Οι Ντανταϊστές των αρχών του 20ου αιώνα αποδομούσαν συστηματικά τις εικόνες που έβρισκαν γύρω τους χρησιμοποιώντας την κόλλα και το ψαλίδι για να δημιουργήσουν νέα αντικείμενα από άλλα τετριμμένα και καθημερινά. Το κολάζ, το φωτομοντάζ και η συναρμολόγηση βασίλευαν και καλλιτέχνες όπως ο Marcel Duchamp, ο Kurt Schwitters και ο Jean (Hans) Arp σφυρηλάτησαν το δικό τους είδος αντικαθεστωτικής τεχνοτροπίας. Το κίνημα εκφράζοταν (δίνοντας πάντοτε έμφαση στο «αντί»), με τρόπους είτε αντιμιλιταριστικούς, είτε αντι-μπουρζουά, είτε ακόμα και αντι-καλλιτεχνικούς.
«Ο Ντανταϊσμός είναι τρόπος σκέψης» είχε γράψει το 1918 ο Τριστάν Τζαρά, έναν μόλις χρόνο πριν από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. «Αυτός είναι και ο λόγος που μεταμορφώνεται από φυλή σε φυλή και ανάλογα με τα γεγονότα. Εφαρμόζεται στα πάντα και όμως είναι το Τίποτα, είναι το σημείο όπου το ναι και το όχι και όλα τα αντίθετα συναντιούνται, όχι με πανηγυρισμούς μέσα στα κάστρα της ανθρώπινης φιλοσοφικής σκέψης, αλλά με απλότητα στις γωνιές του δρόμου σαν τα σκυλιά και τις ακρίδες. Και όπως κάθε τι άλλο στη ζωή, έτσι κι ο Ντανταϊσμός δε χρησιμεύει πουθενά».
Kleine Sonne (Μικρός Ήλιος) 1969, Landesbank Berlin AG
Το κίνημα απέκτησε φήμη για τις δημόσιες συγκεντρώσεις και διαμαρτυρίες που διοργάνωναν οι εκπρόσωποί του και για τα γεμάτα πάθος δημοσιεύματα σε λογοτεχνικά περιοδικά που επεδίωκαν να διασπύρουν το μήνυμα και το μανιφέστο του. Η αφηρημένη τέχνη, τα ποιήματα και τα performance στροβιλίστηκαν μέσα σε μια κοινωνία πρόθυμη να αμφισβητήσει, καθώς οι καλλιτέχνες ενστερνίζονταν το παράλογο και το χαοτικό σε πλήρη αντίθεση με τις συμβάσεις και τα καθεστώτα που είχαν οδηγήσει την Ευρώπη σε πόλεμο.
Παρόλο τον ρόλο που διαδραμάτισε στην ελαφράς μορφής κοινωνική διάσπαση, το κίνημα δεν ξέφυγε από τον στατιστικό κανόνα που υπήρξε ενδημικός σε όλα τα καλλιτεχνικά κινήματα πριν τη δεκαετία του 1970: Στις τάξεις των Ντανταϊστών κυριαρχούσαν οι λευκοί αρσενικού φύλου, και κατά συνέπεια, καλλιτέχνιδες όπως η Hannah Höch έμεναν στη σκια. Καθώς η δημοκρατία της Βαϊμάρης της έδωσε την ταμπέλα της «εκφυλισμένης» καλλιτέχνιδας και πολλοί από τους συμπατριώτες της την θεωρούσαν περιθωριακή φυσιογνωμία, η «πρώτη πανκ της τέχνης» μόλις πρόσφατα έτυχε της αναγνώρισης που της αξίζει.
Ατιτλοφόρητο [από τη συλλογή «Από ένα Εθνογραφικό Μουσείο» ], 1930
Η Höch είναι η μητέρα του φωτομοντάζ, μιας αισθητικής που στηρίζεται στην επανασυγκόλληση φωτογραφιών με τέτοιο τρόπο ώστε το οπτικό αποτέλεσμα να είναι τρισδιάστατο και σουρεαλιστικό. Με έργα όπως το «Κόψτε με το κουζινομάχαιρο την μπυροκοιλιά της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» η Höch όχι μόνο εξερεύνησε τα όρια του κολάζ αλλά και εξέτασε διεισδυτικά θέματα που αφορούσαν την βιομηχανία της ομορφιάς, τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις και τις φυλετικές διακρίσεις. Περιθωριοποιημένη στην πατρίδα της Γερμανία εξαιτίας της αμφοτεροφυλίας της, υπερασπίστηκε τον φεμινισμό πριν από περισσότερο από έναν αιώνα.
Τον Ιανουάριο του 2014 εγκαινιάστηκε στη Whitechapel Gallery του Λονδίνου η πιο πρόσφατη έκθεση η οποία ήταν αφιερωμένη στο ανατρεπτικό ταλέντο της Höch, και συμπεριελάμβανε πάνω από 100 έργα από τη δεκαετία του 1910 έως και τη δεκαετία του 1970. Ανάμεσα τους η συλλογή «Από ένα Εθνογραφικό Μουσείο» στην οποία αμέτρητα μέλη της γυναικείας ανατομίας παντρεύονται με παραδοσιακές μάσκες και θέτουν ερωτήματα σε θέματα σεξ, φυλής και φύλου. Η νέα γυναίκα της Höch —σύγχρονη, μη-δυτική και σεξουαλικά χειραφετημένη— διέρρηξε τα στεγανά για τη θυληκότητα, ένα κατόρθωμα που σήμερα το αναγνωρίζουν πολύ περισσότεροι ιστορικοί απ’ ό,τι στις αρχές του 20ου αιώνα.
«Η Höch ήταν μια αταίριαστη προσθήκη στην ντανταϊστική σχολή του Βερολίνου και η προσπάθεια να την αποκλείσουν άρχισε σχεδόν αμέσως», γράφει ο συντάκτης τέχνης της εφημερίδας Guardian, Brian Dillon. «Είτε εξαιτίας της συμβατικής της εκπαίδευσης στις εφαρμοσμένες τέχνες, είτε λόγω της ενασχόλησής της με την εμπορική εικονογράφιση, είτε απλώς επειδή ήταν γυναίκα, οι [σύγχρόνοί της καλλιτέχνες] George Grosz και ο John Heartfield στράφηκαν εναντίον της και κατέβαλαν προσπάθειες να την παραγκωνίσουν».
Κάποια στιγμή η Höch απομακρύνθηκε από τους σκληροπυρηνικούς Ντανταϊστές, συνεχίζοντας να δημιουργεί έργα με φωτομοντάζ, εργόχειρο και γραφιστικό σχέδιο τα οποία, όμως, πολύ σπάνια συμμετείχαν σε εκθέσεις στις δεκαετίες που ακολούθησαν την Πρώτη Διεθνή Έκθεση Ντανταϊσμού του 1920. Και παρότι είχε αναμφίβολα αφήσει το αποτύπωμά της στην πορεία της σύγχρονης και της φεμινιστικής τέχνης, μόλις 10 χρόνια πριν από τον θάνατό της (το 1978) άρχισε να αναδεικνύεται σε εμβληματική μορφή της αβάν-γκαρντ σκηνής. Φρέσκιες ματιές στο έργο της ρίχνουν φως στη σατιρική του πλευρά και στην ικανότητα της Hannah Höch να σχολιάζει εύστοχα, ακόμα και σήμερα, καίρια ζητήματα όπως το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, τη στρατιωτική νομοθεσία, και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Διαισθητικά, μεστά πολιτικών μηνυμάτων αλλά και ισορροπημένα από αισθητικής άποψης, τα έργα της μοιάζουν να ιχνογραφούν ένα μυστηριώδες πορτρέτο για την ίδια τη δημιουργό τους αλλά και το σαφέστατο περίγραμμα ενός φεμινιστικού οράματος που αναδύθηκε πριν από εννέα δεκαετίες.
Ατιτλοφόρητο [από τη συλλογή «Από ένα Εθνογραφικό Μουσείο» ], 1929
Ατιτλοφόρητο [από τη συλλογή «Από ένα Εθνογραφικό Μουσείο» ], 1929
Γύρω από ένα κόκκινο στόμα, c. 1967
Πηγή: Huffington Post. Απόδοση για το dim/art: Μαρία Τσάκος
* * *
Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία: Εικαστικά






Σχολιάστε