Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 8ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 8ο: Γιώργος Τσακνιάς]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA.  βρίσκεται δολοφονημένος κάπου στην Ηλεία. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος;

 * * *

«Φρέντο έχετε;» ρώτησε η Γωγώ, μπας και.
«Τς», απάντησε η σερβιτόρα του καφέ-μπαρ Ρεμέτζο, και μισόκλεισε τα βλέφαρα, κουρασμένη από τη συζήτηση.
«Εσπρέσο;» Μπορεί απλώς να μην έχουν παγάκια, σκέφτηκε. Είπαμε, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Η σερβιτόρα κοίταξε τη Γωγώ με οίκτο: «Μα κι ο εσπρέσο, από φρέντο γίνεται».

Η Γωγώ το πήρε απόφαση. Θα έπρεπε είτε να αρκεστεί στο νερομπλούκι φίλτρου, που ήπιε αχάραγα στο ξενοδοχείο, είτε να πάρει πάλι κάνα φρικαλέο «φραπόγαλα». Και μόνο με τη λέξη, της ερχόταν να ξεράσει. Πήρε από το ψυγείο έναν χυμό και βγήκε έξω, σε ένα τραπεζάκι, για να αγναντέψει την όμορφη Σκαφιδιά μέχρι να έρθει το περιπολικό να την πάει στην Πάτρα. Ανυπομονούσε για την έκθεση του ιατροδικαστή: η εικόνα που είχε η ίδια από το θύμα ήταν σαφής, βέβαια: μια σφαίρα στο δοξαπατρί, και μια τρύπα εκεί που κάποτε ήταν η καρδιά του. Νεκρός σίγουρα για κάποιες ώρες πριν τις εννιά, όταν κατέφτασε η Γωγώ. Δεν μπορούσε να ξέρει πόσες ώρες, αλλά πάντως ήταν εντελώς νεκρός. «Πιο νεκρός, πεθαίνεις», σκέφτηκε και χαμογέλασε μόνη της. Σε ένα χαντάκι, τρία χιλιόμετρα έξω από τη Μανωλάδα. Λίγα μέτρα από το αρδευτικό κανάλι. Και καμιά πενηνταριά μέτρα από το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής.

Εκτός από την ακριβή ώρα θανάτου, το βασικό ερώτημα, στο οποίο η Γωγώ ήλπιζε να της δώσει απάντηση ο ιατροδικαστής, ήταν:  τον είχανε σκοτώσει εκεί τον Καρύδη ή τον μεταφέρανε ήδη νεκρό; Η επιτόπια έρευνα δεν είχε δείξει και πολλά: υπήρχε αίμα γύρω, αλλά ήταν αδύνατον από την ποσότητα να εκτιμήσεις αν ο φόνος είχε γίνει επί τόπου. Ο νεκρός στις τσέπες του είχε μόνο το διαβατήριό του. Τίποτε άλλο. Ούτε πορτοφόλι, ούτε —κυρίως— κινητό.

Μάρτυρες δεν υπήρχαν. Μια εβδομηντάχρονη τον είχε βρει γύρω στις τέσσερις παρά δέκα το πρωί. Καθ’ οδόν προς τον ναό για να σκουπίσει και να ετοιμάσει τα διάφορα «γιατί θα ’ρχόταν ο πάτερ από το Βουπράσιο να λειτουργήσει», όπως εξήγησε στη Γωγώ αργότερα, κάνοντας τον σταυρό της, διέκρινε το πόδι του Καρύδη εξέχει από το χαντάκι. Σταυροκοπήθηκε μερικές φορές, έτρεξε στο εκκλησάκι και πήρε τον γιο της στο κινητό να ειδοποιήσει την αστυνομία. Στο ερώτημα γατί δεν ειδοποίησε η ίδια την αστυνομία, η μάρτυς απάντησε ότι δεν ξέρει από κινητά, ξέρει μόνο να τηλεφωνεί στον γιο της. Το είπε αυτό, σκούπισε τα μάτια της με ένα χαρτομάντιλο και σταυροκοπήθηκε. Για την τιμή των όπλων, απλώς, η Γωγώ είχε ρωτήσει:  πώς και τόσο νωρίς, αξημέρωτα, για το σκούπισμα στην εκκλησία; Στον ύπνο της την είδε την Αγία Παρασκευή; Η μάρτυς απάντησε καταφατικά, με πάσα ειλικρίνεια, και σταυροκοπήθηκε.

Η Γωγώ συνειδοτοποίησε ότι καθώς αναπολούσε όσα συνέβησαν χθες το πρωί, ο χυμός της είχε τελειώσε κι εκείνη ρουφούσε θορυβωδώς με το καλαμάκι τις τελευταίες σταγόνες. Πω ρε πούστη, έχω τα νεύρα μου. Εμ βέβαια, εικοσιτέσσερις ώρες χωρίς καφέ της προκοπής, δεν παλεύεται. Η συνάντηση με τον αστυνόμο Λάμπρου, τα άπειρα γραφειοκρατικά της υπόθεσης, στο Τμήμα Πύργου, η βραδιά στο ξενοδοχείο, το ντους, η φασαρία από δίπλα — τίποτα από όλα αυτά δεν είχε καταφέρει να την χαλαρώσει. Η δε συνάντηση με τον Παναγόπουλο το βράδυ, στο εστιατόριο, εν τέλει μάλλον την είχε εκνευρίσει περισσότερο. Τον θεωρούσε εντελώς μαλάκα. Και ταυτόχρονα τον γούσταρε. Και σαν άντρα, και σαν τύπο — αυτό ήταν το πιο κουφό. Κουφό-ξεκουφό, έπρεπε να το ομολογήσει, τουλάχιστον στον εαυτό της. Ναι, αλλά τι μαλάκας. Τι τεράστιος μαλάκας. Είχε εμφανιστεί από το πουθενά, την την είχε πέσει (οκ, αυτό δεν ήταν είδηση, πάντα το έκανε), την είχε σχεδόν ψήσει (αυτό ήταν είδηση), της είχε υποσχεθεί μια πληροφορία που θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην υπόθεση («ξέρω ποιος Καναλάρχης τοπικού μέσου ενημέρωσης πηδάει αυτήν που πηδούσε ο Καρύδης…»), και μετά… Και μετά; Μετά, σηκώθηκε και έφυγε, ο μαλάκας. Χτύπησε το κινητό του, άσπρισε, ρώτησε μόνο «πού;» και έφυγε. Χωρίς να πει λέξη.

Το περιπολικό ήρθε με φόρα και φρέναρε απότομα μπροστά της. Ο χθεσινός οδηγός την κοίταξε από το παράθυρο χωρίς να βγάλει τα Ray-Ban και της χαμογέλασε πλατιά, τόσο πλατιά που διακρινόταν άνετα ο μαϊντανός στο δόντι του. Το δεξί του χέρι χαλαρά στο τιμόνι, το αριστερό κρεμόταν από το παράθυρο σαν ξεβιδωμένο.

«Έλα κούκλα, πάμε Πάτρα για τον ιατροδικαστή. Με στάση Μανωλάδα για να δούμε αν έχουν κάτι τα παιδιά της Σήμανσης. Φραπεδάκι πήρες;»

Απαξίωσε να του απαντήσει. Δεν είχε καν διάθεση να επικαλεστεί ιεραρχίες κ.λπ. Μπήκε και κάθισε δίπλα του, αποφασισμένη να αντέξει. Το όργανο της τάξεως, ενθουσιασμένο με την εμφανή δυσφορία της Γωγώς, γκάζωσε και ξεκίνησε σπινιάροντας. Από τον ασύρματο ακούγοντας διάφορα μπλιπ μπλιπ και κάτι κχχχχχχ χωρίς νόημα, παρανοϊκά δυνατά, λες και πάσχιζαν να καλύψουν το ραδιόφωνο, από το οποίο κάποιος ψυχοπαθής ούρλιαζε: Ναι, κυρίες και κύριοι, να συγκρατούμενοί μου στην κατεχόμενη Ηλεία, στην κατεχόμενη Ελλάδα, ναι καημένα μου θύματα των μνημονίων, υπήκοοι της Μέρκελ και του Σόιμπλε, εμείς εδώ θα λέμε αλήθειες, όσο έχουμε φωνή…

«Καλός, ε; Ο Τραγκόπουλος είναι. Δεύτερός μου ξάδερφος!» εξήγησε περήφανα το όργανο στη Γωγώ, η οποία κοιτούσε μπροστά με νεκρική σχεδόν ακαμψία. «Ήταν χρόνια στον Ilis FM αλλά τον διώξανε και άνοιξε δικό του σταθμό». Γύρισε προς το μέρος της. «Κάποιοι δεν θέλανε να ακούγονται κάποια πράγματα…» πρόσθεσε όλο νόημα.

«Δε βάζεις καμιά μουσική;» πρότεινε η Γωγώ, όσο πιο ουδέτερα μπορούσε.

Το όργανο την κοίταξε περιφρονητικά και βάλθηκε να ψάχνει σταθμό. Απέρριψε κάτι ψαλμούς και 2-3 σταθμούς με μπλα μπλα και στάθηκε μόλις άκουσε ντιριντάχτα. Από τα ηχεία του περιπολικού ξεχύθηκε στο φόρτε του το ελληνικό πανηγύρι.

«Α, και πού ’σαι; Θα το ξέχναγα. Έχεις πακέτο!» ούρλιαξε το όργανο, για να ακουστεί πάνω από τα κλαρίνα.
«Ε;»
«Να, να, στο πίσω κάθισμα… Το αφήσανε στον αξιωματικό υπηρεσίας για σένα».

Η Γωγώ γύρισε και πήρε από το πίσω κάθισμα μια μικρή χαρτονένια κούτα με το λογότυπο κάποιου παραγωγού φράουλας. Το όνομα και η ιδιότητά της ήταν τυπωμένα σε ένα χαρτί, το οποίο ήταν κολημένο στο πλάι της κούτας. Έβγαλε τον ελβετικό σουγιά που είχε πάντοτε στην τσέπη και έκοψε τη μονωτική ταινία.

Το όργανο έριχνε λοξές, κλεφτές ματιές, όλο περιέργεια.

Η Γωγώ έβγαλε από την κούτα έναν μικρό μπόγο από υλικό συσκευασίας και βάλθηκε να τον ξετυλίγει —σκεπτόμενη ότι πρέπει να κρατήσει το πλαστικό για να το έχει το βράδυ στο ξενοδοχείο να σπάει τις φούσκες ενώ θα σκέφτεται την υπόθεση—, μέχρι που απέμεινε να κοιτά κάτι ακανόνιστο, κάτι δυσάρεστα μαλακό και ελαστικό, κάτι δυσοίωνα ακατάληπτο: μια ανθρώπινη καρδιά.

Τα ηχεία έσκουζαν:

Να ’χα εκατό καρδιές
να σ’ αγαπώ εκατό φορές

Το όργανο της τάξεως φρέναρε στη μέση του δρόμου, μισάνοιξε την πόρτα και ξέρασε τα χθεσινά τσίπουρα με τον μεζέ τους, κάτι φραπέδες και μισή τυρόπιτα κουρού.

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.