Ο ιός του χιούμορ και το μικρόβιο της τέχνης

—της Εύης Τσακνιά—
 …Κι εκεί, στην επιφάνεια του βράχου, σχεδιασμένη με κάρβουνο, στεκόταν η σκιά του θείου Βάνια.
Δεν υπήρχε αμφιβολία:
ήταν η σκιά του. Οι τεράστιοι γερτοί ώμοι, τα τριχωτά μισολυγισμένα γόνατα, τα τραχιά καπούλια, το σαγόνι που προεξείχε και, πάνω απ’ όλα, ο πιθηκόμορφος βραχίονας – τεντωμένος στη χαρακτηριστική κίνηση καταγγελίας. Μια κραυγή κατάπληξης βγήκε από τα χείλη μας. Δεν γινόταν να κάναμε λάθος. Εκεί ανάμεσα στις άλλες σκιές που χόρευαν και τρεμόσβηναν στην ανταύγεια της φωτιάς, καθηλωμένη και εκπληκτικά πιστή διαγραφόταν η σκιά του θείου Βάνια.
«Τι είναι αυτό;» ακούστηκε η τρομερή φωνή του, μόλο που η απάντηση ήταν μια και μοναδική.
«Π..π..παραστατική τέχνη»*—
μουρμούρισε ο νεαρός ζωγράφος της Πλειστοκαίνου εποχής, που η επιδεξιότητα του είχε αρχίσει να συγκεντρώνει αρκετούς θαυμαστές.  Η μέχρι τότε θέματολογία του, η «φυλάκιση του ίσκιου» διαφόρων ζώων και η αναπαράσταση των σκηνών του κυνηγιού, είχε συμβολική  και πρακτική αξία στην καθημερινή ζωή της κοινότητας.

cave_painting_l

Αλλά να που ο αγριωπός και γραφικός θείος του νεαρού καλλιτέχνη, που ουδεμία σχέση είχε με τον θείο Βάνια του Τσέχοφ, που ορύετο κατά της καταστροφικής εξέλιξης του είδους, με μόνιμο μότο του το: «πίσω στα δέντρα!», έγινε το μοντέλο για την πρώτη καρικατούρα του προϊστορικού ανθρώπου.

Κάπως έτσι, μέσα από τη σπηλιά, μαζί με την έκπληξη και τη θυμηδία που προκάλεσε η αναπάντεχη αυτή εικόνα, που δεν εξυπηρετούσε κανένα ξόρκι, ούτε καν κάποιο συνηθισμένο διακοσμητικό μοτίβο, παρά μόνο το γέλιο, ξεγλίστρησε και μια δροσούλα, ένα αεράκι, που πολύ αργότερα ονομάστηκε στα λατινικά “humor”.

Αυτό ήταν. Tο παιχνιδιάρικο πνεύμα που ξέφυγε τότε από τη σπηλιά, εξαπλώθηκε. Πρόκειται για έναν ιό εξαιρετικά ανθεκτικό σε όλων των ειδών τα φάρμακα, που συνεργάζεται συχνά με ένα μικρόβιο εξίσου τρομερό και φοβερό, το μικρόβιο της τέχνης.

Μαζί αποτελούν ένα επικίνδυνο δίδυμο, με αποτελέσματα ενίοτε μοιραία.

Στο μεταξύ, το ανθρώπινο είδος εξελίχθηκε, δεν γύρισε πίσω στα δέντρα, παρά στοιβάχτηκε σε πόλεις, με επιβλητικά και περίτεχνα κτήρια, με πολέμους, αρρώστιες τρομερές, και το μικρόβιο της τέχνης να παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Οι πόλεμοι έφερναν χρήμα και το χρήμα τραπεζίτες, που παρήγγελλαν και αγόραζαν τέχνη.

Quentin Metsys, ο τραπεζίτης και η γυναίκα του, 1514
Quentin Metsys, ο τραπεζίτης και η γυναίκα του, 1514

Χρήμα και τέχνη συμβάδιζαν. Οι καλλιτέχνες εξαρτώνταν ολοκληρωτικά από τους προστάτες των τεχνών, κι εκείνοι χρειαζόταν χρήματα για να συντηρούν τους ιδιοφυείς ανθρώπους και να επωφελούνται με κάθε τρόπο από τις ιδέες τους. Όπως π.χ. ο περίφημος καρδαμοκόφτης του Λεονάρντο Ντα Βίντσι ο οποίος, αφού αποδείχτηκε άκρως επικίνδυνος για την κοπή του κάρδαμου στους κήπους του σπόνσορά του, Λουδοβίκου Σφόρτσα, με θύματα μερικούς άτυχους χωρικούς, χρησιμοποιήθηκε τελικά επιτυχώς ως πολεμική μηχανή το 1499 στην πολιορκία του Μιλάνου από τους Γάλλους, ξεπαστρεύοντας κάμποσους από δαύτους.

Τα έργα ζωγραφίζονταν τώρα σε τοίχους παλατιών, εκκλησιών, σε ξύλινα τέμπλα και καμβάδες, με υλικά ανθεκτικά στη φθορά και στο χρόνο και την υπόσχεση της αθανασίας να βαραίνει πάνω τους. Η σκιά του θείου Βάνια πάνω στο βράχο της σπηλιάς, καθώς κι ο νεαρός πρωτόγονος καλλιτέχνης, ήταν πια μακρινό παρελθόν.

Ρέμπραντ, αυτοπροσωπογραφία, c. 1630
Ρέμπραντ, αυτοπροσωπογραφία, c. 1630

Ενάμισυ εκατομμύριο και χίλια εξακόσια τριαντακάτι χρόνια μετά, ένας άλλος νέος ανήσυχος ζωγράφος στην Ολλανδία ήρθε και φώτισε κάθε πτυχή του ανθρώπου με τα έργα του. Όπως γίνεται συνήθως, η «αγορά» της εποχής —οι σπόνσορες, οι παραγγελειοδόχοι, οι ευγενείς και η εκκλησία δηλαδή— φρόντισε να εστιάσει κυρίως στα θρησκευτικά και ιστορικά θέματα. Ο Ρέμπραντ, όμως, έμεινε δικαίως στην ιστορία της τέχνης ως ο σημαντικότερος ζωγράφος του καιρού του —και από τους μεγαλύτερους του κόσμου— που καταπιάστηκε επιτυχώς με μια ευρύτατη γκάμα θεμάτων, ανθρωποκεντρική πάντα. Με τα σχέδια και τα χαρακτικά του, εμπνευσμένα από σκηνές της καθημερινότητας, με απλούς ανθρώπους σε τολμηρές στάσεις, προκάλεσε την πουριτανική κοινωνία της εποχής του, αλλά έφερε στην επιφάνεια και το συναίσθημα που μέχρι τότε παρέμενε συνήθως κρυμένο πίσω από στυλιζαρισμένα θέματα και ανέκφραστα πρόσωπα.

Με τις αυτοπροσωπογραφίες – εξομολογήσεις του σε διάφορες γκριμάτσες, διαθέσεις και ηλικίες, ζωγραφισμένες με ειλικρίνεια και αυτοσαρκασμό, με τον εαυτό του ως πειραματόζωο, ως άλλος Ζαν Ζακ Ρουσσώ, έναν αιώνα και βάλε πριν τον Ρουσσώ, έβαλε βαθιά το νυστέρι στην ανθρώπινη ψυχή.

Rembrant autoportraits  grimaces
Είχα την τύχη να δω το 2006 στη Βακελώνη, στην Pedrera, μια υπέροχη έκθεση με τα σκίτσα και τα χαρακτικά του Ρέμπραντ, έργα που  πρωτοπαρουσιάστηκαν συγκεντρωμένα στο κοινό μετά τα μέσα του 20ού αιώνα, τα οποία αποκάλυπταν έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό απ’ αυτόν που έχουμε στο μυαλό μας όταν σκεφτόμαστε τον Ρέμπραντ.

Γυναίκα που ουρεί (αριστερά), άνδρας που ουρεί (δεξιά). Ρέμπραντ, 1631.
Γυναίκα που ουρεί (αριστερά), άνδρας που ουρεί (δεξιά). Ρέμπραντ, 1631.

Πράγμα που δεν ισχύει βέβαια μόνο για τον Ρέμπραντ, αλλά και για πολλούς άλλους σπουδαίους καλλιτέχνες που η ιστορία της τέχνης μας σύστησε εστιάζοντας στη «σοβαρή» πλευρά τους, ενσωματώνοντας πονηρά την έννοια του «σοβαρού» —με ό,τι σημαίνει αυτό για κάθε συντηρητική κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της— με την αδιαμφισβήτητη έννοια του Μεγάλου Καλλιτέχνη.

Ρέμπραντ, Το κρεβάτι, 1646
Ρέμπραντ, Το κρεβάτι, 1646

Βλέποντας λοιπόν τα άγνωστά μου μέχρι τότε στο σύνολό τους σκίτσα και χαρακτικά του Ρέμπραντ, έπεσε και το τελευταίο προπύργιο κάθε πεποίθησής μου για τα όρια της τέχνης και εξαφανίστηκε κάθε υπόνοια κατηγοριοποίησης. Για εκείνους τους προγενέστερούς του ψυχοτρόπους Φλαμανδούς, τον Ιερώνυμο Μπος και και τον Πίτερ Μπρύγκελ, δεν είχα αμφιβολίες — τα είχα δει ήδη όλα, όπως κι εκείνοι επίσης.
Η σάτιρα, η ανατροπή, το απαγορευμένο και το ακατανόητο παραμονεύουν κάθε στιγμή, γαργαλούν το μυαλό, την ψυχή και το χέρι κάθε δημιουργού, σε κάθε εποχή και βρίσκουν τελικά το δρόμο τους, σε ταπεινά χαρτιά και ευτελή σημειωματάρια που περιμένουν υπομονετικά να τα ανακαλύψουμε.

Αριστερά: Ιερώνυμος Μπος, ο Κήπος των Επίγειων Ηδονών.  Δεξιά: Πίτερ Μπρύγκελ, αυτοπροσωπογραφία: ο Καλλιτέχνης και ο Connoisseur
Αριστερά: Ιερώνυμος Μπος, ο Κήπος των Επίγειων Ηδονών.
Δεξιά: Πίτερ Μπρύγκελ, αυτοπροσωπογραφία: ο Καλλιτέχνης και ο Connoisseur

Δυό αιώνες αργότερα, ο Γκόγια στην Ισπανία, σπάει όλες τις συμβάσεις και προχωράει παραπέρα. Όπως και ο Ρέμπραντ, άφησε πίσω του πολλά χαρακτικά. Τα περίφημα “Caprichos” του δεν περιλαμβάνουν πια τα γνωστά βιβλικά, ιστορικά ή ηθογραφικά θέματα, αλλά όνειρα, εφιάλτες, όντα φανταστικά, πότε τρομακτικά και πότε γκροτέσκα ή αστεία, που καταγγέλλουν τη βία, τον πόλεμο, την καταπίεση και κάνουν καυστική σάτιρα στο συντηρητισμό, στη θρησκεία, σε κάθε μορφής ιεραρχία και στα ήθη της εποχής.

Francisco Goya Αριστερά: Que pico de oro! Μα τι χρυσό ράμφος! Δεξιά: Hasta su abuelo: Μέχρι τον προπάππου του (ο γάϊδαρος μελετάει το γενεολογικό του δέντρο).
Francisco Goya
Αριστερά: Que pico de oro! Μα τι χρυσό ράμφος!
Δεξιά: Hasta su abuelo: Μέχρι τον προπάππου του (ο γάϊδαρος μελετάει το γενεολογικό του δέντρο).

Με μια ελευθερία που μέχρι τότε ανήκε μόνο στους ποιητές, τα Caprichos γίνονται οι πρόδρομοι του μοντερνιστικού κινήματος του 20ού αιώνα και των κόμικς.

Είπαμε, αυτό το “humor” φαίνεται πως είναι ένας ιός εξαιρετικά επικίνδυνος που, αν και κυνηγήθηκε λυσσαλέα, παραμένει ευτυχώς ανθεκτικότατος. Μεταλλάσσεται, κρύβεται, αλλά ελοχεύει πάντα. Το μοιραίο δίδυμο ιού – μικροβίου εντοπίζεται ευκολότερα στους καλλιτέχνες, αλλά μην νομίζετε πως δεν χτυπάει και ανθρώπους όλων των ιδιοσυγκρασιών και επαγγελμάτων.

Βίνσεντ Βαν Γκογκ, 1886
Βίνσεντ Βαν Γκογκ, 1886

Ο Γούντυ Άλλεν στο δοκίμιό του «Αν οι ιμπρεσσιονιστές ήταν οδοντογιατροί», μια φαντασίωση που διερευνά τη μετάθεση ιδιοσυγκρασίας, εστιάζει ακριβώς σ’αυτήν την επικίνδυνη μετάλλαξη:

Αγαπητέ Τεό,
Έβγαλα κάτι ακτινογραφίες αυτή τη βδομάδα που πίστευα οτι ήταν καλές.
Ο Ντεγκά τις είδε και τις επέκρινε. Είπε πως η σύνθεση ήταν κακή. Όλες οι κουφάλες ήταν μαζεμένες στην κάτω αριστερή γωνία. Του εξήγησα πως έτσι είναι το στόμα της κυρίας Σλότκιν αλλά δεν έπαιρνε κουβέντα.
..Τέλειωσα το στόμα της από υποχρέωση, δεν θέλησα όμως να το υπογράψω.

Βικέντιος.

Αγαπητέ Τεό,
Ναί, αλήθεια είναι. Το αυτί που βγήκε στο σφυρί στο Novelty Shop των αδελφών Φλάϊσμαν, δικό μου είναι.
Πραγματικά, κουταμάρα μεγάλη έκανα, αλλά την περασμένη Κυριακή ήθελα να στείλω ένα δώρο στην Κλαιρ για τα γεννέθλιά της κι ήταν τα πάντα κλειστά.
Τώρα, οτι έγινε, έγινε. Μερικές φορές λέω κρίμα που δεν άκουσα τον πατέρα μου που ήθελε να γίνω ζωγράφος. Δεν είναι συναρπαστικό επάγγελμα, κάνεις όμως ζωή κανονική.

Βικέντιος.**

Βίνσεντ Βαν Γκογκ, αυτοπροσωπογραφία, 1889
Βίνσεντ Βαν Γκογκ, αυτοπροσωπογραφία, 1889

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Roy Lewis, «Γιατί έφαγα τον πατέρα μου»
Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 2010.
** Απόσπασμα από το βιβλίο του Woody Allen, «Χωρίς Φτερά»
Εκδόσεις Οδυσσέας, 1980.

 «Ο ιός του χιούμορ και το μικρόβιο της τέχνης», σε μια λίγο πιο περιληπτική εκδοχή του, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φαρφουλάς» τεύχος 16, « Οι αποχρώσεις του χιούμορ» (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2013). Η παρουσίαση του τεύχους θα γίνει αύριο, Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013, στον Ορίζοντα Γεγονότων (Κεραμεικού 88), στα εγκαίνια της ομαδικής εικαστικής έκθεσης που θα πραγματοποιηθεί με το ίδιο θέμα.

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.