά από τη στιγμή που οι ταλαντούχοι σεναριογράφοι της εποχής έχουν εδώ και χρόνια στραφεί στα sitcom και τις λογοτεχνίζουσες σειρές επικών διαστάσεων όπως το Game Of Thrones, το Mad Men ή το The Wire, απειλώντας όχι μόνο τη λογοτεχνία αλλά κυρίως τον κινηματογράφο, τιμωρώντας τον για την έλλειψη ανοχής των κινηματογραφικών εταιρειών απέναντι σε κάθε καλογραμμένο σενάριο λογοτεχνικών αξιώσεων.

[5] Καττιμέρη Χριστίνα (2009), Παρουσίαση ηλεκτρονικού βιβλίου σε τρισδιάστατο περιβάλλον. Πτυχιακή εργασία.

[6] Walter Isaacson, Steve Jobs, Η επίσημη βιογραφία, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, Σοφία Παχή, Χρήστος Καψάλης, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2011, σ. 457

[7] Όπως έσπευσαν να ανακοινώσουν, μάλλον επιπόλαια, οι New York Times όταν εκδόθηκε η Ελευθερία.

* Ο Λευτέρης Καλοσπύρος είναι Ιστορικός της Επιστήμης και βιβλιοκριτικός.

 

Advertisements

5 thoughts on “Διαβάζοντας Τολστόι στο ipad

  1. Παράθεμα: Διάβασε ένα ebook | dimart

  2. Παράθεμα: Πες το μ’ ένα βιβλίο | dimart

  3. Παράθεμα: Μονόδρομος πλέον το ψηφιακό βιβλίο | dimart

  4. Παράθεμα: Οι βιβλιοθήκες στον ψηφιακό κόσμο | dimart

  5. Παράθεμα: Το βιβλίο αντεπιτίθεται | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s