Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 13ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 13ο: Μαρία Τσάκος]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός σκύλου…

* * *

«Ώπα», άκουσε την αντρική φωνή πίσω της, λίγο προτού νιώσει δυο χέρια να της σφίγγουν τα μπράτσα. Για δευτερόλεπτα αφέθηκε στην ανακούφιση της στήριξης του βάρους της κι αμέσως μετά, σα να τρόμαξε, ελευθερώθηκε κάνοντας ένα απότομο βήμα προς τα εμπρός — κάτι που μετάνιωσε ακαριαία, καθώς η γλυκερή μυρωδιά που της είχε ανακατέψει το στομάχι εισέβαλε ακόμη πιο βίαια στα ρουθούνια της.

«Αυτή η μυρωδιά», είπε κοφτά η Γωγώ, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει. Δε χρειαζότανε άλλωστε. Ήξερε πως πίσω της ήταν ο Παναγόπουλος. «Ναι», είπε εκείνος, «Φραουλόζουμο. Ξινισμένο φραουλόζουμο». Το μυαλό της μετά βίας αντιλήφθηκε τα λόγια του διότι τα μάτια της εξέταζαν πυρετωδώς το θέαμα που βρισκότανε σχεδόν μπροστά στα πόδια της. Άρχισε να καταγράφει νοερά αυτό που έβλεπε, όπως έκανε πάντα. «Ένα ενιαίο σκοινί, γεροί κόμποι, ναυτικοί — χέρια δεμένα πισθάγκωνα στους καρπούς, πόδια ενωμένα με τρεις θηλιές στους αστράγαλους —  το σώμα ανέπαφο χωρίς εμφανείς πληγές ή τραύματα — μαύρα ρούχα, το πουκάμισο στραπατσαρισμένο, σκισμένο μπροστά, υγρό και σύχρηστο —λαιμός και πρόσωπο κρυμμένα πίσω από τον παχύρευστο, κολλώδη πολτό που τα έβαφε κόκκινα και τα κολημένα στο δέρμα μαλλιά —μάτια…». Ξεροκατάπιε και έσμιξε τα φρύδια σε έναν αδιόρατο μορφασμό. «Μάτια, στόμα ανοιχτά». Είχε δει πολλά· αυτή ήταν η δουλειά της, εξάλλου. Είχε δει πυροβολημένους, μαχαιρωμένους, στραγγαλισμένους· είχε δει ανθρώπους σκοτωμένους στο ξύλο· είχε δει τσιμεντωμένους στον πάτο της θάλασσας· πρώτη φορά όμως έβλεπε να πνίγουν άνθρωπο σε χυμό φράουλας.

«Τον ξέρω», μουρμούρισε. Το γάβγισμα του σκύλου την ξάφνιασε. Έστρεψε το βλέμμα της πάνω στην κόκκινη μουσούδα και κατόπιν, σα να ξύπνησε από ύπνωση, κοίταξε γύρω της. Ένα σωρό μαλάκες να διαγκωνίζονται για το ποιος θα πρωτογαμήσει τη σκηνή του εγκλήματος. Ένας ψηλός ξανθός απέναντι είχε σηκώσει το κινητό του κι έβγαζε φωτογραφίες. «Γαμώ την πουτάνα μου μέσα», γρύλισε μέσα από τα δόντια της και με αποφασιστικότητα ύψωσε το χέρι της σε μια χειρονομία που θύμιζε τροχονόμο. «Κυρίες και κύριοι, σας παρακαλώ πολύ να απομακρυνθείτε. Είμαι αστυνομικός. Μην φωτογραφίζετε κύριε», είπε απευθυνόμενη στον ξανθό γίγαντα. Εκείνος την κοίταξε με άδειο βλέμμα και κατέβασε το κινητό αδιαμαρτύρητα. Η Γωγώ άρχισε να πυροβολεί εντολές. «Είναι εδώ ο διευθυντής του ξενοδοχείου; Βρείτε μου τον διευθυντή αμέσως. Απομακρυνθείτε, είπαμε. Κυρία μου, πάρτε τα παιδιά σας, για όνομα του Θεού. Το προσωπικό: Οδηγείστε τον κόσμο μακριά από εδώ, δε θα το επαναλάβω». Όσο τα έλεγε έψαχνε με τα μάτια να βρει τον Παναγόπουλο να βεβαιωθεί αν έβγαζε — το ρεμάλι— φωτογραφίες ή αν μιλούσε με μάρτυρες ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, από αυτά που θα έκανε ως μαλάκας δημοσιογράφος που ήτανε. Παράλληλα έβγαζε από την τσέπη το κινητό της και με μια βιαστική κίνηση πάτησε ανάκληση στο νούμερο του Λάμπρου. «Ναι; Εδώ Δασκαλάκη. Έχουμε κι άλλον νεκρό. Ναι. Ελάτε αμέσως στο Μάρε Νόστρουμ στη Σκαφιδιά. Ναι, φυσικά είμαι σίγουρη πως είναι νεκρός, αστυνόμε. Οκέι, ναι, καλέστε τους εσείς. Να τσακιστούνε όμως. Έχω εδώ μια στρατιά τουρίστες που βγαίνουν αναμνηστικές στην πρασιά με το πτώμα».  Και του το έκλεισε.

«Τον Λάμπρου πήρες;» Τα νεύρα της ήταν τόσο τεντωμένα που αναπήδησε. Έκανε μεταβολή απότομα και ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Παναγόπουλο. «Πού βοσκούσες εσύ; Κοίτα μη δω σε καμια κωλοφυλλάδα πρωτοσέλιδο τον νεκρό, θα ευχηθείς να ήσουν εσύ στη θέση του». «Αστειεύεσαι; Δεν είμαστε το Πρώτο Θέμα, καλή μου». «Ναι, μη χέσω, όχι, είστε καλύτεροι. Ναι, τον Λάμπρου πήρα για ενισχύσεις. Ήταν, λέει, εδώ κοντά, δε θ’ αργήσει. Κι ευτυχώς, γιατί σε λίγο θα αρχίσουν να παίρνουν κομματάκια από τα ρούχα οι τουρίστες για σουβενίρ». Ο Παναγόπουλος έγνεψε με το κεφάλι προς το πτώμα. «Μέρα μεσημέρι, μαλάκα. Ή λες να είναι αφημένος εδώ από χτες;» «Όχι, χτες τον είδα». Η Γωγώ λύγισε τα γόνατά της για να φέρει το πρόσωπο της πιο κοντά στο πτώμα παρόλη την αηδία που της προκαλούσε η φριχτή οσμή της φράουλας. «Γαμώτη, σε μένα που τις σιχαίνομαι έπρεπε να τύχει», μουρμούρισε. Άπλωσε το χέρι και σκούντησε προσεκτικά με το κινητό της το άψυχο σώμα που υποχώρησε ελαφρά κάτω από την πίεση. «Δεν έχει αρχίσει η νεκρική ακαμψία. Ούτε πέντε ώρες δεν έχει νεκρός», σκέφτηκε. Παραλίγο να το πει και δυνατά για το ακούσει ο Παναγόπουλος αλλά συγκρατήθηκε. Είπαμε. Ανταλλαγή πληροφοριών μεν, αλλά τόσο-όσο. «Τον είδες — που σημαίνει τον ξέρεις;» τη ρώτησε εκείνος. Η Γωγώ σηκώθηκε πάλι όρθια και τον κοίταξε. «Παραλίγο να τον πατήσουμε με το αμάξι της υπηρεσίας την ώρα που πήγαινα να συναντήσω τον Λάμπρου». «Όνομα;». Η Γωγώ ζύγισε για λίγο το αν θα απαντούσε την ερώτησή του. «Μάκης. Έχει —είχε— κωλόμπαρο στον Πύργο. Αυτό ξέρω μόνο».

 * * *

Ξαναβγήκε στο μπαλκόνι, αυτή τη φορά ντυμένος και έτοιμος για αναχώρηση.  Προτού στρέψει και πάλι βιαστικά την πλάτη του στο δράμα που εκτυλισσόταν στον κήπο, πρόλαβε να δει την άφιξη της Αθηναίας αστυνομικίνας —«μουνάρα η άτιμη»— και τον Παναγόπουλο να της μιλάει. Οι διάφοροι ρεμπεσκέδες γύρω τους του εμπόδιζαν τη θέα προς αυτό που αποτελούσε προφανώς το θέμα της συζήτησης αλλά, ούτως ή άλλως, δεν είχε περιέργεια. Άλλο τον έκαιγε τώρα.

Όπως είχαν έρθει τα πράγματα, και δεδομένου ότι ο Μεγάλος είχε κάνει του κεφαλιού του, έπρεπε να δράσει αστραπιαία. Οι εξελίξεις τον είχαν προλάβει. Κι ο μαλάκας ο Λάμπρου; Πού ήταν ο Λάμπρου που υ-πο-τί-θε-ται ότι θα κατέφθανε πρώτος πριν χώσει τη μύτη της η μουνάρα απ’ την Αθήνα; Κάνοντας ένα απότομο βήμα προς το κομοδίνο τον διαπέρασε μια σουβλιά που τού θύμισε το πουτανάκι που τον δάγκωσε. Κοίταξε γύρω του στο δωμάτιο. Άδειο. «Καλύτερα που έφυγες μαλακισμένο γιατί θα στα έσπαγα τα δοντάκια σου τα απρόσεκτα», σκέφτηκε και στην ανάμνηση δάγκωσε το κάτω χείλος του κάνοντας έναν μορφασμό πόνου.

Μετά άπλωσε το χέρι και πήρε πάνω από το κομοδίνο λεφτά, κλειδιά αυτοκινήτου και κινητό και τα έβαλε στις τσέπες του βιαστικά. Έφτασε ως την πόρτα και εκεί σταμάτησε απότομα. «Πού πάω ο μαλάκας;» — κι έδωσε μια με το χέρι στο μέτωπό του. Επέστρεψε με γρήγορες δρασκελιές —όσο γρήγορες επέτρεπε το λαβωμένο πέος— στο κομοδίνο, άνοιξε το συρτάρι, πήρε από μέσα το κινητό του Καρύδη και το έχωσε βαθιά στην αριστερή τσέπη.

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 8 Οκτωβρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.