Home

Πέθανε προχθές στα 87 του ο Έλι Βίζελ. Εβραίος της Ρουμανίας, επιβίωσε του Ολοκαυτώματος και κατέγραψε την εμπειρία του Άουσβιτς. Το 1968 τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης για τους αγώνες του για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Με αφορμή τον θάνατό του, το dim/art αναδημοσιεύει μια παλιότερη ανάρτηση για τον Εβραίο συγγραφέα και ακτιβιστή.

Έλι Βίζελ, ένας νομπελίστας που αναζητά το νόημα της πίστης και το μέλλον της ανθρωπότητας

—του Howard Reich. Απόδοση-επιμέλεια: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου—

books-elie-wiesel.jpeg2-1280x960

Νέα Υόρκη: ένας ισχνός, ασπρομάλλης κύριος ανεβαίνει σε μια άδεια σκηνή, και το χειροκρότημα που ξεσπά συνεχίζεται για αρκετή ώρα αφότου εκείνος έχει καθίσει στο απλό ξύλινο τραπέζι.

Ο Έλι Βίζελ (Elie Wiesel), 84 χρονών σήμερα, συνεχίζει τις ομιλίες του γύρω από τον Προφήτη Ιεζεκιήλ, στο Άπερ Ιστ Σάιντ του Μανχάταν, στην 92η Οδό, εδώ και 45 χρόνια, έχοντας ξεκινήσει πολύ πριν κερδίσει το Νόμπελ το 1986, και πολύ πριν γίνει η Νύχτα, το πρώτο του βιβλίο, σημείο αναφοράς στην ιστορία της λογοτεχνίας για το Ολοκαύτωμα. Και δεν έχει πάψει ποτέ να επιστρέφει στο ξύλινο αυτό τραπέζι στην 92η Οδό για να μοιραστεί με το κοινό τους στοχασμούς του πάνω στη Βίβλο, το Ταλμούδ και τη ζωή, παρόλο που όλοι οι Αμερικανοί πρόεδροι από τον Κάρτερ έως και τον Ομπάμα έχουν επιζητήσει τις συμβουλές του, παρόλο που οι απανταχού ανθρωπιστικές κρίσεις τον έχουν οδηγήσει σε όλες τις ζώνες πολέμου ανά τον κόσμο.

«Ζήσαμε μέσα στο θάνατο», λέει ο Βίζελ υφαίνοντας τις εμπειρίες του από το Ολοκαύτωμα μέσα στις σκέψεις του για τον Ιεζεκιήλ, σ’ αυτή τη διαρκή σύγκρουση της πίστης με την πραγματικότητα μιας γενοκτονίας. Το ερώτημα του Βίζελ είναι πώς διατηρεί κανείς την πίστη του όταν υπάρχουν τόσοι λόγοι να αμφιβάλλει, παρόλα όσα έγιναν – ή ίσως ακριβώς εξαιτίας τους.

 Σε αναζήτηση νοήματος

Την προηγουμένη της ομιλίας του, στο γραφείο του στο Μανχάταν, ο Έλι Βίζελ αναλογιζόταν για μια ακόμα φορά τη συχνά πολεμική του σχέση με τον Θεό. Οι βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό του και τα μεγάλα, εκφραστικά του μάτια φανερώνουν έναν άνθρωπο που έχει δει περισσότερο ζόφο και μεγαλύτερη θλίψη από όση θα βιώσει ποτέ κανείς από εμάς.

Μπουχενβαλντ, 1945. Ο Βίζελ είναι ένας από τους κρατούμενους στη μεσαία κουκέτα.

Μπουχενβαλντ, 1945. Ο Βίζελ είναι ένας από τους κρατούμενους στη μεσαία κουκέτα.

Λίγο μετά την απελευθέρωσή του από το Μπούχενβαλντ, στις 11 Απριλίου του 1945, ο Βίζελ, 16 χρονών τότε και έχοντας χάσει και τους δύο γονείς του, μεταφέρθηκε στη Γαλλία μαζί με άλλα παιδιά που είχαν επιζήσει και παρατήρησε αμέσως ότι «Οι περισσότεροι από εμάς γίναμε πολύ θρησκευόμενοι – ίσως και περισσότερο από όσο ήμασταν προηγουμένως», όπως λέει με τη ζεστή, βαθιά φωνή του. «Γιατί;» αναρωτιέται μεγαλοφώνως προλαβαίνοντας τον συνομιλητή του. «Ίσως γιατί προσπαθούσαμε να αποδείξουμε πως είμαστε πιο δυνατοί από την Ιστορία. Πως ο Χίτλερ προσπάθησε να μας το στερήσει, κι εμείς είπαμε, ‘Στο διάολο να πας. Εμείς θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε στον Θεό, τον Θεό του Ισραήλ’».

Κι ωστόσο στα γραπτά του ο Βίζελ παλεύει απροκάλυπτα με το νόημα αυτής της πίστης.

«Δεν θα πάψω ποτέ να εξεγείρομαι ενάντια σε όσους διέπραξαν το Άουσβιτς ή επέτρεψαν να υπάρξει – μεταξύ αυτών, και τον Θεό», έχει γράψει στον πρώτο τόμο των απομνημονευμάτων του με τίτλο Όλα τα ποτάμια βγαίνουν στη θάλασσα. «Τα ερωτήματα που έθεσα κάποια στιγμή στον εαυτό μου σχετικά με τον Θεό παραμένουν ανοιχτά. Την απάντηση, αν υπάρχει, δεν την ξέρω. Υποστηρίζω όμως ότι ο θάνατος έξι εκατομμυρίων ανθρώπων αποτελεί ένα ερώτημα, για το οποίο απάντηση δεν προβλέπεται να υπάρξει ποτέ».

Και παρ’ όλα αυτά, λέει σήμερα ο Βίζελ, έχει ανάγκη να πιστεύει.

«Μπορείς να παλεύεις είτε εντός είτε εκτός πίστης – εγώ προτιμώ να παλεύω εντός», λέει. «Αν είσαι εκτός, πάει. ‘Αντίο, Θεέ’. Πάει, τελείωσε. Δεν υπάρχει πρόβλημα πλέον. Αλλά το πρόβλημα αποτελεί μέρος της ύπαρξής μου, της συνείδησης και της ζωής μου. Ακόμα με απασχολεί πάρα πολύ η αναζήτηση της απόκρυφης αλήθειας, της απόκρυφης ομορφιάς της αλήθειας».

Ο Βίζελ είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην γράψει για την εμπειρία του από το Ολοκαύτωμα πριν περάσουν δέκα χρόνια. Η μακρά αυτή σιωπή, από έναν άνθρωπο που με έχει εμπνεύσει τόσο σεβασμό για τη μαρτυρία του όχι μόνο για το Ολοκαύτωμα αλλά και για κάθε γενοκτονία ανά την υφήλιο, ίσως και να φαίνεται παράξενη. Γιατί δεν έγραψε νωρίτερα;

wie0-010

Ανησυχούσε, λέει. «Ανησυχούσα πως δεν θα έβρισκα τα κατάλληλα λόγια. Ακόμα χειρότερα, ανησυχούσα μήπως χρησιμοποιήσω λάθος λόγια. Κι ακόμα δεν είμαι σίγουρος πως βρήκα όντως τα σωστά. Δεν είμαι σίγουρος».

«Είπα όμως πως θα περιμένω δέκα χρόνια. Τα δέκα χρόνια, ξέρετε, στο εβραϊκό τελετουργικό είναι ιδιαίτερος αριθμός. Δέκα χρόνια. Κι έτσι, περίμενα… Και κράτησα το λόγο μου».

Από αυτή την άποψη, ο Βίζελ έκανε ό,τι και οι περισσότεροι επιζήσαντες, ή ακόμα και οι Αμερικανοί στρατιώτες που τους απελευθέρωσαν. Η σιωπή, τουλάχιστον στην αρχή, ήταν ένας τρόπος επιβίωσης απέναντι στη φρίκη που έζησαν ή που είδαν. Είχαν όλοι τους την ανάγκη να σπρώξουν το παρελθόν ακόμα πιο μακριά.

Ο Βίζελ εργάστηκε σκληρά ως δημοσιογράφος –πρώτα στο Παρίσι, μετά στη Νέα Υόρκη– και τελικά έγραψε την ιστορία που είχε την πιο μεγάλη βαρύτητα: τη δική του. Κι ωστόσο, λέει, θα μπορούσε και πάλι να μην το έχει κάνει, αν δεν υπήρχε ο Γάλλος νομπελίστας Φρανσουά Μοριάκ.

Το 1955 ο Βίζελ συναντιόταν με τον μεγάλο συγγραφέα για μια συνέντευξη. Αρχικά, δεν είχε ξεστομίσει, ως συνήθως, ούτε λέξη για το παρελθόν του. «Μιλούσαμε για διάφορα πλέον», αναπολεί ο Βίζελ. «Λέγαμε, θυμάμαι, για το Ισραήλ, για τον αντισημιτισμό, τα γνωστά ζητήματα. Και κάποια στιγμή, ο Μοριάκ είπε, “Ξέρεις, το χειρότερο πράγμα που έχω δει στη ζωή μου ήταν εκείνα τα τρένα, τα τρένα με τα παιδιά”».

Ο Μοριάκ αναφερόταν στα βαγόνια για τα ζώα, όπου φόρτωναν τις οικογένειες, μαζί και την οικογένεια του Βίζελ, για να τις πάνε στα στρατόπεδα.

«Και τότε του είπα, ‘Ήμουν κι εγώ ανάμεσα σ’ αυτά”. Και εκείνος άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί… Έκλαιγε, έκλαιγε, έκλαιγε ατέλειωτα. Και του είπα, “Ήμουν εκεί, στα στρατόπεδα, αλλά δεν μιλάω ποτέ γι’ αυτό το πράγμα”. Και αφού έκλαψε, μου είπε, “Να μιλήσεις”».

1945, απελευθέρωση. Τρένο στον σταθμό της Βαϊμάρης μεταφέρει παιδιά που επιβίωσαν στο Άουσβιτς. Ένα παιδί γράφει με κιμωλία: «Πού είναι οι γονείς μας; Δολοφόνοι!»

1945, απελευθέρωση. Τρένο στον σταθμό της Βαϊμάρης μεταφέρει παιδιά που επιβίωσαν στο Άουσβιτς. Ένα παιδί γράφει με κιμωλία: «Πού είναι οι γονείς μας; Δολοφόνοι!»

Και ενώ κόντευαν πια να κλείσουν τα δέκα χρόνια, ο Βίζελ άρχισε να γράφει, στη διάρκεια ενός ταξιδιού για τη Βραζιλία. Στη μοναξιά της θάλασσας, άφησε τις αναμνήσεις να αναβλύσουν από μέσα του.

«Σε φέρνει στο κατώφλι του Ολοκαυτώματος – και μετά σε βάζει μέσα», λέει ο Έρβιν Έιμπραμσον, που πέρασε μία δεκαετία ετοιμάζοντας την τρίτομη συλλογή γραπτών του Βίζελ με τίτλο Against Silence: The Voice and Vision of Elie Wiesel. «Η Νύχτα είναι ένα σύντομο βιβλίο που περιέχει έναν ολόκληρο κόσμο – έναν ολόκληρο κόσμο που κάποτε υπήρξε και μετά καταστράφηκε». Ο Βίζελ το έγραψε στα γίντις, διότι «αυτά είναι η πατρίδα μου», όπως λέει. «Στα γίντις γεννήθηκα. Στα γίντις μπορείς να περιγράψεις τα βάσανα των Εβραίων καλύτερα από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Βάσανα και χιούμορ. Είτε γέλιο είτε κλάμα – αυτά έχει στα γίντις».

Το βιβλίο πούλησε μόνο μερικές χιλιάδες αντίτυπα τα πρώτα πέντε χρόνια· πιθανώς, ο κόσμος να μην ενδιαφερόταν και πολύ για τους αμείλικτους στοχασμούς του Βίζελ γύρω από όσα συνέβησαν. Πιθανώς οι περιγραφές του να ήταν υπερβολικά σπαρακτικές για να τις αποδεχτεί το κοινό.

Και ενώ η Νύχτα μαράζωνε στα ράφια των βιβλιοπωλείων, ο Βίζελ συνέχισε να γράφει, ασταμάτητα: Μυθιστορήματα, δοκίμια, θεατρικά, ομιλίες, ημερολόγια – μια χιονοστιβάδα λέξεων, πρώτα στα γαλλικά, τη γλώσσα της εκπαίδευσής του μετά τον πόλεμο, τη γλώσσα που, όπως λέει, «με υιοθέτησε».

Παράλληλα, ταξιδεύει ακούραστα ανά τον κόσμο κάνοντας διαλέξεις με θέμα τον κόσμο που ζούμε, ποτισμένες όμως με τα διδάγματα του Ταλμούδ. Όλο αυτό το διάστημα δεν έχει πάψει να παλεύει με το φάντασμα του Ολοκαυτώματος και να αναρωτιέται αν θα καταφέρει τελικά να διατηρήσει την πνευματική του ισορροπία.

«Δεν ήμουν καθόλου σίγουρος», λέει. «Ήταν κάτι που φοβόμουν και που ταυτόχρονα με γοήτευε: η παράνοια. Γι’ αυτό και σε κάθε μου μυθιστόρημα υπάρχει και ένας τρελός. Κοίτα, δεν θα σου πω πως την ξέρω την απάντηση· δεν την ξέρω. Λογικά, κανονικά, θα έπρεπε να είχα υποκύψει στην απελπισία και στην παραφροσύνη, σε κάτι τέτοιο τέλος πάντων, ή στην απόλυτη έλλειψη πίστης». Τελικά όμως κατέληξε, όπως λέει, στο συμπέρασμα ότι «είμαστε πιο δυνατοί από ό,τι πιστεύουμε. Ένας Γάλλος φιλόσοφος ή ποιητής το είπε ωραία: ‘Στην ουσία είμαι τόσο αδύναμος που ακόμα κι ένα πετραδάκι μπορεί να με σκοτώσει. Όσο όμως αναπνέω –όσο αναπνέω!– είμαι αθάνατος’».

 

JedemDasSeine

Ο αγώνας για δικαιοσύνη

Ο Βίζελ ήταν ένας από τους πρώτους που παρενέβησαν γράφοντας για τις διώξεις των Εβραίων της Σοβιετικής Ένωσης, το 1965, επιτυγχάνοντας τελικά την απελευθέρωσή τους. Αντίστοιχα, αγωνίστηκε για τους Ινδιάνους Μισκίτο της Νικαράγουας, για τα θύματα του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική και για άλλους λαούς που καταπιέζονταν εξαιτίας της εθνικής τους ταυτότητας.

Το 1969 παντρεύτηκε την Έστερ Ρόουζ, με την οποία απέκτησε έναν γιο το 1972. Την ίδια χρονιά ο Βίζελ εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία για να διδάξει στο City College της Νέας Υόρκης (και αργότερα στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, όπου είναι έως και σήμερα καθηγητής). Η γυναίκα του ανέλαβε και τις μεταφράσεις των έργων του στα αγγλικά, ενώ εκείνος συνέχισε να γράφει αδιάκοπα, να ταξιδεύει και να υπερασπίζεται με πείσμα τους αδύναμους του κόσμου, δράση που του χάρισε το Νόμπελ Ειρήνης το 1986.

«Δεν έχει στόχο να κερδίσει τη συμπάθεια του κόσμου για τα θύματα ή τους επιζώντες», είχε πει ο τότε πρόεδρος της επιτροπής των βραβείων Έγκιλ Άαρβικ παραδίδοντάς του το βραβείο. «Ο στόχος του είναι να ξυπνήσει τις συνειδήσεις μας. Η αδιαφορία μας απέναντι στο κακό μάς καθιστά συνενόχους στο έγκλημα».

Τη στιγμή όμως που ο Βίζελ παραλάμβανε το Νόμπελ στο Όσλο, πάγωσε.

«Στη διάρκεια της τελετής, όλος ο κόσμος παρακολουθούσε. Και ξαφνικά, είχα την αίσθηση πως έβλεπα τον πατέρα μου… Μου ήταν αδύνατο να μιλήσω. Πέρασαν πολλά, ατέλειωτα λεπτά. Αδύνατο να μιλήσω».

«Τα μάτια του δεν με εγκαταλείπουν ποτέ – το ίδιο και της αδελφής μου – ποτέ δεν με εγκαταλείπουν. Και όλο αυτό συμπυκνώθηκε στην τελετή των Νόμπελ. ‘Τι κάνω εγώ εδώ πέρα; Τόσοι σύντροφοί μου, τόσοι και τόσοι συγγενείς μου λείπουν, κι εγώ είμαι εδώ; Τι κάνω εγώ εδώ;»

Μετά από όλα όσα πέρασε, τι άποψη έχει ο Βίζελ για τη μοίρα του κόσμου μας;

«Μάλλον απαισιόδοξη», λέει. «Πριν από μερικά χρόνια, με κάλεσαν να μιλήσω στην Ολομέλεια του ΟΗΕ. Η ομιλία μου είχε τίτλο, «Θα Μάθει Ποτέ ο Κόσμος;» Και η απάντηση που έδινα ήταν: Όχι, αφού δεν έμαθε ακόμα. Αλλιώς, πώς εξηγείται η Ρουάντα και η Καμπότζη; Αυτό είναι που με κάνει τόσο απαισιόδοξο».

Ωστόσο ο Βίζελ δεν μπορεί να κλείσει με μια τέτοια νότα:

«Αυτή η απαισιοδοξία όμως είναι ενεργητική: σημαίνει να μην το βάζεις κάτω», σπεύδει να προσθέσει. «Εξαιτίας της, κάνεις περισσότερα, προσπαθείς περισσότερο, αντί να λες, «Αφού δεν έχει ήδη βοηθήσει, ξέχνα το»».

254.001_Web_01

Η δύναμη των λέξεων

Καθώς ο Βίζελ ολοκληρώνει την ομιλία του στην 92η Οδό, γίνεται σαφές ότι οι συναντήσεις αυτές αποτελούν επίσης μέρος της εκστρατείας του. Είναι ένας ακόμα τρόπος να διδάσκει.

Μετά, το κοινό συρρέει στον προθάλαμο, όπου λίγο νωρίτερα έγιναν τα αποκαλυπτήρια μιας προτομής του Βίζελ. Νέοι άνθρωποι συγκεντρώνονται γύρω της και φωτογραφίζονται με τα smartphone τους.

«Είχα την εσφαλμένη εντύπωση πως μόνο οι μεγαλύτεροι θα τον εκτιμούσαν», λέει ο Σολ Άντλερ, διευθυντής της αίθουσας. «Στην πραγματικότητα όμως, οι νέοι τον αντικρίζουν με δέος. Αγγίζει κάτι πολύ ουσιώδες μέσα τους».

«Η δικιά μου γενιά είναι η τελευταία που θα γνωρίσει επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος», λέει ο Τζόναθαν Πάντερ, που μόλις αποφοίτησε από το Κορνέλ. «Ξέρω πως τα παιδιά που θα αποκτήσω δεν θα ακούσουν ποτέ τους τον Έλι Βίζελ. Είναι, λοιπόν, σημαντικό για μένα να ακούσω αυτές τις ιστορίες, ώστε με τη σειρά μου να τις μεταδώσω».

Έτσι, χωρίς ίσως να το ξέρει, ο νεαρός Πάντερ βοηθάει τον Βίζελ σε μια από τις σημαντικότερες αποστολές της ζωής του: την σφυρηλάτηση της μνήμης.

Πριν από αρκετά χρόνια, εκδηλώθηκε μια κίνηση προώθησης του Βίζελ στο αξίωμα του προέδρου του Ισραήλ. Εκείνος όμως ήταν αποφασισμένος να μην δεχτεί τη θέση. Όταν ρωτήθηκε γιατί αρνείται την ύψιστη αυτή τιμή, η απάντησή του ήταν η εξής: «Κυρίες και κύριοι, για ποιο λόγο με πλησιάζουν οι άνθρωποι; Για έναν και μόνο: Δεν έχω τίποτε άλλο πέρα από λέξεις – αυτές όμως είναι δικές μου. Από τη στιγμή που θα γινόμουν πρόεδρος, δεν θα ήταν πια».

Πηγή: The Chicago Tribune

 

Update 9/1/2013, συνέντευξη του Έλι Βίζελ στη Μαριλένα Αστραπέλλου στο Βημαγκαζίνο

elie

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s