Jordu

Με αφορμή ένα τραγούδι: ο Ντιουκ Τζόρνταν και άλλες ιστορίες…

—του Γιάννη Στεφανάκου #Jazz ιστορίες—

Φαντάζομαι ότι σε κάθε μουσικόφιλο συμβαίνει κάποιες φορές ν’αγαπήσει ένα κομμάτι απ’τα πρώτα, κιόλας, μέτρα του. Μετά από αρκετούς (και συχνά ετερόκλητους) τέτοιους κεραυνοβόλους έρωτες,  τα «πώς» και «γιατί» αυτής της διαδικασίας παραμένουν για μένα ένα άλυτο, πλην όμως άκρως  γοητευτικό, μυστήριο.  Ένας απ’ αυτούς τους έρωτες που κρατάνε χρόνια είναι για μένα και το Jordu.

Πάνε αρκετά  χρόνια από τότε που το άκουσα για πρώτη φορά. Μόλις ανακάλυπτα (ως νεοφώτιστος στη τζαζ) τις κλασικές ηχογραφήσεις του περίφημου κουιντέτου των Κλίφορντ Μπράουν και Μαξ Ρόουτς. Ακόμη θυμάμαι ακόμη το σκίρτημα που ένιωσα μόλις ξεκίνησε το θέμα του τραγουδιού, αντίδραση που συνοδεύτηκε απ’το αυτόματο χτύπημα του ποδιού στο ρυθμό του κομματιού. Αυτό ήταν … κάτι σαν «Εύρηκα»!  Από τότε, το έχω ακούσει πάμπολλες φορές σε αρκετές διαφορετικές εκτελέσεις, το έχω εντάξει σε dj-set, το έχω χρησιμοποιήσει μέχρι και ως ringtone ή ως ήχο αφύπνισης.  Κάθε φορά, όμως, η αντίδρασή μου στις πρώτες νότες της γνώριμης μελωδίας είναι η ίδια, όπως την πρώτη φορά.



Το
Jordu από το κουιντέτο των Κλίφφορντ Μπράουν και Μαξ Ρόουτς (στην τετράλεπτη «κομμένη» εκδοχή, όπως κυκλοφόρησε το 1954)

Το Jordu είναι μια σύνθεση του τζαζ πιανίστα και συνθέτη Ίρβιν Σίντνεϋ Τζόρνταν (1922 – 2008), γνωστότερου ως Ντιουκ Τζόρνταν. Ήταν ο δεύτερος «Δούκας» της τζαζ (μετά τον Έλλινγκτον, φυσικά), την εποχή που στους κύκλους των μουσικών της τζαζ αφθονούσαν οι τίτλοι ευγενείας (Κόμης, Βασιλιάς, Σερ, Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος κλπ.).  Ο Τζόρνταν, με κλασικές σπουδές στο πιάνο, ξεκίνησε σε νεαρή ηλικία στην αρχή της δεκαετίας του ’40 να παίζει σε διάφορες μπάντες του σουίνγκ, μεταξύ των οποίων και αυτή του Κόλμαν Χώκινς. Σύντομα ήρθε σ’επαφή και με το μπίμποπ, τη νέα «επαναστατική» μορφή της τζαζ, που γεννιόταν την εποχή εκείνη στα μικρά κλαμπ του Χάρλεμ και της 52ης οδού. Ο μεγάλος Τσάρλι Πάρκερ (που, μ’όλα του τα κουσούρια, είχε το  ταλέντο να ξεχωρίζει τους καλούς μουσικούς), εντυπωσιάστηκε απ’το παίξιμο του Τζόρνταν και τον έκανε μέλος του κουιντέτου του, το 1946. Ως μέλος αυτού του σχήματος μέχρι το 1948, συμμετείχε στις κλασικές, πλέον, ηχογραφήσεις του Bird για τη Dial, μαζί με τον Μάιλς Ντέιβις και τον Μαξ Ρόουτς (ο Μάιλς, μάλιστα, ήταν αυτός που του κόλλησε το παρατσούκλι Jordu).  Οι εισαγωγές των Embraceable you” και Scrapple from the Apple”, καθώς και  και το σόλο του στο Klaustance”, είναι χαρακτηριστικά δείγματα του πιανιστικού του στυλ, που το χαρακτήριζαν οι λιτές, μελωδικές φράσεις — σε αντίθεση με τη, συνήθως, χειμαρρώδη φρασεολογία του μπίμποπ.

Το 1952 παντρεύτηκε την Sheila Jeanette Dawson, η οποία με το επώνυμό του (που το διατήρησε και μετά το χωρισμό τους, το 1962), ως Σίλα Τζόρνταν πια, έκανε και κάνει ακόμη μια μεγάλη καριέρα στο τζαζ τραγούδι. Μετά από συμμετοχές σε γκρουπ του Σταν Γκετς και του Τζην Άμμονς, ήρθε (με αρκετή καθυστέρηση)  η ώρα για τον πρώτο προσωπικό δίσκο του, που ηχογραφήθηκε το Γενάρη του 1954 στη Νέα Υόρκη, σε ένα τρίο μαζί με το μπασίστα Gene Ramey και το ντράμερ Lee Abrahams. Η κυκλοφορία του, μάλιστα, δεν έγινε σε κάποια αμερικανική εταιρεία, αλλά στη γαλλική εταιρεία Vogue, σε παραγωγή του Γάλλου πιανίστα Henri Renaud. Στο δεκάιντσο με τον λιτό τίτλο “Duke Jordan Trio”, εκτός από μια σειρά  από καλοπαιγμένα στάνταρντς του μπίμποπ, παρουσιάζονται για πρώτη φορά και τρεις συνθέσεις του ίδιου του Τζόρνταν. Η μια απ’αυτές, ένα τυπικό 32μετρο κομμάτι με μια εθιστική μελωδία, έχει τον τίτλο Minor Escamp: δεν είναι άλλο από το αγαπημένο Jordu, στην πρώτη του ηχογράφηση.

Η πρώτη εκτέλεση του Jordu (ως Minor Escamp) από το τρίο του Nτιουκ Τζόρνταν το Γενάρη του 1954

Το Jordu, όπως καθιερώθηκε να λέγεται το κομμάτι στις πολλές επανεκτελέσεις που ακολούθησαν, έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία του Τζόρνταν. Ο ίδιος, παρ’όλο το αναμφισβήτητο ταλέντο του, δεν έγινε ποτέ «πρώτο όνομα». Υπήρχαν μάλιστα και περίοδοι που έμενε εκτός δουλειάς, πιθανόν ως αποτέλεσμα του πολύ ήπιου, μάλλον εσωστρεφούς χαρακτήρα του. Συνέχισε, πάντως, να ηχογραφεί σχετικά σταθερά μέχρι τις αρχές του ‘60, κυκλοφορώντας μερικούς προσωπικούς δίσκους (με γνωστότερο το «Flight To Jordan», στη Blue Note), όσο και συμμετέχοντας ως πιανίστας σε δίσκους άλλων μουσικών (το “Happy Blues” του Τζην Άμμονς  και το “True Blue” του Τάινα Μπρουκς είναι δυο από τις πιο ενδιαφέρουσες συμμετοχές του).

Η δεύτερη μεγάλη στιγμή του είναι η σύνθεση της μουσικής για την ταινία «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Ροζέ Βαντίμ το 1959, με το No Problem να είναι ακόμη ένα πολύ γνωστό και αγαπημένο θέμα της τζαζ.  Η ειρωνεία είναι ότι τα εύσημα τα πήρε ο Αρτ Μπλέικυ, που έπαιξε με το γκρουπ  του τη μουσική για την ταινία. Στην επίσημη έκδοση του σάουντρακ, το όνομα του Τζόρνταν δεν εμφανίζεται πουθενά, εκτός από το ότι παίζει πιάνο σε ένα κομμάτι, ενώ ως συνθέτης (άγνωστο γιατί) φέρεται κάποιος παντελώς άγνωστος –και πιθανότατα ανύπαρκτος– Jacques Μarray.  Λίγα χρόνια μετά, ο Τζόρνταν κυκλοφόρησε τη μουσική αυτή με ένα δικό του κουιντέτο, πιθανότατα σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της αλήθειας, ωστόσο το μυστήριο παραμένει. Πάντως, δε χωράει αμφιβολία ότι το No Problem” είναι δική του σύνθεση.

Το No Problem από τον Nτιουκ Τζόρνταν το 1962, μαζί με Τσάρλι Ράουζ (σαξόφωνο), Σόννυ Κoν (τρομπέτα), Έντι Κaν (μπάσο) και Άρτ Τέιλορ (ντραμς). Από το άλμπουμ «Les Liaisons Dangereuses” (Charlie Parker Records).
Στη συνέχεια, ο Τζόρνταν ουσιαστικά εξαφανίστηκε για μια δεκαετία, μέχρι το 1973. Τότε, τον επανέφερε δυναμικά στο προσκήνιο η σπουδαία δανέζικη δισκογραφική εταιρεία Steeplechase, για την οποία  (κυρίως) ηχογράφησε πολλούς δίσκους, απ’τους οποίους ξεχωρίζει το θαυμάσιο τρίο “Flight To Denmark”.  Μάλιστα, απογοητευμένος από τις ελάχιστες ευκαιρίες για εμφανίσεις στις ΗΠΑ, μετακόμισε μόνιμα στη Δανία το 1978, όπου έζησε ως το θάνατό του το 2006.  Στη δεύτερη αυτή φάση της καριέρας του, ο σπουδαίος αυτός στυλίστας γνώρισε στη Σκανδιναβία (αλλά και στη Γαλλία και στην Ιαπωνία) την επιτυχία και αναγνώριση που δεν είχε ποτέ εντός ΗΠΑ. Ουδείς προφήτης στον τόπο του…

Ας επανέλθουμε, όμως, στο Jordu, που αποτελεί και την αφορμή γι’αυτό το σημείωμα.  Όπως ανέφερα και στην αρχή, η πρώτη εκτέλεσή του που άκουσα ήταν αυτή από το κουιντέτο των Κλίφφορντ Μπράουν και Μαξ Ρόουτς, η οποία έχει «σημαδέψει» το κομμάτι, σε βαθμό που πολλοί θεωρούν ότι αυτή είναι η πρώτη ηχογράφησή του. Ακόμη κι αυτός ο Λέοναρντ Φέδερ (συνθέτης και εγκυρότατος κριτικός και ιστορικός της τζαζ), σε μια σχετική αναφορά του στο σημείωμα του “Flight To Jordan” (ειρωνεία…σε δίσκο του ίδιου του Ντιουκ Τζόρνταν), αποδίδει εσφαλμένα την πρώτη ηχογράφησή του στους Μπράουν & Ρόουτς. Αναμφισβήτητα πάντως, αυτή είναι η εκτέλεση που εκτόξευσε τη δημοφιλία του κομματιού, το οποίο από τότε αποτελεί μέρος του βασικού ρεπερτορίου της τζαζ.

Το εν λόγω κουιντέτο σχηματίστηκε το 1954 στο Λος Άντζελες. Επικεφαλής του ήταν δυο τεράστιοι μουσικοί: ο ντράμερ Μαξ Ρόουτς (1924 – 2007), ένας απ’τους κύριους συντελεστές της έκρηξης του μπίμποπ και από τους αναμορφωτές του ρόλου των ντραμς στη τζαζ, και ο τρομπετίστας Κλίφφορντ Μπράουν (1930 – 1956), ένας από τους σημαντικότερους τρομπετίστες όλων των εποχών (και προσωπική «αδυναμία» του γράφοντος). Μαζί τους, ο Χάρολντ Λαντ στο τενόρο σαξόφωνο, ο πιανίστας Ρίτσι Πάουελ (μικρός αδελφός του Μπαντ Πάουελ) και ο μπασίστας Τζορτζ Μόρροου, όλοι τους εξαίρετοι νέοι μουσικοί. Το γκρουπ εξασφάλισε συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία  Emarcy και ξεκίνησε να δισκογραφεί και να περιοδεύει με μεγάλη επιτυχία. Στα τέλη του 1955, ο Λαντ αποχώρησε και τη θέση του σαξοφωνίστα κατέλαβε ο μέγιστος Σόννυ Ρόλλινς (όχι και κακός για αντικαταστάτης…) και, με τη νέα αυτή σύνθεση, το σχήμα συνέχισε να διαγράφει λαμπρή πορεία, η οποία τερματίστηκε απότομα το βράδυ της 26ης Ιουνίου 1956. Μετά από μια συναυλία τους σ’ένα δισκοπωλείο της Φιλαδέλφειας, σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ο Κλίφφορντ Μπράουν , ο Ρίτσι Πάουελ και η σύζυγός του, η οποία οδηγούσε, σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στην ιστορία της τζαζ.

Ο απολογισμός του γκρουπ στα δύο χρόνια της ζωής του ήταν σχετικά μικρός αριθμητικά: ηχογράφησαν στο στούντιο όλα κι όλα 32 κομμάτια, τα οποία κυκλοφόρησαν σε τέσσερις δίσκους, όλοι τους απολύτως απαραίτητοι, ακόμη και για μια στοιχειώδη τζαζ δισκοθήκη.  Η συμβολή του όμως στην εξέλιξη της τζαζ υπήρξε τεράστια, μια και ουσιαστικά ταυτίζεται με τη γέννηση και καθιέρωση του χαρντ μποπ – της κύριας έκφρασης της τζαζ στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Οι μελετητές το κατατάσσουν μεταξύ των σημαντικότερων και επιδραστικότερων «μικρών συνόλων» σ’ολόκληρη την ιστορία της τζαζ, στην ίδια κατηγορία με τα Hot Five & Seven του Λούις Αρμστρονγκ, το κουιντέτο του Τσάρλυ Πάρκερ, τα δυο κουιντέτα του Μάιλς Ντέιβις και το κουαρτέτο του Τζων Κολτρέιν. Προσωπικά, συμφωνώ απολύτως με την άποψη αυτή.

Η πλήρης εκδοχή του Jordu, όπως περιέχεται στις επανεκδόσεις του “Max Roach & Clifford Brown”

Το Jordu ηχογραφήθηκε στα στούντιο της Κάπιτολ στο Λος Άντζελες στις 3 Αυγούστου του 1954, λίγους μήνες μετά την πρώτη ηχογράφηση του Ντιουκ Τζόρνταν. Ήταν μόλις η δεύτερη μέρα του γκρουπ στο στούντιο, σ’ένα τετραήμερο «μαραθώνιο» που έδωσε το περισσότερο υλικό των δύο πρώτων άλμπουμ τους. Το κομμάτι κυκλοφόρησε στην πρώτη δεκάιντση έκδοση του άλμπουμ “Μax Roach and Clifford Brown” του 1954, σε μια κομμένη, τετράλεπτη εκδοχή για λόγους χώρου (που παρατέθηκε στην αρχή του σημειώματος αυτού). Οι επόμενες εκδόσεις του άλμπουμ από το 1955 και μετά, περιέχουν την πλήρη, σχεδόν οκτάλεπτη εκτέλεση, μαζί με το εξαίσιο σόλο του Ρόουτς στα ντραμς. Και στις δυο εκδοχές πάντως, αναδεικνύονται όλες οι αρετές του σχήματος, το φοβερό του «δέσιμο» και, βέβαια, οι τεράστιες αυτοσχεδιαστικές ικανότητες των μελών του.

Εκείνος, όμως, που πραγματικά λάμπει είναι ο Κλίφφορντ Μπράουν: όταν τελειώνει η ανάπτυξη του βασικού θέματος, αρχίζει ένα συγκλονιστικό σόλο, το οποίο είναι μέσα στα 3-4 καλύτερα που έχει ηχογραφήσει. Ο Μπράουν, άξιος διάδοχος των Φατς Ναβάρρο και Ντίζυ Γκιλλέσπι, είχε φτάσει σε στρατοσφαιρικά ύψη την τεχνική του στην τρομπέτα, γεγονός αξιοσημείωτο δεδομένης  της ηλικίας του (ας μην ξεχνάμε ότι δεν είχε ακόμη κλείσει τα 24 του χρόνια). Μπορούσε, έτσι, να παίζει αβίαστα εξαιρετικά περίπλοκες αρμονικές φράσεις, χωρίς να χάνει ίχνος διαύγειας και ελέγχου, ακόμη και σε πολύ γρήγορα περάσματα. Όμως, πιο πολύ ίσως κι από την τεχνική του, εντυπωσιάζει η εκφραστικότητά του και η γλυκύτητα του ήχου του, ακόμη και στα πιο ψηλά ρετζίστρα.  Θαυμάσιος είναι κι ο συνδυασμός του με το πιο συγκρατημένο, μεστό παίξιμο του Λαντ στο σαξόφωνο (οι ταυτοφωνίες τους είναι απολαυστικές).  Ακούγοντας αυτές τις ηχογραφήσεις (που μοιάζουν τόσο «φρέσκιες» ακόμη κι εξήντα χρόνια μετά), δε μπορεί παρά να σκεφτεί κανείς τι μουσική θα μπορούσε να μας έχει δώσει ακόμη ο Μπράουν, αν δεν έφευγε απ’τη ζωή τόσο νέος…

Το Jordu, στη συνέχεια, γνώρισε πλήθος άλλων εκτελέσεων. Ο Σταν Γκετς, ο Ντίζυ Γκιλλέσπι με τη μεγάλη μπάντα του, ο εξαίρετος πιανίστας Χάμπτον Χόους, το τρίο των Μπάρνεϋ Κεσσέλ/Ρέυ Μπράουν/Σέλλυ Μάνν (οι Poll Winners), μέχρι κι ο φόλκ βιρτουόζος κιθαρίστας Τσετ Άτκινς είναι μερικοί μόνο από τους καλλιτέχνες που το ηχογράφησαν. Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα, επέλεξα μερικές απ’τις επανεκτελέσεις που για διάφορους λόγους έχω ξεχωρίσει όλ’αυτά τα χρόνια. Καλές ακροάσεις!

Το Jordu με το γαλλικό κόρνο του Τζούλιους Γουότκινς, με τη συμμετοχή του Ντιουκ Τζόρνταν. Μαζί τους οι Χανκ Μόμπλεϋ (τενόρο), Πέρρυ Λόπεζ (κιθάρα), Όσκαρ Πέττιφορντ (μπάσο) και Αρτ Μπλέικυ (ντραμς). Ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη το 1955, περιέχεται στο άλμπουμ “Julius Watkins Sextet, Vol. 2” (Blue Note).

Το Jordu ταξιδεύει στη Βραζιλία. Με τον τρομπονίστα Raul de Souza(Ραουλζίνιο) και το Sambalanco Trio με τον πιανίστα Σέζαρ Καμάργκο Μαριάνο, το Ουμπέρτο Κλέιμπερ στο μπάσο και τον μεγάλο Άιρτο Μορέιρα στα ντραμς και τα κρουστά. Από τον πρώτο δίσκο του Raul de Souza, “A Vontade Mesmo” (RCA Victor, 1965).

H λάτιν εκδοχή του Jordu, με τον τεράστιο Τίτο Πουέντε στις τιμπάλες και το οκτέτο του, που αποτελείται από μουσικούς όπως ο Τέρρυ Γκιμπς στο βιμπράφωνο, ο Μάριο Ριβέρα στα σαξόφωνα και στο φλάουτο, ο Σόννυ Μπράβο στο πιάνο κ.ά.  Η ηχογράφηση του 1985 περιλαμβάνεται στο άλμπουμ “Sensación” στην Concord Picante.

Το Jordu ως τραγούδι, σε στίχους του Chris Caswell, με τον (ωραίο και ταιριαστό) τίτλο «Life Is A Groove”. Δυο σπουδαίες τζαζ τραγουδίστριες, η Κάρριν Άλλυσον και η Νάνσυ Κινγκ, τραγουδούν και αυτοσχεδιάζουν φωνητικά στο γνώριμο θέμα. Μαζί τους οι  Μπρους Μπαρθ στο πιάνο, Πίτερ Ουάσινγκτον στο μπάσο και Τοντ Στρέιτ στα ντραμς. Ηχογραφημένο το 2005 για το άλμπουμ της Άλλυσον “Footprints” στην Concord Jazz.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.