Το τέταρτο λαχείο

—Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία του Γιώργου Γλυκοφρύδη, γραμμένη αποκλειστικά για το dim/art

2013, Δεκέμβριος. Αθήνα

1.

ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ήταν πολύ μικρό. 35τ.μ.

Οι τοίχοι, χωρίς κανέναν πίνακα ή κάδρο ή φωτογραφία ή κάτι. Εξαιρουμένης μιας, μεγεθυσμένης σε διαστάσεις αφίσας, έγχρωμης φωτογραφίας από τις εγκαταστάσεις Cloud της Google. Ένας χωρίς τέλος, μπλε φωτισμού, διάδρομος, γεμάτος από αναρίθμητα server rack με πολύχρωμα καλώδια εξαιρετικής στοίχισης. Ένα κυριολεκτικό server farm που δήλωνε τη δύναμη όποιου το κατείχε, μόνο και μόνο από την εμφάνισή του.

Το σπίτι είχε επίσης ένα ευμέγεθες ξύλινο γραφείο σε βαθύ καφέ χρώμα. Επάνω στο γραφείο, μία οθόνη 27 ιντσών ή και παραπάνω. Μπροστά της, μία μαύρη μεταλλική πολυθρόνα εμβληματικά ανατομική, προσαρμοζόμενη στο σώμα του χρήστη της με τέτοιο τρόπο που, αν ήταν σκηνικό επιστημονικής φαντασίας για προσωπική συσκευή ταξιδιών στον χρόνο ή τηλεμεταφοράς, θα ήταν απολύτως πιστευτή. Η οθόνη κάλυπτε τόσο το οπτικό πεδίο όποιου καθόταν μπροστά της, ώστε δεν είχε σχεδόν καμία σημασία τι υπήρχε γύρω της. Στο γραφείο, εκτός από την οθόνη, δεκάδες αντικείμενα. Άλλα γνώριμα, άλλα απροσδιόριστα: μολύβια και στυλό, σκόρπια· σελίδες ανάκατες, χειρόγραφες, όχι πάντα με κείμενο· μικρά μπουκαλάκια από φάρμακα· ηλεκτρονικές συσκευές όπως cd rom, ipod, κάποιο tablet, πιθανόν ένα εξωτερικό ssd, και άλλες μη αναγνωρίσιμες, συνδεδεμένες όλες αναμεταξύ τους. Και κάμποσα άλλα, πολύχρωμα ή μη. Και cd δεκάδες, σε ντάνες. Σκονισμένα τα περισσότερα.

Πιο εκεί, ένα μονό κρεβάτι. Με λευκό πάπλωμα, στρωμένο. Ένα kindle και κάποιο smartphone, πεταμένα επάνω του. Πιο εκεί, τίποτε άλλο. Μήδε βιβλιοθήκη με έντυπα ή βιβλία, μήδε μπουφάν πεταμένα δεξιά κι αριστερά, μήδε τασάκια με αποτσίγαρα, ή μποτίλιες με ποτά, ή ό,τι άλλο, δήθεν αυτονόητο. Μόνο κάποια ράφια με σελίδες χυμένες άτακτα, και άτσαλα διπλωμένα ρούχα. Και δύο βαριές βαλίτσες. Η μία, θεόρατη.

Στο βάθος, όσο βάθος μπορούσε να έχει ένα διαμέρισμα 35τ.μ., η πόρτα της τουαλέτας. Στ’ αριστερά, μικρή κουζίνα· πλήρως, όμως, εξοπλισμένη.

Στον απέναντι τοίχο, ένα πολυμηχάνημα εκτύπωσης με κάμποσα συρτάρια και άλλες ενσωματωμένες συσκευές που εξείχαν δεξιά κι αριστερά ως συστήματα οπλισμού μαχητικού αεροσκάφους. Δίπλα του, τακτοποιημένα βιβλία. Και έγγραφα. Στο πάτωμα. Ογκώδη βιβλία τα περισσότερα. Σίγουρα όχι λογοτεχνίας.

Παρ’ όλα αυτά, από έναν άλλο τοίχο του σπιτιού που ήταν ολόκληρος, μία διπλή μπαλκονόπορτα οδηγούσε στη βεράντα που μάλλον είχε μεγαλύτερο μέγεθος από το ίδιο το σπίτι — και από την Αθήνα ίσαμε την Ακρόπολη, τον Λυκαβηττό, και τον Πειραιά μαζί, με τη θάλασσα που πρόβαλλε αχνά στο ξημέρωμα, γιατί ξημέρωμα ήταν τώρα, έμπαινε ένα γλυκό ήσυχο φως που ίσα να φανεί προλάβαινε προτού φτάσει να ’ρθει στο σπίτι και να καθίσει στα πάντα· ελαφριά σκόνη, πιο πολύ κόκκος έγχρωμης φωτογραφίας παλιού ευαίσθητου φιλμ.

2.

Η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε απότομα κι ένας άνδρας ακαθόριστης ηλικίας —μπορεί κι εκεί γύρω στα 45— βγήκε προχωρώντας γρήγορα προς το γραφείο. Ψηλός, όχι και τόσο αδύνατος, μελαχρινός. Μαλλιά ανακατεμένα και πολλά. Αξύριστος, αν και όχι πάνω από μία εβδομάδα.

Κάθισε στην πολυθρόνα κι η οθόνη άναψε μόνη της. Λες και τον πήρε είδηση που κάθισε μπροστά της. Άνοιξε το ένα και μοναδικό συρτάρι του γραφείου κι έβγαλε από μέσα ένα μαύρο, μεγάλο και βαρύ πληκτρολόγιο. Και το συνέδεσε με διπλά καλώδια στο πλάι της οθόνης. Η οθόνη ζωντάνεψε κι άρχισε να βγάζει ήχους επιβεβαίωσης ή και ερώτησης, ανοιγοκλείνοντας παράθυρα εφαρμογών, κι ανέβασε και μια λεπτή μουσική. Πολύ χαμηλή. Τι μουσική ήταν δεν ήταν κατανοητό, μάλλον κλασική.

Άνοιξε ξανά το συρτάρι κι έβγαλε ένα ποντίκι το ίδιο μαύρο και βαρύ, και το ακούμπησε εκεί δίπλα. Σηκώθηκε και πήγε μέχρι την πόρτα της εισόδου και πείραξε τον θερμοστάτη της αυτόνομης θέρμανσης. Είχε τόσο κρύο έξω και τόση ζέστη μέσα που τα τζάμια στα παράθυρα είχαν θαμπώσει.

Κάθισε πάλι. Το Facebook κατέλαβε ένα μέρος της οθόνης, ενώ ταυτόχρονα άνοιγαν κι άλλα μένοντας εκεί. Mail έρχονταν το ένα πίσω από το άλλο και μηνύματα κατέκλεισαν το Google+. Ένα μικρό κατάμαυρο πλαίσιο άνοιξε σε μια γωνία, ενώ λευκοί χαρακτήρες καταλάμβαναν καταιγιστικά τον χώρο του. Το έφερε μπροστά του. Το μεγάλωσε λίγο.

«Ε, ντε, πρωί πρωί…» μονολόγησε χαμογελώντας.

3.

Έσπρωξε την πολυθρόνα πίσω και ξάπλωσε στην πλάτη της· έγειρε ολόκληρη, στα όρια του ανάσκελα.

Την γκρι Αθήνα, όμως, μπορούσε να την βλέπει. Και τον ήλιο ν’ ανεβαίνει σε χρώματα στον ορίζοντα. Το χάζευε αυτό το ξημέρωμα. Και όλα τα ξημερώματα. Τα χάζευε. Με αμυδρό χαμόγελο. Τα έγχρωμα σχήματα στα σύννεφα της νυχτερινής υγρασίας τα κοιτούσε με τις ώρες καμιά φορά.

Έβαλε τα πόδια πάνω στο γραφείο. Κοίταξε την ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2013. Θα περίμενε μέχρι να ολοκληρωθεί η εκκίνηση του υπολογιστή. Θα είχε και χρόνο να σκεφτεί. Το παρόν, το μέλλον, το παρελθόν. Όλα.

Τις γιορτές των Χριστουγέννων τις απεχθανόταν. Τις γιορτές, γενικά, τις απεχθανόταν. Όπως και τα Σαββατοκύριακα. Ιδίως την Κυριακή, δε. Του μύριζε μπαγιάτικες κάλτσες και ζεστή μπίρα. Ή και ξεχασμένο κρασί. Οτιδήποτε ξέφευγε από την καθημερινή της πενθήμερης εργάσιμης εβδομάδας, το απεχθανόταν.

Το σπίτι δεν ήταν δικό του. Αλλά δεν ήταν και νοικιασμένο. Το σπίτι ήταν ένα από τα λαχεία της Κρίσης. Το ανακάλυψε ως ενοικιαζόμενο, κανονικά, σε αγγελία, σε εφημερίδα, αλλά όταν έφτασε εκεί, βρήκε έναν χλωμό κοντό τύπο, ο οποίος μόλις είδε το πρόσωπο του άντρα λίγο να στραβώνει ακούγοντας την ούτως ή άλλως ελάχιστη τιμή του ενοικίου, του πρότεινε αμέσως τα γνωστά: Να αναλάβει όλα τα έξοδα του σπιτιού, μα όλα, τους φόρους, τη ΔΕΗ, τη θέρμανση, τα κοινόχρηστα, τις όποιες επισκευές προκύψουν, τα πάντα, σαν να ήταν δικό του, με ενοίκιο μηδέν. Και συμβόλαιο ενοικίασης, ανύπαρκτο.

Δέχτηκε αμέσως. Και το πρόσεχε κιόλας, είναι η αλήθεια. Και δεν έκανε και του κεφαλιού του. Δεν γέμιζε τρύπες τους τοίχους δεν διέλυε τα πλακάκια της βεράντας με χιλιάδες γλάστρες. Ο ιδιοκτήτης τον είχε λατρέψει. Η γυναίκα του, καμιά φορά, του έφερνε και δίπλες. Να της τηλεφωνούσε τέτοια ώρα να φέρει κι άλλες; Γέλασε δυνατά με τη σκέψη του.

Και υπήρχε και δεύτερο λαχείο. Το σπίτι θερμαινόταν από έναν μικρό ατομικό λέβητα αερίου στη βεράντα. Ποιο σπίτι, το μεγάλο δωμάτιο, δηλαδή. Το αν θα έβαζαν ή δεν θα έβαζαν πετρέλαιο στην πολυκατοικία, δεν τον απασχολούσε διόλου. Τα δικά του καλοριφέρ τα είχε κλειστά ως προς το πετρέλαιο ούτως ή άλλως.

Υπήρχε και τρίτο λαχείο. Στα πενήντα του βρέθηκε με σύνταξη. 600€ όλα κι όλα, αλλά και 2.000 να ήταν, μήπως θα τα χρησιμοποιούσε; Να τα κάνει τι; Αντί του μετρό να χρησιμοποιεί ταξί; 20 χρόνια δουλειά στην πληροφορική στον ΟΤΕ με άπειρες νυχτερινές βάρδιες· ο φίλος του ο λογιστής τον πληροφόρησε· πως, μαζί με κάτι στρατούς κ.λπ., κάτι Ευεργετικές για εθελούσιες κ.λπ., τον έφταναν στη σύνταξη. Έστω στη μικρή. Οπότε και την πήρε. Έβαλε και το κομπόδεμα τόσων χρόνων, ενίσχυε και η μαμά καμιά φορά· αιώνες τώρα συνταξιούχος εκείνη να βγει από την πόρτα δεν πρόκανε και κατουριόταν, τι να τα έκανε τα ευρώ· άρα, όλα μια χαρά. Ποια Κρίση, η Κρίση ήταν για τους γκρινιάρηδες.

Αλλά κάθε πρωί στις επτά, σβέλτος κι όρθιος. Μπας και γέρναγε; Μάλλον όχι.

Παιδιά δεν είχε, γυναίκα δεν είχε, σκυλιά δεν είχε. Τι διάολο; Ο παράδεισος ήταν ακριβώς αυτός, αν και πολύ, πολύ, καλύτερος. Μια τραγουδίστρια του είχαν πει πως το είχε πει αυτό, μην το λέει συνέχεια στις παρέες, θα τον περάσουν για ψώνιο, γιατί για δικό του το έλεγε, αλλά «…σιγά μη μαραθούν τα μεταξωτά βρακιά των ακροατών…» τους απαντούσε και τελείωνε με το θέμα.

Ήταν ψαγμένος αυτός, γνώστης — και η ζωή το είχε αποδείξει. Τον είχε ανταμείψει με τρία λαχεία.

Γι’ αυτό και αγόρασε άλλο ένα. Το πρωτοχρονιάτικο.

4.

Συγκεντρώθηκε στην οθόνη. Στο μαύρο παράθυρο με τον λευκό χείμαρρο από γραμμές κειμένου. Κώδικας γλώσσας προγραμματισμού που κατέβαινε με ταχύτητα. Κάποια στιγμή, πάγωσαν σε ένα συγκεκριμένο σημείο, ενώ στην οθόνη μία κόκκινη φράση άναψε: “Oldest partition continuity age higher than the default thresholds”.

Άντε από κει, ρε… είπε μέσα του και πάτησε το enter.

Στο παράθυρο του Facebook ένα μήνυμα αναβόσβησε. “Takis message you”. Το άνοιξε. «παρασκευή 9 το βράδυ εξάρχεια. στο περίπτερο. είσαι μέσα;»

Κανονικά έξω ήθελα να είμαι, αλλά… και γέλασε πάλι μόνος του. «Ναι. Τα λέμε εκεί». απάντησε.

Ο ποταμός των γραμμών σταμάτησε να τρέχει. Κι άλλη γραμμή άναψε στην οθόνη. Μπλε αυτή τη φορά. «864756 s45». Υπέροχα…

Έκλεισε το μαύρο παράθυρο και βγήκε στο Web. Είχε να κάνει πολλά. Να ψάξει για μια καινούργια φωτογραφική μηχανή, απ’ αυτές του κατοστάρικου, κάτι παπούτσια, μια πάμφθηνη καφετιέρα, πιθανόν, κάποια λίγα ψώνια, γενικά. Α, ναι, και το supermarket.

Είχε πάει έντεκα παρά η ώρα. Το είδε κάτω δεξιά στην οθόνη. Έβαλε το πληκτρολόγιο και το ποντίκι στο συρτάρι τους, σηκώθηκε, η οθόνη έσβησε απαλά, εκείνος ντύθηκε αργά αργά, ξεκλείδωσε και βγήκε από το σπίτι.

Η λεωφόρος δυο δρόμους παρακάτω είχε πάρει την καθημερινή της κίνηση.

Δουλειές δεν έχουν, αλλά δουλειές βρίσκουν… Τι κάνουν όλοι αυτοί στους δρόμους;

Το προπατζίδικο της κάτω γωνίας μόλις είχε ανοίξει. Ο προπατζής σκούπιζε.

Εκείνος σταμάτησε μπροστά του: «Καλημέρα!»

«Α! Καλώς τον… Σου ήρθε φώτιση ή το είδες στον ύπνο σου;»

Μπήκαν κι οι δύο προς τα μέσα.

Ο προπατζής άρχισε να στρώνει τις σειρές με τα λαχεία και τα Λόττο. «Ακούω…» είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια να τον κοιτάξει.

«Σειρά 45, το 864756».

Ο προπατζής ξέσπασε σε γέλια. «Καφέ, θες καφέ;» ρώτησε παριστάνοντας τον Ορέστη Μακρή στη γνωστή ατάκα.

Γέλασε κι εκείνος. Αλλά δεν έκανε κάποια άλλη κίνηση ούτε είπε κάτι άλλο. Μάλλον περίμενε.

Ο προπατζής έβγαλε έναν αναστεναγμό. «Βρε, Γρηγόρη, σοβαρά μιλάς τώρα;»

Ο Γρηγόρης μειδίασε. «Ναι, μάλιστα».

«Και τι θέλεις; Να σ’ το τυπώσω;» Ξέσπασε πάλι σε γέλια.

«Δεν είναι κι άσκημη ιδέα…»

Ο προπατζής αναστέναξε πάλι. «Είσαι τρελός, ρε γαμώτο… Αλλά ωραίος τρελός… Που λέει και το τραγούδι… Ωραία, λοιπόν, θα το ψάξω, κι αν το βρω, αύριο τέτοια ώρα εδώ. Είμαστε εντάξει;»

«Είσαι σπαθί».

Χαιρετήθηκαν, κι ο Γρηγόρης επέστρεψε στο σπίτι.

Την επομένη, πάλι ηλιόλουστη μέρα, την ίδια ώρα, το λαχείο του τον περίμενε. Διπλωμένο τέλεια. Στην τσάκιση. Πλήρωσε τον προπατζή και του άφησε και πουρμπουάρ. Έτσι, «Για να προ-κεράσω τα κέρδη!» όπως του είπε κι άρχισαν να χαχανίζουν, πάλι.

Επέστρεψε σπίτι. Να φάει ένα γεμάτο πρωινό, να κάνει ένα μπανάκι, να είναι έτοιμος για το βράδυ. Μην τρέχει σα τον Βέγγο τελευταία στιγμή, δεν του άρεσε αυτό το τρέχα τρέχα. Ποτέ δεν του άρεσε.

5.

Το “Salero”, στην αρχή του τμήματος της Βαλτετσίου που ήταν πεζοδρομημένο, ήταν ένα μπαρ-εστιατόριο που το προτιμούσε. Όχι ιδιαίτερα ακριβό, τουλάχιστον για τα δικά του μέτρα — και τέλος πάντων, δεν πήγαινε εκεί και κάθε μέρα. Κι είχε πολύ όμορφα χρώματα. Μεσαίος ο χώρος του κι όχι υπερβολικά γεμάτος, με λευκά μαρμάρινα τραπέζια. Κι ήταν τόσο ήσυχο. Του άρεσε του Γρηγόρη η ηρεμία εκείνου του μέρους. Ομιλίες παντού και κόσμος αρκετός, γιατί ήταν πάντα σχεδόν γεμάτο — κι ωστόσο, ήρεμο.

Εκεί πήγαν με την παρέα. Και κάθισαν στην αυλή, μιας που η θέρμανση ήταν κι εκεί μια χαρά. Έπιασαν την κουβέντα αμέσως. Κι άναψαν όλοι τσιγάρο. Και το κρασί ήρθε πολύ γρήγορα. Κι έτσι, ο Γρηγόρης ξεκίνησε να τους χαζεύει. Όσο προλάβαινε.

Πρώτα εκείνη. Ποιαν άλλην ή ποιον άλλον. Πρώτα εκείνη. Μελαχρινή, πολύ όμορφη —ίσως και εκθαμβωτικά όμορφη, θα ήταν το σωστό—, με μαύρα μακριά μαλλιά ριγμένα από τη μία πλευρά του λαιμού, με σώμα πλασμένο από χέρι σε ψυχική ανάταση —καμπύλες γλυπτού θα περιγράφονταν μ’ αυτό το σώμα—, με μάτια μαύρα, να γυαλίζουν στην ίριδά τους —μαύρα όμως, της Μαγδαληνής— και χέρια που δεν είχαν ανάγκη από τίποτε. Ούτε κοσμήματα ούτε ζωγραφιές στα νύχια ούτε χρώματα. Μόνο ένα φίδι γυριστό στον καρπό αλλά που κόσμημα δεν ήταν. Απλά ήταν εκεί. Ένα φίδι στον καρπό. Σίγουρα όχι ζωντανό. Αλλά θα μπορούσε να έχει κινηθεί. Ή έτσι ο Γρηγόρης κάποιες στιγμές νόμιζε. Και πάντα φοβόταν το κρασί μ’ εκείνα και με τ’ άλλα. Κι όχι τίποτε άλλο, δεν ήταν κι ελεύθερη η γυναίκα. Η Μαγδαληνή. Μαγδαληνή έμοιαζε, Μαγδαληνή την έλεγαν. Λογικό. Το γιατί δεν έφυγε μαζί της ο Χριστός πριν ανέβει στον σταυρό, ο Γρηγόρης δεν το καταλάβαινε, αλλά, έτσι είναι αυτά, ανέβηκε.

Η Μαγδαληνή. Η γυναίκα του Χρήστου. Κανονικός ο Χρήστος. Ο Γρηγόρης να τον περιγράψει δεν μπορούσε. Δεν ήθελε κιόλας, δεν τον ένοιαζε κιόλας δηλαδή. Πιθανόν παιδί του λαού ο Χρήστος γιατί είχε κι εκείνο το μουστάκι που του τσάκιζε τα νεύρα του Γρηγόρη — αλλά τι να κάνουμε. Η Μαγδαληνή ήταν η γυναίκα του. Ευτυχώς, Δόξα τον Κύριο, παιδιά δεν είχαν. Κι είχε κι αυτή την αίσθηση του δεδομένου στη διατύπωση του λόγου του ο Χρήστος, αυτή την ένρινη σιγουριά, που ο Γρηγόρης προτιμούσε να κοιτάζει κάτω το τσιμέντο του δαπέδου όποτε ο Χρήστος ανέλυε κάτι παρά να συμμετέχει στην όποια συζήτηση. Τι διάολο του είχε βρει η εξαίσια Μαγδαληνή ένας Θεός ήξερε. Ή μάλλον δεν ήξερε, γιατί αν ήξερε, δεν θα την είχε αφήσει στον Χρήστο.

Κι ύστερα, είχε έρθει κι ο κουμπάρος τους απόψε. Κολλητός του Χρήστου από το Λύκειο. Ο Φώτης. Ο Φώτης, λεπτός και ψηλός. Και γεροδεμένος. Και όμορφος, αντικειμενικά. Και έξυπνος πολύ. Ως και παραγνωρισμένη ιδιοφυΐα θα μπορούσε να τον πει κανείς. Αλλά εκπληκτικά πολυλογάς όποτε ξεκινούσε να μιλά. Γιατί, μέχρι να ξεκινήσει, καθόταν σιωπηλός και σχεδόν ακίνητος. Όταν ξεκινούσε, από άγνωστη στον Γρηγόρη σκανδάλη, τις περισσότερες φορές, σταματούσε μόνο με φωνές ή με ξύλο ή όταν τελείωναν όσα ήθελε να πει. Δηλαδή, ποτέ.

Δυστυχώς —δυστυχώς για τον Γρηγόρη είναι το σωστό—, η παρέα, δηλαδή ο Χρήστος και ο Γρηγόρης, γιατί η Μαγδαληνή πολύ συχνά ξεψαλίδιζε τα μαλλιά της, περνούσαν την ώρα τους διαφωνώντας υψηλόφωνα με σιγουριά και με πάρα πολλά λόγια. Για την Κρίση. Και βεβαίως, για το πολιτικό σύμπαν της Ελλάδος. Αλλά το βασικότερο, για την Κρίση. Και μετά, αργότερα έως πολύ αργότερα, γιατί η σιγουριά και τα πολλά λόγια πολύ δύσκολα αποχωρούσαν, ως αρμένικες βίζιτες, έρχονταν τα αυτονόητα. Βολεύονταν εκεί, και δεν μετακινούνταν με τίποτε. Σε αυτήν τη φάση, στην άφιξη των αυτονοήτων, ο Γρηγόρης χάζευε τη Μαγδαληνή ανοικτά. Και εκείνη εκείνον, επίσης.

Όπως συνέβαινε αυτήν τη στιγμή.

Η Μαγδαληνή ήπιε άλλη μια γουλιά κρασί, κι έσκυψε στο αυτί του βαστώντας τα μαλλιά της. Ψιθυριστά και με χαμόγελο βαθύ και ζεστό. Κι η ανάσα της έφτασε μέχρι μέσα στο δέρμα του και το διαπέρασε. Μισό κλάσμα ακόμη και θα του έβαζε φωτιά. «Γλυκέ μου… Κάνε να μου φτιάξεις το κινητό που μου έχει χαλάσει τόσο πολύ… Σε ικετεύω… Μην αργήσεις άλλο, με βασανίζεις αφόρητα…»

Θα την φίλαγε ενόσω ο ίδιος θα είχε προλάβει να γίνει γεύση και όσφρηση μαζί. Να την γεύεται αφού την μυρίσει απ’ άκρη σ’ άκρη. Και ακοή για τις φωνές της. Και αφή για τα υγρά του έρωτα, και όραση, να την βλέπει κόκκινη και ιδρωμένη, μήπως και μπορέσει να την κάνει φωτογραφία να μην την χάσει ποτέ. Και θύμηση, και πρόβλεψη, αίσθηση έκτη, να την καθηλώσει επιτέλους, να μπορεί να την προσκυνά. Τόσο, όχι λιγότερο.

Αλλά οι συζητητές εκεί.

Ο Γρηγόρης πετάχτηκε, σχεδόν έντρομος. Τραβήχτηκε πίσω.

Η Μαγδαληνή ρούφηξε χαμογελαστά την ανάσα της. Δήθεν κατάπληκτο μωρό. Δάγκωσε και τα χείλη της. Χαμογελώντας λίγο, πολύ λίγο. Γέλασε πνιχτά σιγανά.

Ο Γρηγόρης πήρε θάρρος. «Μαγδαληνή! Δώσε μου, καλέ, το κινητό σου! Τι με παρακαλάς πρώτα; Τι είναι; Τσάμπα νομίζεις θα σ’ το φτιάξω;» κι έσκασε στα χαχανητά.

Η Μαγδαληνή έσκυψε πάλι στο αυτί του. «Σ’ αγαπώ… Είσαι υπέροχος…» Και του το έδωσε.

Ο Γρηγόρης το πήρε, το περιεργάστηκε δήθεν στο φως, του έβγαλε την μπαταρία, το άφησε λίγο έτσι, έβαλε την μπαταρία ξανά στη θέση της, το άναψε, το περίμενε να εκκινήσει τελείως, και της είπε: «Καλά, πας καλά; Μια χαρά είναι. Να, να δοκιμάσω; Περίμενε, θα σου στείλω ένα μήνυμα…» Άνοιξε το δικό του κι ετοίμασε ένα κενό μήνυμα. «Να, στείλε το εσύ». Και της έδωσε το κινητό του.

Λίγο μετά, αφού αποθήκευσε το νούμερό της, διάβασε το μήνυμα: «Όποιο πρωί θέλεις, σε όποιο σημείου του κόσμου θέλεις…»

Έκανε πίσω και το χαμόγελό του δεν μπόρεσε να το συγκρατήσει.

Οι συζητητές παρήγγειλαν κι άλλο κρασί.

6.

«Λες μαλακίες!» ακούστηκε δυνατά από τον Φώτη.

Ο Χρήστος σηκώθηκε από το τραπέζι. «Εδώ έχει άλλο ένα τεταρτάκι κόκκινο», ξεκίνησε δείχνοντας τη μικρή τσίγκινη κανάτα με το κρασί, «και δεν σκοπεύω να το πιω μαζί σου… Λες τόσες μπούρδες, ανακατεμένες, εκτός των άλλων, που λυπάμαι τα παιδιά από εδώ που σίγουρα δείχνουν να περνούν καλύτερα από εμένα που αποφάσισα να κουβεντιάσω μαζί σου…» ολοκλήρωσε δείχνοντας μ’ ένα νεύμα τη Μαγδαληνή και τον Γρηγόρη. Αλλά έμεινε όρθιος. Με το χέρι στην τσέπη μάλιστα.

Ο Γρηγόρης τον έπιασε από το μπράτσο. «Σύντροφε», του είπε αστειευόμενος, «κάτσε με το ζευγάρι από εδώ να τελειώσεις το κρασί… Αμαρτία είναι…» — και τον κάθισε πίσω στην καρέκλα με μια απαλή και γεμάτη κατανόηση κίνηση.

Ο Χρήστος κάθισε ξεφυσώντας με θόρυβο.

Ο Φώτης σηκώθηκε ταυτόχρονα και πήγε προς την τουαλέτα.

Ο Χρήστος σέρβιρε τον εαυτό του. «Μα, ρε παιδιά, αυτό το άτομο δεν θα λογικευτεί ποτέ;»

Η Μαγδαληνή άνοιξε το χέρι της ως αστέρι σε ανάπτυξη, κι έβαλε τα δάχτυλά της πάνω στο πόδι του Χρήστου. «Βρε, αγάπη μου… Χρόνια τώρα τον ξεσυνερίζεσαι… Είναι τρομερό αυτό το πράγμα με τους δυο σας… Μα γιατί, έτσι;»

Ο Γρηγόρης γέλασε πονηρά με διάθεση για χαβαλέ. «Μαγδαληνή! Ο άντρας σου κρύβει πάθη!»

Η Μαγδαληνή γέλασε. Τον κοίταξε στα μάτια.

Γέλασε κι ο Χρήστος.

Μισή ώρα αργότερα σηκώθηκαν όντως να φύγουν. Όλοι μαζί. Χαρούμενοι. Με φτιαγμένο κεφάλι.

Ο Γρηγόρης απασχολούνταν με το πορτοφόλι του από τη στιγμή που πλήρωσαν και μετά. Το μπουφάν του δεν το είχε βάλει ακόμη. Παρότι όρθιος, το μπουφάν δεν το έβαζε. Ξεμέρδιζε το πορτοφόλι του. Κυριολεκτικά. «Εγώ τούτο το κεμέρι θα το πετάξω στον βόρβορο, αφού το ξεμερδίσω. Αλλιώς να μη με λένε Γρηγόρη. Δεν είναι κι η πρώτη φορά δα που καταπίνει πράγματα. Γαμώ τον Άγιό του, γαμώ».

Η Μαγδαληνή τον αγκάλιασε από τη μέση τρυφερά και ζεστά χωρίς να κρυφτεί στο παραμικρό. Έχωσε το κεφάλι της στο στήθος του. Αλλά σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε τον Χρήστο. «Βρε αγόρια, ηρεμήστε, μωρέ…»

Ο Φώτης γέλασε καγχάζοντας. «Το “αγόρια” σε μια ανάσα από τα πενήντα είναι κομπλιμέντο, ε; Δε μπορείς να πεις…»

Περίμεναν τον Γρηγόρη.

Ο Χρήστος μίλησε πρώτος. «Μαγδαληνή, κούκλα μου, μπορείς να τον αφήσεις; Δεν θα φύγουμε ποτέ…»

Η Μαγδαληνή χαμογέλασε χωρίς να τον αφήσει. «Τον ηρεμώ…»

«Δεν αμφιβάλω, αλλά το θέμα είναι να φύγουμε κάποτε…»

Ο Γρηγόρης δεν έδειχνε να φεύγει. Τώρα είχε αφήσει και το αγκάλιασμα της Μαγδαληνής κι είχε σκύψει κάτω από το τραπέζι, σχεδόν γονατιστός. Σηκώθηκε ένα λεπτό μετά.

Ο Φώτης τον κοίταζε. «Αυτό που έχεις χάσει πιθανόν και να το ξέχασες σπίτι…» του είπε τελικά. «Εκτός κι αν παριστάνεις πως έχασες το εικοσάευρω που σου αντιστοιχεί στον λογαριασμό», Συμπλήρωσε, κι άρχισε να γελά δυνατά.

Ο Γρηγόρης είχε σηκωθεί. Αλλά είχε μείνει ακίνητος. Έβγαλε το πορτοφόλι κι έδωσε το χαρτονόμισμα στον Φώτη. «Είπες χαζομάρα… Αυτό που έχω χάσει, αν το έχω χάσει, είναι αναντικατάστατο. Αλλά δεν το έχω χάσει, μάλλον το έβαλα σε άλλη τσέπη».

Έφυγαν, τελικά.

7.

Η Μαγδαληνή έβαλε τον Γρηγόρη στην αγκαλιά της αμέσως ξανά. Με το που βγήκαν από το “Salero”. Το περπάτημα έτσι ήταν δύσκολο. Αλλά την ένιωθε ολόκληρη επάνω του. Κι εκείνη δεν έκανε και πίσω.

Έφτασαν στην Αραχώβης, να σταματήσουν κάποιο από τα δεκάδες διερχόμενα ταξί.

Το “Floral” στη γωνία, όπως πάντα, μέσα κι έξω με αρκετό κόσμο. Ίσως και λόγω Παρασκευής. Νέοι άνθρωποι οι περισσότεροι. Αλλά και όποιας ηλικίας. Ακολουθούσαν με το βλέμμα τους τη Μαγδαληνή και τον Γρηγόρη.

Η παρέα στάθηκε στην άκρη στο πεζοδρόμιο.

Ο Χρήστος γύρισε και κοίταξε το ζευγάρι. «Πού θα κοιμηθείς, απόψε, κούκλα; Σ’ εμένα ή στον κομπιουτερά;» είπε με ζαλισμένο γέλιο, που μαζί του έφερνε μολότοφ, αν όχι ρουκέτες ολόκληρες.

Η Μαγδαληνή άφησε τον Γρηγόρη ξεφυσώντας. Πήρε τον Χρήστο αγκαζέ και τον περπάτησε δέκα μέτρα πιο κει. Τον ακούμπησε με δύναμη στον τοίχο. «Δεν θα χρησιμοποιήσω βαριές κουβέντες, γιατί οι βαριές κουβέντες πληγώνουν, κι επειδή δεν αρέσει πρώτα σ’ εμένα, έτσι δεν θέλω να το κάνω και σε άλλους, σε όποιους άλλους. Οπότε, λοιπόν, ήθελα να σου πω: Σ’ έχω βαρεθεί. Πάρα πολύ, όμως. Εγώ λοιπόν τώρα φεύγω. Γεια». Έκανε μια παύση. Μίκρυνε τα μάτια της χαμογελαστά. «Μπαμ!» του είπε δυνατά. Κι έφυγε. Και τον άφησε εκεί στον τοίχο.

Ο Χρήστος ούτε κουνήθηκε ούτε μίλησε, μπορεί να έφταιγε και το κρασί.

Η Μαγδαληνή έφτασε στον Γρηγόρη. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να σταματήσεις ένα ταξί;»

Ο Γρηγόρης την ένιωσε να τρέμει. Την αγκάλιασε ολόκληρη. Σταμάτησε το πρώτο από τα κάμποσα που έρχονταν.

Κλείνοντας την πόρτα, ο Γρηγόρης γύρισε και κοίταξε τον Φώτη. Ανέκφραστος ο Φώτης. Και ακίνητος.

Η Μαγδαληνή αφέθηκε να σκάσει στα πόδια του Γρηγόρη. Σηκώθηκε λίγο και βυθίστηκαν ο ένας στο στόμα του άλλου. Χωρίς ανάσα.

Τα κλάματα, το τρέμουλο, οι κοφτές αναπνοές, το τσιγάρο με τον καφέ και το σπασμένο γέλιο, έγιναν όλα. Όπως πάντα θα γίνονται. Αλλά μετά. Στην ησυχία.

2013, Δεκέμβριος. Νέα Υόρκη

1.

Ξημέρωνε ακόμη.

Η ώρα είχε πάει οκτώ κι ακόμη ξημέρωνε. Ολόκληρο το δυτικό Manhattan φαινόταν από εκείνο το δωμάτιο. Ολόκληρο. Το νούμερο του ορόφου, ο Γρηγόρης δεν το είχε συγκρατήσει. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου, σχετικά μεγάλο. Αν και όχι τίποτε το τρομερό. Πάντως, πολύ μικρότερο από το σπίτι του στην Αθήνα.

Η Μαγδαληνή κοιμόταν. Με τα μαλλιά της να φτάνουν μέχρι το δίπλα μαξιλάρι. Αυτό κι αν ήταν. Τα μαλλιά της, στο μαξιλάρι. Αυτό κι αν ήταν…

Χιόνιζε λίγο. Αλλά λίγο. Θαμπή η Νέα Υόρκη απέξω, θαμπή και ομιχλώδης.

Ο Γρηγόρης γύρισε πίσω στο βασιλικό κρεβάτι. Η Μαγδαληνή τον κατάλαβε. Γύρισε ολόκληρη προς εκείνον, σκουπίζοντας το στόμα της από τον ύπνο. Χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια της. «Μμμμ…» Πήρε μια ανάσα. «Το βρήκες;»

Ο Γρηγόρης κοιτούσε το ταβάνι. «Όχι, λέμε… Όχι…»

Η Μαγδαληνή πάντα με κλειστά μάτια. «Τώρα θα σε πω “αγάπη μου”. Δεν ξέρεις πόσο μου είχε λείψει να τη λέω στ’ αλήθεια αυτή τη λέξη… Λοιπόν…» Ξερόβηξε. Επίτηδες. Να το πει καλά. «Βρε, αγάπη μου, τι σε νοιάζει; Έχεις τον αριθμό έτσι κι αλλιώς. Θα δεις την κλήρωση, κι αν έχεις κερδίσει, μια το έχεις σίγουρο που πάση θυσία —δεν πειράζει, άλλοι έχουν άλλες τρέλες πολύ σοβαρότερες, εσύ έχεις αυτήν—, λοιπόν, αν έχεις κερδίσει, κάπως θα το κάνουμε. Θα πάμε με δικηγόρο κ.λπ. κ.λπ. Κάπως θα γίνει… Και στο κάτω κάτω, έχουμε εμένα εδώ. Εγώ εδώ θα βρω δουλειά, θα με βοηθήσει η οικογένεια, εδώ, όλα θα γίνουν… Κι εσύ θα δουλεύεις. Τι σε νοιάζει; Επειδή θα ζούμε όπως οι άλλοι; Κι από την άλλη, μπορεί το λαχείο να σ’ το έκλεψε καμιά γκόμενα…» Κι έσκασε στα γέλια μόνη της.

«Σωστό κι αυτό… Χρόνια πολλά!»

usb-xmas-lights

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Short stories

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.