Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 16ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 16ο: Γιώργος Θεοχάρης]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη. Ο «Μεγάλος» —ο μυστηριώδης άγνωστος που κινεί τα νήματα;— τηλεφωνεί στον αστυνομικό διευθυντή Λάμπρου και τον ξεχέζει, απειλώντας ταυτόχρονα τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, ενώ παράλληλα η Ντάρια Σίγκελ, πιστή βοηθός επί χρόνια του Καρύδη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, όταν ένα αυτοκίνητο φρενάρει έξω από το σπίτι της… Ο Νασόπουλος παρακολουθεί τον Παναγόπουλο να φεύγει από το ξενοδοχείο προς το Κατάκολο και τηλεφωνεί σε κάποιον να δώσει λογαριασμό. Ο Παναγόπουλος φτάνει στη μαρίνα, παίρνει μια βάρκα και κατευθύνεται προς ένα γιοτ, αραγμένο στα ανοιχτά αρόδο…

* * *

Κόντευαν μεσάνυχτα όταν ο Λάμπρου θεώρησε ότι η ομάδα του είχε κάνει το καθήκον της στη σκηνή του εγκλήματος (δεν είναι κι εύκολο να εξασφαλίσει κανείς ότι δεν θα βρεθεί, έστω και κατά λάθος, το παραμικρό στοιχείο, κι αυτό επειδή, όταν δεν ξέρεις τι ακριβώς πρέπει καταστρέψεις, πρέπει να καταστρέψεις κυριολεκτικώς τα πάντα) και έδωσε εντολή σε όλους τους παρατρεχάμενους να τα μαζέψουν και να γυρίσουν στη βάση τους. Ενημέρωσε τον διευθυντή του ξενοδοχείου, ο οποίος περιφερόταν καταρρακωμένος στον κατεστραμμένο κήπο, ότι το ξενοδοχείο μπορούσε να επιστρέψει στην κανονική του λειτουργία. Κανονική; Λειτουργία; Ο διευθυντής, στα πρόθυρα εγκεφαλικού, έδειχνε τριγύρω του βγάζοντας άναρθρους ήχους. Ο Λάμπρου τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, είπε (χωρίς να κάνει χιούμορ) «δε χρειάζεται να μας ευχαριστήσετε, δεν κάναμε παρά το καθήκον μας», και τον άφησε στον τόπο.

Πριν φύγει από το Mare Nostrum, έπρεπε να πει δυο κουβεντούλες στην υπαστυνόμο Δασκαλάκη. Ρώτησε στη ρεσεψιόν και του είπαν ότι είχε ανέβει στο δωμάτιό της. Ένα λεπτό αργότερα χτυπούσε την πόρτα του 207. Η Γωγώ τού άνοιξε μ’ ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι. Τον οδήγησε στο μπαλκόνι χωρίς να του πει κουβέντα.

«Πίνεις εν ώρα υπηρεσίας, υπαστυνόμε; Τέτοια σας μαθαίνουν στη σχολή σήμερα;»

«Χυμός μήλου είναι, αστυνόμε. Θα σου πρόσφερα έναν, αλλά ξέμεινα. Μόνο χυμό φράουλας έχω. Θέλεις έναν;»

Το στομάχι του Λάμπρου, αψηφώντας τη βαρύτητα, έφτασε στους πνεύμονες, αλλά η παλιά καραβάνα ξεροκατάπιε, και τα χειρότερα απεφεύχθησαν.

«Δεν είναι ώρα γι’ αστεία».

«Μα γιατί το λες αυτό, αστυνόμε; Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στα μέρη σου, είμαι στην καρδιά μιας φαρσοκωμωδίας».

Το στομάχι του αστυνόμου προσπάθησε πάλι να πάρει ολόκληρο την ανηφόρα του οισοφάγου. Χάντρες κρύου ιδρώτα στόλισαν το φαρδύ του μέτωπο.

«Μη λες “καρδιά”! Ούτε “φράουλα”!» Αναγούλα. Αναγούλα!

Έβγαλε ένα χαρτομάντιλο να σκουπίσει τον ιδρώτα και πήρε βαθιές ανάσες. Το βλέμμα του έπεσε στις γάμπες απέναντί του και σαν κάπως να συνήλθε. Η Γωγώ είχε πλήρη επίγνωση της επίδρασης που είχαν οι γάμπες της στους άντρες, και δεν ντρεπόταν να ομολογήσει ότι τις χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν, και στη δουλειά και στη ζωή. Αλλά ήξερε επίσης ότι “νυστέρι σώζει, νυστέρι σφάζει”. Και τώρα ήθελε να σφάξει.

«Λάμπρου, κομμένες οι μαλακίες! Η έρευνα δεν προχωράει. Έχουμε και δεύτερο πτώμα, και είμαστε στο μηδέν. Είμαι σίγουρη ότι αυτό δεν οφείλεται στην ανικανότητα της αστυνομικής σου διεύθυνσης. Όχι μόνο, τουλάχιστον. Δεν ξέρω το παιχνίδι που παίζεται, αλλά θα το μάθω. Θα τα κάνω όλα πουτάνα, αλλά θα μάθω. Και δεν πρόκειται να χαριστώ σε κανέναν. Όσο ψηλά κι αν βρίσκεται. Κατάλαβες;»

“Δεν το πιστεύω, μου ψιλοσηκώθηκε!” απόρησε από μέσα του ο αστυνόμος. “Σκύλα, δε λέω, αλλά σκύλα-καυλοράπανο”. Πήρε ένα ύφος που ο ίδιος βλακωδώς πίστευε ότι ήταν συναινετικό, αν όχι σαγηνευτικό –τρομάρα του–, κι έκανε μια προσπάθεια να την κατευνάσει.

«Υπαστυνόμε, παραφέρεσαι. Να δεις που αύριο θα μπει το νερό στ’ αυλάκι. Σε παρακαλώ, περίμενε ακόμα λίγες ώρες πριν δώσεις αναφορά στην Αθήνα. Έχω κάτι στο μυαλό μου».

“Εκτός από σκατά;” είχε την ατάκα έτοιμη η Γωγώ, αλλά δεν την ξεστόμισε. Όπως δεν αποκάλυψε και το ότι είχε ήδη ενημερώσει το αφεντικό στην Αθήνα, απ’ όπου και πήρε τη ρητή εντολή «να τα κάνει όλα πουτάνα», έκφραση που η Γωγώ σκόπευε στο εξής να χρησιμοποιεί μέχρι κατάχρησης. Όλο “να φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο” και “να λάμψει η αλήθεια”, δηλαδή; “Σιγά να μην παραγγείλω και μια γαρνιτούρα ΕΔΕ! Ως εδώ, ρε μαλάκες, αρκετά! Φτάνει πια!”

«Εντάξει, αστυνόμε, θα περιμένω». Χαμόγελο για διαφήμιση οδοντόπαστας. Και σταυροπόδι, στο καπάκι.

Τώρα ήξεραν και οι δύο ότι αλληλοδουλεύονταν, γι’ αυτό και χώρισαν σαν παλιόφιλοι.

Μόλις ξεκουμπίστηκε ο Λάμπρου, η Γωγώ φόρεσε τζιν και αθλητικά παπούτσια, και βγήκε. Προσπάθησε για μια στιγμή να υπολογίσει τι και πόσο είχε πιει από το απόγευμα, αλλά τα παράτησε. Άλλωστε, αισθανόταν νηφάλια σαν δικαστής (αν και ποτέ δεν κατάλαβε τι σήμαινε αυτή η φράση – εκείνη ήξερε κάμποσους δικαστές μπέκρες· άρα, εντάξει). Θα πήγαινε να κάνει μια επίσκεψη στο Μωρό, στον Πύργο, για να συλλυπηθεί τους βαριά τον Μάκη πενθούντες.

* * *

Ο Παναγόπουλος, στο μεταξύ, τραβούσε κουπί. Κυριολεκτικά. Προσπαθούσε να φτάσει με τη βαρκαρόλα του μπαρμπα-Κώστα στο κότερο του Βελόπουλου, το Dolce Vita, που ήταν αρόδου. Από τη στεριά φαινόταν κοντά, αλλά δεν ήταν. Μετρούσε από μέσα του τις κουπιές, για να κρατάει ρυθμό, “πόσα κυβικά μαλάκας είσαι, 31, πόσα κυβικά μαλάκας είσαι, 32” κ.ο.κ. Μα που πήγαινε; Άντε κι έφτανε κάποτε, τι θα έκανε; Δεν ήξερε καν για τι ή ποιον έψαχνε. “Ο ψάχνων βρίσκει, ρε φίλε, σύμφωνοι, αλλά ποιος σε διόρισε Γκαστόνε και δεν μας το ’πε;” Τέτοια αισιόδοξα σκεφτόταν όσο κωπηλατούσε. Τέτοια και τον Νασιόπουλο. Γιατί τον παρακολούθησε από το Mare Nostrum; Για να βρει έτοιμο ρεπορτάζ, ο άχρηστος, ή μήπως ήταν κι αυτός στο κόλπο; Μάλλον το δεύτερο. Ευτυχώς που τον έκανε κι έριξε το αυτοκίνητό του σε χαντάκι όταν άνοιξαν ταχύτητα, και τον ξεφορτώθηκε.

Κάποτε έφτασε στα είκοσι μέτρα από το κότερο και σταμάτησε. Τεράστιο ήταν! Πλαστικό και νεοπλουτίστικο, αλλά τεράστιο, μπορεί και τριάντα μέτρα. Είχε φως μόνο στην πρύμνη, όπου έβλεπε και κάποια κίνηση. Σκέφτηκε να πάει προς την πλώρη και– Και μετά τι; Να βάλει τον κασκαντέρ ν’ ανέβει από την αλυσίδα της άγκυρας; “Δεν έχει κι έναν τηλεφωνικό θάλαμο ν’ αλλάξω στολή, ρε γαμώτο”. Ναι, αυτό έφταιγε! Λες και όλα τα άλλα τα είχε λυμένα. Έφτασε στα δέκα μέτρα από την πλώρη και σταμάτησε. Δεν έβλεπε την τύφλα του. Το φεγγάρι είχε ρεπό. Τώρα;

Όσο σκεφτόταν ότι δεν έχει γυριστεί ακόμα Die Hard στη θάλασσα (“μωρή κουφάλα, Bruce Willis, για σένα δουλεύω”), είδε (δηλαδή, άκουσε) κίνηση στην πλώρη, και μετά ένα μπλαααφ! Ύστερα, σκόρπια γέλια και λέξεις σε γλώσσα που δεν αναγνώρισε. Μετά ησυχία. Έφυγαν.

Κάτι είχαν πετάξει στη θάλασσα. Πλησίασε με τη βάρκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Ντoνκ! (Ντονκ; ) Κάπου βρήκε! Έστησε αυτί προς το κότερο· τίποτα από δω μεριά, μόνο στην άλλη άκρη, στην πρύμνη, ακούγονταν αμυδρώς φωνές. Φακό είχε; Όχι, βέβαια! (“Και μου έλεγε ο δάσκαλος, όταν πηγαίνεις για ρεπορτάζ να παίρνεις πάντα μαζί σου ένα fuck off! και μια αλλαξιά εσώρουχα!”). Έσκυψε ο μισός έξω από το παραπέτο κι έψαξε με τα χέρια. Πάνω σε τι είχε κοπανήσει; Σάρκα. Άνθρωπος στη θάλασσα! Μανουβράρισε το πλεούμενο (ο Ποσειδώνας να το κάνει, δηλαδή) και ήρθε στο πλάι του ανθρώπινου μπόγου. Έπιασε απ’ όπου βρήκε και τράβηξε με όλη του τη δύναμη το σώμα προς το μέρος του. Το σκαφίδι ευτυχώς άντεξε και δεν μπατάρισε. Με τα χίλια ζόρια κατάφερε κι ανέβασε το βαρύ σαν πτώμα σώμα στη βάρκα. Πήρε τα κουπιά και ξεκίνησε μια κούρσα, τύφλα να ’χουν οι κωπηλατικές ομάδες της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ μαζί.

* * *

Η Γωγώ παρακάλεσε τον ταξιτζή να την περιμένει, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος, οπότε τον πλήρωσε και τον καληνύχτισε. Κοίταξε την ταμπέλα νέον από πάνω της: «Το Μωρ» (το “ό” καμένο).

Κάποιον θα έπρεπε να ενημερώσει για την ενδεχομένως τελευταία της στάση γενικώς, και με βαριά καρδιά (“μη λες καρδιά! – χα χα χα!”) συνειδητοποίησε ότι δεν είχε άλλον από τον Παναγόπουλο. Του έστειλε στα γρήγορα, πριν το μετανιώσει (που θα το μετάνιωνε, δεν αμφέβαλε καθόλου), ένα μήνυμα στο κινητό.

«Το Μωρ», λοιπόν. Ψευτοτραγούδησε “Tomorrow is only a day away” και μπήκε. Με μια ματιά, κωλόμπαρο από τα καλύτερα της αγνής ελληνικής επαρχίας. Ημίφως, σκυλάδικα, γυψοσανίδες. Ένας ανεμιστήρας οροφής ανακάτευε τις οσμές (αποσμητικό χώρου, κάπνα, ανθρωπίλα) και κείνες το στομάχι της. Η μπάρα δεξιά, καμιά δεκαριά τραπέζια αριστερά. Στο βάθος κάμποσες πόρτες. Λίγος ο κόσμος·  κάποια εργαζόμενα κορίτσια και μισή ντουζίνα ρεμάλια. Μέσα στη μαυρίλα, κανείς δεν της έδωσε σημασία. Πήγε κατευθείαν στη μπάρα κι έκανε νόημα στον μπαριτζή που κοιμόταν όρθιος στην άλλη άκρη.

«Καλησπέρα».

Την κοίταξε καλά-καλά. Προφανώς δεν σύχναζαν εκεί γυναίκες μόνες. Του ανταπέδωσε το σκανάρισμα στα ίσια. Ψηλός, αδύνατος, μελαχρινός. Τατουάζ, σκουλαρίκι, αλογοουρά.

«Διαταγές».

Σε τέτοιου είδους μαγαζιά, ήξερε η Γωγώ, δεν έχει διαφορά το πετρέλαιο κίνησης από το πετρέλαιο θέρμανσης, οπότε μπύρα.

«Τι μπύρα;»

«Ό,τι να ’ναι».

«Α, η καλύτερη της Τσεχίας! Έφτασε».

Άλλος εξυπνάκιας! Η Γωγώ είχε μια θεωρία για τους “κάτσε πίσω από τη μπάρα”: τα τρία βήτα – και τούτος εδώ ήταν κλασικό δείγμα: βιαστικός, βρώσιμος, βλαξ. Γύρισε με την μπύρα κι ένα μπολάκι πατατάκια.

«Τίποτ’ άλλο;»

«Συλλυπητήρια».

«Έλα μου;»

«Λέω, τα συλλυπητήριά μου. Για τον Μάκη. Οι καλύτεροι φεύγουν πρώτοι, τι να πεις;»

Του κόπηκε το χαμόγελο με τη μία.

«Οι μπάτσοι ήρθαν πριν από ώρες και μου τα ’σπασαν. Τι θέλετε πάλι;»

Έφαγε με το πάσο της ένα πατατάκι.

«Δεν είμαι μπάτσος. Αυτός είναι μπάτσος».

Σλαπ! Του λύθηκε η αλογοουρά του τύπου. Μέχρι να συνέλθει, τον είχε αρπάξει από το λαρύγγι.

«Ποιος κάνει κουμάντο σ’ αυτό το μπουρδέλο;»

«Η κυρία Σόνια».

«Πού είναι;»

«Πρώτη πόρτα δεξιά».

Τον άφησε.

«Βάλε πάγο, πάντα να βάζεις πολύ πάγο. Ξέρεις εσύ».

«Ξέρεις κάτι; Άντε και γαμήσου!»

«Όχι μαζί σου».

Πήρε το μπουκάλι της και κατευθύνθηκε αργά προς την πρώτη πόρτα δεξιά.

* * *

Όταν απομακρύνθηκε σε απόσταση ασφαλείας, έβγαλε τον αναπτήρα και φώτισε το πρόσωπο της γυναίκας που είχε περισυλλέξει.

“Η Σίγκερ! Αναπνέει;”

Ανάπνεε. Σκέφτηκε να της κάνει τεχνητή αναπνοή, αλλά αποφάσισε ότι δεν υπήρχε λόγος (χώρια που δεν ήξερε πώς). Με το φως του αναπτήρα κοίταξε αν υπήρχαν ορατά προβλήματα· όχι. Τη γύρισε στο πλάι, αλλά δεν έβγαλε τίποτα· δεν είχε προλάβει να πιει νερό. Στα κουπιά!

Άκουσε το κινητό του να τον ειδοποιεί ότι είχε μήνυμα, αλλά το αγνόησε, ο επίμονος κωπηλάτης.

* * *

Το γραφείο δεν είχε γραφείο, μόνο έναν καναπέ και δύο πολυθρόνες. Στον καναπέ καθόταν μια γυναίκα. Κανείς άλλος στο δωμάτιο. Μια πόρτα στο πίσω μέρος, μισάνοιχτη. Η Γωγώ εστίασε στη γυναίκα. Πενηντάρα, μπορεί και μικρότερη – τα νυκτόβια είδη γερνάνε πρόωρα. Περπατημένη. Σκληρό πρόσωπο, όλο γωνίες. Πρώην miss Πύργος by night, νυν τσατσά, έβγαλε το αβίαστο συμπέρασμα η Γωγώ. Κάπνιζε κι έπινε, σεκλετισμένη.

«Η κυρία Σόνια;»

«Εσύ ποια είσαι;»

«Υπαστυνόμος Δασκαλάκη, ανθρωποκτονίες». Ποτέ δεν το έλεγε αυτό, πώς της ήρθε; Απόρησε κι η ίδια. Χώρια που της ακούστηκε αστείο: ήταν σαν να δήλωνε πως κάνει ανθρωποκτονίες.

«Ήταν πριν από λίγο εδώ οι γνωστοί μαλάκες. Τι θα γίνει τώρα, θα μας τα κάνετε τσουρέκια;»

«Εγώ είμαι από άλλο κλιμάκιο μαλακίας. Επιτρέπετε;» Πριν πάρει απάντηση, στρώθηκε σε μία από τις δύο πολυθρόνες, σ’ εκείνη που έβλεπε προς την πόρτα που οδηγούσε στη σάλα. Έτσι άφηνε τα νώτα της ακάλυπτα, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή – θα ήταν αγένεια να σταθεί με την πλάτη στον τοίχο.

«Ζωή σε λόγου σας, να ζήσετε να τον θυμόσαστε».

Η πενηντάρα γρύλισε και στράγγιξε το ποτήρι της. Έπιασε ένα μισογεμάτο μπουκάλι Lagavulin από το τραπεζάκι δίπλα της και σέρβιρε στον εαυτό της ένα διπλό. Καμία κίνηση να προσφέρει ένα ποτό στη Γωγώ, η οποία, παρεμπιπτόντως, δεν θα έλεγε όχι.

«Δεν θα έπρεπε να κλείσετε απόψε; Σε ένδειξη πένθους, και καλά».

«Κοίταξε, υπολοχαγέ Νατάσα, πώς-σε-λένε, πες αυτό που έχεις πεις και άδειασέ μου τη γωνιά, δεν έχω την όρεξή σου».

«Τι σχέση είχατε με τον δολοφονημένο, κυρία Σόνια;»

«Τα είπα όλα στο τρίο Στούτζες νωρίτερα. Όλο τα ίδια θα λέμε; Τι σκατά θέλεις από μένα;»

«Άπαπα, νεύρα! Χαλαρώστε, κυρία μου. Σε μια ερώτηση να μου απαντήσετε και τελειώσαμε».

Έκανε μια δραματική παύση και ήπιε ανόρεχτα μια γουλιά μπύρα.

«Τι είχε μέσα το μαύρο κουτί που κουβαλούσε χθες το μεσημέρι ο Μάκης στο κέντρο του Πύργου;»

Κάποιος έσβησε τα φώτα. Ή αυτό, ή κάποιος την κοπάνησε από πίσω στο κεφάλι με κάτι βαρύ, πολύ βαρύ.

* * *

Όταν έφτασε στη μαρίνα, έβγαλε τη γυναίκα από τη βάρκα και την ξάπλωσε στο τσιμέντο. Όντως δεν έβλεπε ζημιά, εκτός από το καρούμπαλο-φωτοστέφανο που της είχε κάνει ο ίδιος με τη βάρκα. Της έδωσα κανα-δυο σκαμπιλάκια και σάλεψε. Εντάξει! Τη φόρτωσε στο αυτοκίνητο κι έφυγε με χίλια.

Κάτι χιλιόμετρα παρακάτω, θυμήθηκε να ελέγξει το κινητό του. Μήνυμα από τη Γωγώ: «αν δε μλησουμ εσε μισ ωρα επα το μωρο». “Αυτή είτε που με πεθαίνει για μένα είτε που πεθαίνει, τελεία – πιθανότατα και τα δύο μαζί”. Ωραία! Είχε δίπλα του μία γυναίκα που θα είχε πνιγεί αν δεν βρισκόταν κατά τύχη εκείνος να την περιμαζέψει, και μία άλλη που είχε πάει να το παίξει Φίλιπ Μάρλοου στη φωλιά του λύκου. Άψογα! «Μα πού είναι οι μπάτσοι όταν τους χρειάζεσαι; Πού είναι το κράτος, γαμώ τα τρία τους μνημόνια με τη σειρά, ρε πούστη μου!»

Λίγο πριν μπουν στον Πύργο, η Ντάρια Σίγκερ έδειξε σημεία ανάνηψης. Έκανε στην άκρη και της έδωσε να πιει λίγο νερό.

«Κύριος Παναγόπουλος!» Τον αναγνώρισε, καλό αυτό.

«Τι έγινε, κυρία Σίγκελ;»

«Ήρθαν σπίτι, στον Άγιο Γιώργκιο, και μπαμ και μπουμ, με γκάμησαν!»

«Τι λες τώρα, μωρέ;»

«Two guys. Ταινία εδώ, στόμα, handcuffs, πήραν κουτί με γκράφες και laptop».

«Σου πήραν τις αγκράφες;»

«No, χαρτιά! Documents! Και computer! Με χρειάστηκαν να γράψω μονοκτονία, suicide note, αυτό. Έγραψα. Μετά τράβηξαν σε squad car και με speedboat to a yacht».

Ο Παναγόπουλος σκόνταψε στο “squad car”. Περιπολικό;

«Κάτσε καλά! Πολίς καρ , αρ γιου σουρ;»

«Yes!»

«Ένστολοι; Γιούνιφορμς;»

«No, in plain clothes. Και στο yacht δε μιλάνε, no questions, they gave me a shot–»

«Σε πυροβόλησαν;!»

«No, injection!» Έκανε με το χέρι πως πιέζει το έμβολο μιας σύριγγας στο μπράτσο της. «Then everything went blank».

Ο Παναγόπουλος βγήκε από το mode google trans και ανακεφαλαίωσε για να είναι σίγουρος ότι είχε καταλάβει σωστά: «Δύο τύποι με πολιτικά  μπούκαραν στο σπίτι της εταιρίας στον Άγιο Γεώργιο, σε φίμωσαν και σου πέρασαν χειροπέδες, σε έβαλαν να γράψεις σημείωμα αυτοκτονίας, πήραν τον υπολογιστή σου και έγγραφα του Καρύδη, σε φόρτωσαν σε περιπολικό, σε κουβάλησαν στο κότερο, σε νάρκωσαν και σε φουντάρισαν».

«Exactly!»

“Η κυρά-Ντάρια ξέρει πολλά. Και χθες μου έκανε την αρσακειάδα”, σκέφτηκε ο Παναγόπουλος, αλλά αποφάσισε ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό αργότερα.

«Ο Νασιόπουλος με παρακολουθεί την ώρα που ο Λάμπρου βάζει να σε φέρουν σηκωτή στο κότερο του Βελόπουλου. Βελόπουλος, Νασιόπουλος, Λάμπρου! Σκατά! Η Γωγώ!»

Έβαλε μπρος και γκάζωσε.

«Πού πάμε, Mister Panagopoulos;»

«Στο Μωρό, μωρό μου, στο Μωρό».

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 5 Νοεμβρίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.