Ο ακαδημαϊκός χώρος μπορεί και αντίκειται στον λαϊκισμό

Πώς βιώνουν τη δημόσια εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό
και τα νέα στερεότυπα της κρίσης

—Της Όλγας Σελλά—

Ζουν τον περισσότερο χρόνο τους εκτός Ελλάδας. Αντικείμενο της δουλειάς τους όμως είναι η σύγχρονη Ελλάδα, ο πολιτισμός της, οι αναζητήσεις της, μέσω της μελέτης και της προβολής της νεοελληνικής λογοτεχνίας και της συνομιλίας με λογοτεχνίες και πολιτισμούς άλλων χωρών. Η Μαριλίζα Μητσού εδώ και 14 χρόνια πηγαινοερχόταν στο Μόναχο της Γερμανίας, ενώ για το επόμενο διάστημα θα βρίσκεται στην έδρα Νεοελληνικών Σπουδών της Ecole des Hautes Etudes στο Παρίσι. Ο Μίλτος Πεχλιβάνος ζει στο Βερολίνο και έχει την ευθύνη της έδρας Νεοελληνικών Σπουδών του Ελεύθερου Πανεπιστημίου. Λίγο πριν από την αναχώρησή τους για τις ευρωπαϊκές πόλεις που κατοικούν, συναντηθήκαμε. Τα ερωτήματα πολλά.

Οι δύο καθηγητές αποτελούν μέρος της δημόσιας εικόνας της Ελλάδας στο εξωτερικό, σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη. Πώς μπορούν να αξιοποιήσουν αυτή τη δυνατότητα; Πόσο αξιοποιεί η Ελλάδα την παρουσία Ελλήνων πανεπιστημιακών που διδάσκουν τη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα και σκέψη; Τι προβλήματα αντιμετωπίζουν; Τι μας χρειάζονται οι νεοελληνικές σπουδές σήμερα; Πώς «συναντήθηκαν» με την κρίση;

Μ.Π.: Καλό θα ήταν να προβούμε σε μια διάκριση ανάμεσα σε εστίες ελληνομάθειας στο εξωτερικό και σε πανεπιστημιακές έδρες μελέτης του νέου ελληνισμού. Οι πρώτες, που δεν έχουν απαραίτητα οργανική θέση στους θεσμούς όπου εντάσσονται, προωθούν πρωτίστως τη γλωσσομάθεια. Οι δεύτερες είναι οργανικά ενταγμένες, προσφέρουν προπτυχιακές ή και μεταπτυχιακές σπουδές, και καλλιεργούν την έρευνα. Οι νεοελληνικές έδρες του εξωτερικού μπορούν έτσι να συμβάλουν σε έναν διάλογο, εντός και εκτός, σε ποικίλα επίπεδα: στη διδασκαλία, στην έρευνα και σε ό,τι θα λέγαμε παρέμβαση στη δημόσια σφαίρα.

Μ.Μ.: Να πιάσουμε το νήμα από τη διδασκαλία. Οι νεοελληνικές σπουδές είναι ένας πόλος έλξης ανθρώπων που έχουν κάποιο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και η διαφορά των σημερινών εδρών από εκείνες του παρελθόντος είναι ότι αποτελούν ευρύτερο πεδίο επιστημονικού προβληματισμού. Ας κάνουμε και τη διάκριση προπτυχιακών και μεταπτυχιακών προγραμμάτων. Τα πρώτα απευθύνονται κυρίως σε ξένους φοιτητές και είναι προσανατολισμένα στην εκμάθηση της γλώσσας και τη γνώση του πολιτισμού της χώρας την οποία μελετούν. Οι φοιτητές αποκτούν δεξιότητες χρήσιμες στην επαγγελματική τους ζωή. Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία να μάθουν καλά ελληνικά. Κι εκεί χρειαζόμαστε τη συνδρομή της Ελλάδας, για ν’ αυξήσουμε τις δυνατότητές μας στη γλωσσική εκπαίδευση των φοιτητών. Οι μεταπτυχιακοί μας πάλι κατευθύνονται προς την έρευνα. Μεταπτυχιακοί φοιτητές μπορούν, βέβαια, να είναι και Ελληνες, πρώτον γιατί αποκτούν εμπειρία και σε άλλους, συγγενείς κλάδους, και δεύτερον, γιατί τούς ανοίγονται εκ των πραγμάτων περισσότερες επαγγελματικές προοπτικές.

Εκτός από το Βερολίνο και το Μόναχο, η τρίτη έδρα νεοελληνικών σπουδών στη Γερμανία είναι στο Αμβούργο, όπου διδάσκει ο Ούλριχ Μένιχ. Οι δύο συνομιλητές μού εξηγούν ότι συνεργάζονται άριστα οι τρεις έδρες και μάλιστα, στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας των μεταπτυχιακών προγραμμάτων τους, έχουν διαμορφώσει κοινά μαθήματα εξ αποστάσεως καθώς και ένα θερινό σχολείο στην Πάρο. Κάποιοι μεταπτυχιακοί των τριών εδρών βρίσκονται στην Πάρο αυτές τις μέρες μαζί με τον Ούλριχ Μένιχ.

Μ.Π.: Να τονίσω ιδιαίτερα τα πλεονεκτήματα της δικτύωσης. Και ας πάμε σε κάτι που λείπει, σε έναν συστηματικότερο συντονισμό από πλευράς ελληνικής πολιτείας. Ενα μοντέλο δικτύωσης θα μπορούσε να συμβάλει στην καλύτερη λειτουργία των πανεπιστημιακών εδρών του εξωτερικού. Με κοινή λ.χ. παραγωγή διδακτικού υλικού, με έναν κόμβο που θα εξυπηρετεί από την Αυστραλία μέχρι την Αμερική.

– Δεν υπάρχει τέτοιος κόμβος;

Μ.Π.: Υπάρχουν όλα κατακερματισμένα στις συναρμοδιότητες τουλάχιστον τριών υπουργείων και διάφορων ακόμη φορέων! Ακόμη δεν διαθέτουμε καν μια συνολική, πειστική χαρτογράφηση των εστιών ελληνομάθειας και των πανεπιστημιακών εδρών εξωτερικού. Αυτό που λείπει παρά την κρίση είναι ο αναγκαίος εξορθολογισμός έπειτα από μια σοβαρή αξιολόγηση.

Μ. Μ.: Δεν υπάρχει διάκριση προγράμματος σπουδών. Καταγράφουν στο ίδιο επίπεδο το μάθημα Ελληνικών που γίνεται σ’ ένα πανεπιστήμιο Χ με τα πλήρη προγράμματα νεοελληνικών σπουδών, όπως τα δικά μας. Που σημαίνει ότι την εποχή που υπήρχαν χρήματα στην Ελλάδα, έστελναν αποσπασμένους παντού, και σήμερα δεν στέλνουν σε κανένα.

Μ.Π.: Πέρα από τις πανεπιστημιακές έδρες και τους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς υπάρχει και το ομόλογο ζήτημα των σχολείων της ομογένειας. Είναι σχολεία που προέκυψαν μέσα από την ιστορία της μετανάστευσης, αλλά και από πολιτικές διαπολιτισμικής εκπαίδευσης εξαιρετικά κοστοβόρες, αρκεί να υπολογίσουμε τον μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικών που με διπλές αποδοχές στέλνονταν να κάνουν αυτή τη δουλειά. Σε εποχές οικονομικής ανέχειας, μια νέα αποστολή των νεοελληνικών εδρών θα έπρεπε να είναι η διαμόρφωση εκπαιδευτικών ενταγμένων λ.χ. στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα, που θα στελεχώσουν τα αυριανά δίγλωσσα ευρωπαϊκά διαπολιτισμικά σχολεία.

Μ. Μ.: Πλέον θεωρείται πολυτέλεια να αποσπώνται καθηγητές γλώσσας στα πανεπιστήμια. Επί δέκα χρόνια όμως, η εκπαιδευτική πολιτική μας στηρίζεται σ’ αυτό και έχει αποδώσει. Σήμερα στις τρεις έδρες της Γερμανίας υπάρχει μόνο μια τέτοια θέση, από τις πέντε που υπήρχαν. Αλλά είναι πολύ σημαντικό να στείλουν στο Βερολίνο ή στο Μόναχο έναν καθηγητή, που θα ενταχθεί στο πρόγραμμα εκπαίδευσης δασκάλων ελληνικής στη Γερμανία.

Αν ρωτήσεις στην Ελλάδα ποιος είναι ο δανειστής θα σου πουν «ο Γερμανός»

Εχοντας συνεργαστεί εντός και εκτός Γερμανίας για χρόνια, οι δύο συνομιλητές μας σχεδόν δεν χρειάζονται ερωτήσεις. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον και οι δύο μαζί φιλοτεχνούν το πορτρέτο του ιδιαίτερου ρόλου που έχουν κληθεί να παίξουν στην περίοδο της κρίσης. H συζήτηση στρέφεται στον ρόλο που παίζουν οι έδρες Νεοελληνικών Σπουδών στον τομέα της «επιστημονικής διπλωματίας».

Μ.Π.: Είναι ένα τρίτο κεφάλαιο, μετά τη διδασκαλία και την έρευνα, που έχει να κάνει με τη δημόσια σφαίρα. Και προφανώς για όλους μας, αλλά ιδιαίτερα στη Γερμανία, τα τελευταία χρόνια υπήρξαν δύσκολα λόγω της επαναφοράς κάποιων παλιών ή της δημιουργίας νέων στερεοτύπων.

Μ.Μ.: Ειδικά στις ελληνογερμανικές σχέσεις. Από τη στιγμή που ξεκίνησε η κρίση, κι επειδή οι Γερμανοί εκπροσωπούν τους δανειστές, και στη Γερμανία και στην Ελλάδα. Αν ρωτήσεις στην Ελλάδα ποιος είναι ο δανειστής που σε πιέζει, θα απαντήσει «ο Γερμανός», «η Μέρκελ», δεν θα πει ο Ολλανδός ή ο Δανός…

Μ.Π.: Η προσπάθεια γίνεται, και εδώ και εκεί, να αποφεύγουμε τον ενικό αριθμό: ο Γερμανός ή ο Ελληνας. Να καλλιεργούμε το αισθητήριο για την αναγνώριση των διαφοροποιήσεων, το πόσο διαφορετικές είναι εν τέλει οι στάσεις εντός του υποτιθέμενου ενικού αριθμού. Ευτυχώς ο ακαδημαϊκός χώρος έχει την πολυτέλεια να αντίκειται στον λαϊκισμό. Η δυσκολία των χρόνων αυτών έχει να κάνει με το ότι πρέπει, σε διάφορα επίπεδα, να αντιμετωπίζουμε τη λαϊκιστική εξαπλούστευση.

– Εχετε κάποιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να μου πείτε;

Μ.Μ.: Οταν πριν από δύο χρόνια εκδίδαμε μαζί με τη Χρυσούλα Καμπά τον τόμο «Κατανοώντας την Ελλάδα», που ήταν τα πρακτικά ενός συνεδρίου κάθε άλλο παρά οικονομικού περιεχομένου, ο εκδότης κυκλοφόρησε το βιβλίο τέσσερις μήνες νωρίτερα, όταν ήδη είχε ξεκινήσει η κρίση, γιατί πίστευε ότι θα πουλήσει. Κι όντως το βιβλίο πούλησε. Μας τηλεφωνούσαν δημοσιογράφοι και μας ρωτούσαν για την κρίση. Τον περασμένο Ιούλιο οργανώσαμε στο Μόναχο συνέδριο για τη μνήμη της Κατοχής. Από τα βασικά θέματα που συζητήθηκαν ήταν η αντοχή των στερεοτύπων στον χρόνο.

Μ.Π.: Είμαστε λίγο πολύ αναγκασμένοι να αναλάβουμε και αυτόν τον ρόλο, της διαμεσολάβησης. Στο Βερολίνο επιχειρήσαμε να συνεργαστούμε σε αυτό με τα ινστιτούτα των γερμανικών κομμάτων, να θέσουμε στην ατζέντα της ακαδημαϊκής συζήτησης και προβλήματα επίκαιρα. Τον περασμένο Γενάρη, σε συνεργασία με τους Πράσινους, οργανώσαμε π.χ. ένα συνέδριο με θέμα «Η Ελλάδα σε κρίση». Ετσι, όταν έχεις σ’ ένα τραπέζι τον Κον Μπεντίτ και τον Κώστα Σημίτη, τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, τον Γιάννη Βούλγαρη και τις διαφορετικές οικονομικές προσεγγίσεις του Γ. Σταθάκη και του Ν. Χαριτάκη, έχεις τη δυνατότητα να δεις πόσο διαφορετικές είναι οι προσεγγίσεις, και να το συνειδητοποιήσει αυτό και το πολυάριθμο κοινό μιας γερμανικής ελίτ που ήταν παρούσα. Μέσω της αντιπαράθεσης των επιχειρημάτων ο λαϊκισμός είναι αναπόφευκτο να υποχωρεί μπροστά στην πολυπλοκότητα των φαινομένων.

– Η απόσταση βοηθάει ή δυσκολεύει στην κατανόηση όσων συμβαίνουν στην Ελλάδα;

Μ.Π.: Με ενδιαφέρει το να προσπαθείς να βλέπεις το οικείο με τα μάτια της ετερότητας, από απόσταση. Η απόσταση βοηθάει την κριτική, συγχρόνως η αποσυναισθηματοποίηση μπορεί να σε κάνει λιγότερο επιρρεπή σε αγωνίες και άγχη που εσύ από μια ασφάλεια δεν τα έχεις. Από τη δική μας τη μεριά πρέπει να μπορούμε να ισορροπήσουμε ανάμεσα στα δύο.

Μ.Μ.: Η αποσυναισθηματοποίηση που προκύπτει με την απόσταση εξισορροπείται από μια συναισθηματική εγγύτητα προς την Ελλάδα που υποφέρει. Οταν είσαι στη Γερμανία και ακούς να κατηγορούν όλους τους Ελληνες σαν απατεώνες ή τεμπέληδες, το συναίσθημα φουντώνει διαφορετικά. Αναπληρώνει το κενό της απόστασης, και η σχέση ξαναγίνεται συναισθηματική. Ετσι, πολλές φορές το συναίσθημα λειτουργεί πιο πιεστικά, όταν είσαι στο εξωτερικό, γιατί πρέπει να υπερασπιστείς αυτό που εκπροσωπείς. Εκεί, το συναίσθημα καμιά φορά σε κάνει και λιγότερο κριτικό.

Μ.Π.: Προσπάθησα να το αντιμετωπίσω φέρνοντας στο Βερολίνο προσκεκλημένους να μεταφέρουν από πρώτο χέρι τη βιωμένη αίσθηση, και ίσως να συνδράμουν σε αυτή τη διαλεκτική απόστασης και εγγύτητας. Φέραμε λογοτέχνες, προβάλαμε ντοκιμαντέρ, οργανώσαμε συζητήσεις. Η ματιά της τέχνης διορθώνει τα στερεότυπα, προσφέρει πολλαπλές εισόδους προβληματισμού στους δύσκολους καιρούς. Αυτού του τύπου οι μορφωτικές και πολιτιστικές πρωτοβουλίες είναι μέρος της δουλειάς μας.

– Πώς αντιδρούσε το γερμανικό κοινό έπειτα από τέτοιες εκδηλώσεις;

Μ.Μ. Δεν είναι ένα μέσο κοινό, έχει τη διάθεση να ακούσει και να καταλάβει. Νομίζω ότι αυτές οι κινήσεις έχουν βοηθήσει. Υπάρχει μια δίψα των Γερμανών να μάθουν και νιώθουν ένα κενό στην πληροφόρηση. Και είναι σχεδόν ευγνώμονες από τέτοιες εκδηλώσεις.

Μίλτος Πεχλιβάνος – Καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών
Oι σταθμοί του

1965
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη.

1995
Συστήνει στα ελληνικά το έργο του Hans Robert Jauss (H θεωρία της πρόσληψης. Tρία μελετήματα).

1999
Υποστηρίζει τη διδακτορική του διατριβή με θέμα τους Νικόλαο Μαυροκορδάτο, Ιώσηπο Μοισιόδακα και Αδαμάντιο Κοραή.

2005
Συνεπιμελείται το αφιέρωμα «Ο λόγος της παρουσίας. Τιμητικός τόμος για τον Παν. Mουλλά».

2007
Αναλαμβάνει την Εδρα Νεοελληνικών Σπουδών στο Freie Universitat Berlin.

2008
Εκδίδει τη μονογραφία «Από τη Λέσχη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Η στίξη της ανάγνωσης».

Μαριλίζα Μητσού – Καθηγήτρια Νεοελληνικών Σπουδών
Oι σταθμοί της

1953
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Παιδικά χρόνια στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

1970
Σπουδές φιλολογίας και φιλοσοφίας στην Αθήνα και το Παρίσι.

1977
Επιστημονική συνεργάτις του MIET και του Γ. Π. Σαββίδη. Συνεκδότρια των περιοδικών «Μολυβδοκονδυλοπελεκητής» και «Κονδυλοφόρος».

1997
Διδάκτωρ του ΑΠΘ με εργασία για τον Σ. Α. Κουμανούδη. Καθηγήτρια Νεοελληνικών Σπουδών στο Ινστιτούτο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μονάχου (LMU).

2011
Εκλέγεται διευθύντρια σπουδών στην ‚cole des Hautes ‚tudes en Sciences Sociales, στο Παρίσι.

Πηγή: Καθημερινή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.