Το ερμαφρόδιτο γονίδιο της τέχνης

—της Εύης Τσακνιά—

Έργο των Guerrilla Girls — ακτιβίστριες καλλιτέχνιδες των mid. 80s, που επηρεάστηκαν από τη Nochlin
Του James Thurber

«Από τα εκατοντάδες επαγγέλματα  που ασκήθηκαν σε αναρίθμητες κοινωνίες πριν από την εφεύρεση της γραφής, η μεταλλουργία είναι η μοναδική τέχνη που αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών.
Προϋποθέτει δύναμη και καλό χειρισμό του χώρου, δεξιότητες που αποτελούν, σύμφωνα με κάποια άποψη, δυο κατ’εξοχήν ανδρικά χαρακτηριστικά.
Στους χιμπατζήδες, αντίθετα, τα θηλυκά είναι αυτά που χρησιμοποιούν περισσότερο τα εργαλεία, άρα οι μηχανικές δεξιότητες δεν είναι πάντοτε κωδικοποιημένες στο χρωμόσωμα Υ».

Οι ενδιαφέρουσες πληροφορίες, προέρχονται από το σχετικά πρόσφατο βιβλίο του βρεττανού καθηγητή γενετικής, Στηβ Τζόουνς*, Η καταγωγή του άνδρα.

Το γεγονός ότι πρόκειται για άνδρα συγγραφέα, κάνει όλες αυτές τις καινούργιες πληροφορίες για την πολυπλοκότητα των φύλων, που ανατρέπουν τις μέχρι τώρα πεποιθήσεις, ακόμα πιο ενδιαφέρουσες. Το γεγονός ότι χαρακτηρίζω την Καταγωγή του άνδρα καλή λογοτεχνία, δεν σημαίνει τίποτα παραπάνω, από το ότι εντοπίζω στο βιβλίο αυτό που έχει εν τέλει σημασία και δηλώνει η ίδια η λέξη: την τέχνη του λόγου. Πρόκειται φυσικά για έναν αυθόρμητο και πιθανώς αυθαίρετο χαρακτηρισμό, για τους ειδικούς της μελέτης της λογοτεχνίας, που με βοηθάει όμως να πλησιάσω το θέμα μας: το φύλο της τέχνης —έχει καταρχάς φύλο η τέχνη;— και τι σημαίνει να είσαι γυναίκα ή άντρας καλλιτέχνης σε συγκεκριμένες εποχές και κοινωνίες;

Το παράδειγμα της μεταλλουργίας, λοιπόν, που αναφέρει ο Τζόουνς, μου φέρνει αμέσως στο νου πολλές περιπτώσεις γυναικών καλλιτεχνών που, μέσα στον 20ό αιώνα, καταπιάστηκαν επιτυχώς με το σκληρό και κατεξοχήν αντρικό αυτό υλικό και αναδείχθηκαν, κυρίως χάρη στα ογκώδη μεταλλικά γλυπτά τους.

Louise Bourgeois

Το επιβλητικό ερμαφρόδιτο γλυπτό, φαλλός και αιδοίο μαζί, της Λουίζ Μπουρζουά, καθώς και τα γλυπτά – εργαλεία της Ναταλίας Μελά, (με δίπλωμα οξυγονοκολλητή παρακαλώ, εκτός από το δίπλωμα γλυπτικής της Σχολής Καλών Τεχνών, το 1948), είναι δυο μόνο παραδείγματα από τα πολλά, που έρχονται να ενισχύσουν τις σύχρονες επιστημονικές θεωρίες περί γεννετικού κομφούζιου και να ξεκολλήσουν τις ετικέτες από τα βαζάκια της τέχνης.

Δεν ξέρω αν θα έβαζα και το χέρι μου στη φωτιά να στοιχηματίσω για το φύλο που κρύβεται πίσω από το έργο κάποιου καλλιτέχνη. Μόνο για την ποίηση, την καλή ποίηση, διατηρώ μια περιέργεια και ένα απόθεμα έξτρα συγκίνησης, μεροληπτώντας  λίγο υπέρ του φύλου μου, για λόγους βαθιά προσωπικούς.

Από την ταινία Φρανκενστάιν Τζούνιορ, Μελ Μπρουκς, 1974

Τώρα πια, αν, ανοίγοντας ένα βαζάκι με την ετικέτα «Ροζ λογοτεχνία», έβρισκα μέσα στρογγυλοκαθισμένο στη θέση του συγγραφέα, έναν αρρενωπότατο μπόντυ μπίλντερ με τις σχετικές ευαισθησίες, δεν θα με εξέπληττε· δεν περίμενα, όμως, πριν από αρκετά χρόνια —το ομολογώ— να ανακαλύψω μέσα στο βαζάκι που έγραφε απέξω Φραγκενστάιν, τη συγγραφέα Μαίρη Σέλλεϋ: μια απελευθερωμένη νέα γυναίκα, μητέρα, προερχόμενη από φιλελεύθερη οικογένεια της αγγλικής αριστοκρατίας του 19ου αιώνα. Η περίπτωση της Σέλλεϋ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς αποτελεί εξαίρεση ως προς τα πάντα. Εκτός από την επιλογή της θεματολογίας της, η ίδια η προσωπικότητα της Σέλλεϋ έρχεται να ανατρέψει κάθε προκατάληψη και παραδοχή.

Θα ήταν εύλογο το συμπέρασμα πως η ενασχόληση με την τέχνη καθώς και η παραγωγή της, είναι άμεσα συνδεδεμένες με την κοινωνική τάξη, κυρίως πριν τον αντισυμβατικό 19ο αιώνα, καθώς η αριστοκρατία κατείχε φυσικά όλα τα ευνοϊκά μέσα: την οικονομική άνεση, το πατρονάρισμα, το sponsoring, που θα λέγαμε σήμερα, και φυσικά το εκ προιμίου έτοιμο κοινό της. Και όμως· τόσο από άντρες καλλιτέχνες από την τάξη της αριστοκρατίας, όσο και από γυναίκες καλλιτέχνιδες γενικότερα, κυρίως όσον αφορά τις εικαστικές τέχνες, οι θυσίες που απαιτούνται για την πλήρη αφοσίωση στην τέχνη, είναι τεράστιες. Προϋποθέτουν την παραίτηση από ρόλους και υποχρεώσεις που και στις δυο περιπτώσεις, όπως φαίνεται, είναι σχεδόν αδύνατη.

Η Linda Nochlin,διδάσκει ιστορία της τέχνης στο Vassar college, 1959

Γι’αυτό και η αριστοκρατική τάξη, ακόμα και στούς δικούς μας «δημοκρατικούς» καιρούς, πολύ λίγο συνέβαλε στην τέχνη και με μάλλον ερασιτεχνικές προσπάθειες. Αυτά καταγράφει η αμερικανίδα ιστορικός τέχνης, Λίντα Νόκλιν,** δίνοντας έτσι μια συγγενή απάντηση και στα δυο ερωτήματα που θέτει: «γιατί δεν υπήρξαν “μεγάλοι” καλλιτέχνες από την τάξη της αριστοκρατίας;» και «γιατί δεν υπήρξαν “μεγάλες” γυναίκες καλλιτέχνιδες;» Η Νόκλιν, μ’αυτό το μάλλον άβολο και σκληρό ερώτημα που έθεσε το 1971, στην ουσία προκάλεσε τις γυναίκες να αναρρωτηθούν σοβαρά πάνω στο σύνθετο αυτό θέμα, να αναζητήσουν έμπρακτα την ισότητα και να μη μένουν στα λόγια και στα φεμινιστικά κλισέ. Από την άλλη, βέβαια, υπογραμμίζοντας πως η τέχνη δεν είναι μια αυτόνομη δραστηριότητα που ξεπήδησε απ’το πουθενά, παρά είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις κοινωνικές δομές που καθόριζαν μέχρι τότε τα ιδρύματα και οι ακαδημίες της τέχνης, έδωσε επίσης μια γερή κλωτσιά σε όλες, τις προερχόμενες από τα ανδροκρατούμενα πολιτιστικά πόστα, αντιλήψεις και κλισέ που κυριαρχούσαν, όπως π.χ,οι μυθολογίες περί του εκάστοτε «Μεγάλου Θεόπνευστου Καλλιτέχνη».

Η Linda Nochlin σε πρόσφατη φωτογραφία της. Misery, School of Visual Arts, New York, 2011

Και, πράγματι, ως το 1971, η ιστορία της τέχνης δεν περιελάμβανε ονόματα “μεγάλων” γυναικών καλλιτεχνών. Έτσι, το ερώτημά της «Γιατί δεν υπήρξαν “μεγάλες” γυναίκες καλλιτέχνιδες» δεν έμεινε μόνο στο προφανές, ότι οι γυναίκες της εποχής δεν είχαν ίσες ευκαιρίες, αλλά πυροδότησε μια άλλη ανάγνωση της ιστορίας της τέχνης, διαμόρφωσε έναν καινούργιο και διαφορετικό λόγο περί σύγχρονης τέχνης γενικότερα, και κατάφερε να μελετηθεί, να καταγραφεί και να συμπεριληφθεί το έργο των γυναικών στην ιστορία της τέχνης.

Τριάντα χρόνια μετά, το 2001, στο συνέδριο «Γυναίκες καλλιτέχνιδες στο Μιλλένιουμ», η Νόκλιν επαναφέρει το ερώτημα, επισημαίνοντας πως οι αλλαγές που έγιναν είναι πολλές. Αν σκεφτούμε πως μέχρι το 1970 στα πανεπιστήμια δεν υπήρχαν, ούτε κατά διάνοια, σπουδές φύλου, ή σπουδές μειονοτήτων, ούτε τίποτα απ’όλα αυτά που υπάρχουν σήμερα, μπορούμε να πούμε πως παρ’ όλες τις υπερβολές τους στη φάση του αναβρασμού, τα κινήματα των 70s για την ισότητα και την ελευθερία άλλαξαν πολλά  στο χάρτη του πολιτισμού.

Εντάξει, αλλά ας μην υπερβάλλουμε κιόλας.

Maternal Man, έργο της Λουίζ Μπουρζουά, 2008

Αν και στον δυτικό κόσμο, η αγορά κυριαρχείται πια από γυναίκες συγγραφείς, οι κριτικές που γράφονται για έργα ανδρών, είναι στατιστικά πολύ περισσότερες απ’ ό,τι για τα έργα των γυναικών. Παρ’ όλο που αργά (αλλά και σταθερά) οι γυναίκες κατακτούν την αγορά της τέχνης, τα στατιστικά στοιχεία της παγκόσμιας αγοράς έργων τέχνης καταγράφουν μια τεράστια διαφορά στις τιμές των έργων μεταξύ των δυο φύλων.

Μέσα στη μοναξιά της κλειστής αυτής λέσχης γονιδίων και τους φόβους για την ενδεχόμενη εκθήλυνσή του, το πεισματάρικο χρωμόσωμα Υ έχει γαντζωθεί από τον ένα και μοναδικό σκοπό που του έχει απομείνει: τον ανδρισμό.

Το Μεγάλο μυθιστόρημα, το Μεγάλο γλυπτό, τη Μεγάλη παράσταση.

Στο μεταξύ, εκείνο το πρώην άλλο του μισό, το προδοτικό χρωμόσωμα Χ, αποκτά συνεχώς νέα γονίδια, είναι κοινωνικό, αεικίνητο, ασχολείται με την τέχνη ενώ παράλληλα φροντίζει τα μικρά του, ανακατεύει διαρκώς την τράπουλα του DNA, αναστατώνει τα πάντα!

Ίσως όλα να ξεκίνησαν εκείνη τη σημαντική νύχτα, όπου ένας από τους πρωτόγονους άνδρες, σηκώθηκε όρθιος κάτω απ’το φεγγάρι και ξεκίνησε για τη σπηλιά του.

Στη διαδρομή είδε ένα αστέρι να πέφτει. Εκείνη η εποχή είναι περίφημη για τις πτώσεις μετεωριτών. Ο συγκεκριμένος μετεωρίτης τρόμαξε τόσο πολύ τον Άνδρα, έτσι όπως έπεσε φλεγόμενος ανάμεσα στα δέντρα και χώθηκε με έναν τρομερό γδούπο στο χώμα, γι’αυτό έριξε τρεχάλα μέχρι τη σπηλιά του, όπου έφτασε λαχανιασμένος και κατάχλομος.

«Τι ’τανε τούτο;» γρύλισε δείχνοντας προς τα πίσω. Η σύντροφός του δεν είχε δει τίποτα, παρά μονάχα τις φτέρες να κυματίζουν στο αγέρι και τη σιλουέτα κάποιου ζώου που γλιστρούσε αθόρυβα στο δάσος.

«Τίποτα δεν ήταν», χαμογέλασε και πέρασε τα δάχτυλά της μέσα απ’τα μαλλιά του.

Εκεί και τότε ο Άνδρας συνέλαβε την ιδέα οτι η Γυναίκα ήταν τόσο στενά δεμένη, τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με τα θαυμαστά και τα τρομερά του κόσμου, που δεν της προξενούσαν κανένα φόβο· ότι είχε μια σιωπηρή συμφωνία με τις δυνάμεις τής φύσεως. Ότι ήταν αναπόσπαστο κομμάτι των άστρων και του φεγγαριού, ήταν ένα με τα δέντρα και τα λουλούδια στο βάλτο.

Ο Άνδρας έπεσε στα γόνατα, ο αξιολύπητος βλάξ, και έπιασε τη Γυναίκα απ’τη μέση».***

Και εκεί του ήρθε η ιδέα να γράψει κάποτε την ιστορία του κόσμου.

Του James Thurber

* Steve Jones, Η καταγωγή του άνδρα. Μετάφραση: Γιώργος Χρηστίδης. Εκδόσεις ΑΒΓΟ, 2009 (σειρά των εκδόσεων Ωκεανίδα).

 ** Linda Nochlin: Αμερικανίδα ιστορικός της τέχνης, (γενν.1931, Νέα Υόρκη) καθηγήτρια πανεπιστημίου και συγγραφέας. Θεωρείται αυθεντία στις φεμινιστικές σπουδές της ιστορίας της τέχνης. Το Why have there been no Great Women Artists? είναι ένα από τα πιο γνωστά της δοκίμια.

***Απόσπασμα από το βιβλίο των Τζέιμς Θέρμπερ & Ε.Μπ.Ουάιτ Είναι αναγκαίο το σεξ; Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου. Εκδόσεις Ποταμός, 2003.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 31 του περιοδικού (δε)κατα, Οκτώβριος 2012.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.