Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 21ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 21ο: Γιώργος Θεοχάρης]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη. Ο «Μεγάλος» —ο μυστηριώδης άγνωστος που κινεί τα νήματα;— τηλεφωνεί στον αστυνομικό διευθυντή Λάμπρου και τον ξεχέζει, απειλώντας ταυτόχρονα τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, ενώ παράλληλα η Ντάρια Σίγκερ, πιστή βοηθός επί χρόνια του Καρύδη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, όταν ένα αυτοκίνητο φρενάρει έξω από το σπίτι της… Ο Νασόπουλος παρακολουθεί τον Παναγόπουλο να φεύγει από το ξενοδοχείο προς το Κατάκολο και τηλεφωνεί σε κάποιον να δώσει λογαριασμό. Ο Παναγόπουλος φτάνει στη μαρίνα, παίρνει μια βάρκα και κατευθύνεται προς ένα γιοτ, αραγμένο στα ανοιχτά αρόδο όπου και φτάνει την κατάλληλη στιγμή για να περισυλλέξει από το νερό την αναίσθητη —αλλά ζωντανήΝτάρια Σίγκελ που αποκαλύπτει πως οι επίδοξοι δολοφόνοι της ήταν όργανα της τάξης. Όσο συμβαίνουν αυτά, η Γωγώ Δασκαλάκη επισκέπτεται το σκυλάδικο του δολοφονημένου Μάκη, αφού πρώτα στέλνει μήνυμα στον Παναγόπουλο να την συναντήσει εκεί. Λίγη ώρα αργότερα, ξυπνά στο σκοτάδι και συνειδητοποιεί πως κάποιος τη χτύπησε και είναι αιχμάλωτη και χωρίς κινητό. Ο Παναγόπουλος έχοντας λάβει το μήνυμά της κατευθύνεται προς το Μωρό για να την συναντήσει αλλά φτάνοντας εκεί βλέπει τον Λάμπρου, τον Νασόπουλο και έναν άγνωστο άνδρα να μπαίνουν μέσα και συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο απομακρύνεται. Η Σίγκελ, η οποία τον συνοδεύει, ταράζεται τόσο στη θέα τους ώστε ο Παναγόπουλος υποπτεύεται ότι γνωρίζει πολύ περισσότερα από εκείνα που του έχει πει και αποφασίζει να την ανακρίνει αφού πρώτα κάνει μια προσπάθεια να μιλήσει με την Δασκαλάκη. Το κινητό της όμως απαντάει ένας άνδρας συμφωνείται μεταξύ τους μια επικίνδυνη ανταλλαγή ομήρων που αναγκάζει τον Παναγόπουλο να επιστρέψει στο Μωρό μαζί με την Ντάρια Σίγκελ. Όσο ο Λάμπρου και ο Νασόπουλος απολαμβάνουν —ο καθένας με τον τρόπο του— το λαϊκό πρόγραμμα του μαγαζιού, η Δασκαλάκη δέχεται την επίσκεψη του απαγωγέα της τον οποίον όμως κατορθώνει να αφοπλίσει. Ο Παναγόπουλος φτάνει στο Μωρό με τη Ντάρια Σίγκελ. Κάθονται σε ένα τραπέζι, ο Λάμπρου (που είναι τύφλα) τους βλέπει κι έρχεται προς το μέρος τους ενώ ο Νασιόπουλος προσπαθεί να ειδοποιήσει τον Μεγάλο στο κινητό. Την ίδια στιγμή, η Γωγώ και ο απαγωγέας της βρίσκονται πεσμένοι στο πάτωμα· ο Μεγάλος (διότι περί αυτού πρόκειται) της προτείνει να της δώσει στοιχεία και να φορτώσει το έγκλημα αποκλειστικά στον Λάμπρου. Εκείνη τη στιγμή, το όπλο εκπυρσοκροτεί. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η πόρτα του υπογείου ανοίγει και μπαίνει ένας άγνωστος, που συστήνεται ως Τζορτζ Καρύδης, ο νεκρός…

* * *

Ο Λάμπρου σωριάστηκε σε μια καρέκλα απέναντι από τον Παναγόπουλο με την αυτοπεποίθηση του μεθυσμένου. Ήταν φανερό ότι ο αστυνόμος είχε πιει τις κάλτσες του (ενδεχομένως μαζί με τα σκαρπίνια), πράγμα που ο Παναγόπουλος έκρινε ότι μπορούσε να βγει και σε καλό: όσο πιο μεθυσμένοι οι αντίπαλοι, τόσο ευκολότερο το δικό του έργο. Αλλά ποιο ήταν το έργο του; Ιδέα δεν είχε. Τίτλος εργασίας: Βλέποντας και κάνοντας. Ακόμα καλύτερα: Κάνοντας τα αδύνατα δυνατά, έτσι ώστε να συνεχίσουμε να βλέπουμε.

«Δεν θα έλεγα ότι την ψάρεψα, αστυνόμε. Δεν είναι αυτό που νομίζεις».

«Και τι νομίζεις πως νομίζω;»

Ο Παναγόπουλος δεν του απάντησε γιατί του είχε αποσπάσει την προσοχή μια κινητικότητα στα τραπέζια μπροστά στην πίστα. Ο Νασόπουλος είχε σηκωθεί και κάτι έλεγε στους άλλους τρεις. Μετά χάθηκε κάπου στο βάθος, δεξιά από την πίστα, ενώ οι μπάτσοι γύρισαν και οι τρεις μαζί και σκανάρησαν τον χώρο μέχρι να εντοπίσουν το τραπέζι τους. Στο μεταξύ ο Λάμπρου είχε καρφωθεί περιχαρής στη ζακέτα που έκρυβε τις χειροπέδες στους καρπούς τής Σίγκελ.

«Η ζακετούλα τι ρόλο παίζει; Κρυάδες έχεις, Ντάρια;»

Γέλασε μόνος του με γέλιο κακό. Η Σίγκελ είχε όντως κρυάδες∙ έτρεμε. Είχε χλωμιάσει τόσο που το ημίφως ενοχλήθηκε. Ο Παναγόπουλος, σκεπτόμενος ότι αυτή ίσως να ήταν μια καλή ευκαιρία να λύσουν τουλάχιστον ένα μικρό πρόβλημα, τράβηξε τη ζακέτα για να φανούν οι χειροπέδες. Ο Λάμπρου έκανε τον έκπληκτο, αλλά γελούσαν ώς και τ’ αυτιά του.

«Είχαμε ένα μικρό ατύχημα. Μήπως σας βρίσκεται το κλειδάκι;»

Ο Λάμπρου τραντάχτηκε πάλι από τα γέλια. «Είσαστε ανωμαλάρες του κερατά, το ξέρετε;» Παρ’ όλα αυτά, ξεχώρισε από μια αρμαθιά ένα κλειδάκι και το πέταξε στο τραπέζι. Ο Παναγόπουλος το άρπαξε και ξεκλείδωσε τις χειροπέδες. «Το ξέρουμε. Ευχαριστούμε πολύ». Η Σίγκελ έτριψε τους καρπούς της και μουρμούρισε ένα ευχαριστήριο φακ γιου βέρι ματς. Ο Λάμπρου πήρε πίσω το κλειδάκι και το πέρασε με τα χίλια ζόρια στην αρμαθιά.

«Για λέγε, λοιπόν. Τι γυρεύετε εδώ;» Τα γέλια είχαν κοπεί.

«Ψάχνουμε την υπαστυνόμο Δασκαλάκη. Μήπως την πήρε το μάτι σας εδώ τριγύρω;»

«Τι τη θες; Πες μου εμένα. Εγώ είμαι ο προϊστάμενος!»

«Πρόκειται για θέμα προσωπικής φύσεως».

«Ψάχνετε τρίτο για τριολέ; Ακόμα έναν και θα παίξετε ξερή. Ταιράκια!» Τόσο αστείο του φάνηκε που ξέσπασε πάλι σε μεθυσμένα γέλια. Ο Παναγόπουλος δεν ήξερε πώς να το χειριστεί πλέον το θέμα. Ήταν κι αυτή η καταραμένη η τραγουδιάρα που φάλτσαρε στα 120 ντεσιμπέλ και τον έκανε να θέλει να χώσει ένα δάχτυλο πέντε πόντους μέσα στο μάτι του και να το φέρει μια βόλτα. Στις παρυφές του οπτικού του πεδίου είδε τον Νασόπουλο να ξαναγυρίζει. Κάτι είπε στους άλλους τρεις, οι οποίοι τσακίστηκαν να βγουν από την κεντρική έξοδο, αποφεύγοντας να κοιτάξουν προς το τραπέζι τους. Μετά ο Νασόπουλος κάτι πληκτρολόγησε στο κινητό του και αμέσως άναψε το κινητό του Λάμπρου πάνω στο τραπέζι. Μέσα σε τόσο σαματά, ο Παναγόπουλος βρήκε αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας απολύτως δόκιμο. Ο Λάμπρου διάβασε το μήνυμα και σοβάρεψε απότομα. Πετάχτηκε όρθιος, αλλά ζαλίστηκε κι αρπάχτηκε από το τραπέζι. Ξεφύσηξε μιαν εύφλεκτη ανάσα και προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του.

«Μην το κουνήσετε αποδώ. Δεν τελειώσαμε», είπε απευθυνόμενος στον Παναγόπουλο κι έφυγε ακολουθώντας την πιο γρήγορη τεθλασμένη προς τον Νασόπουλο, ο οποίος τον άρπαξε από το χέρι κι εξαφανίστηκαν παρέα στο βάθος. Όλα αυτό το πηγαινέλα δεν ήταν για καλό.

«Ντάρια, κάτι παίζει στα πίσω δωμάτια».

«Εγκώ, γεια σας!» είπε η Σίγκελ κι έκανε να σηκωθεί. Ο Παναγόπουλος την άρπαξε από το χέρι και την κάθισε κάτω.

«Όλοι γεια σου είμαστε, καλή μου. Για καινούργιο μού το λες;»

* * *

Η Γωγώ έστρεψε βλέμμα της –όσο της ήταν μπορετό, στη στάση που είχε– προς τον νεοεισελθόντα. Έτσι όπως στεκόταν μπροστά στο φως δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του, αλλά ήταν σαφές ότι κρατούσε κι εκείνος σιδερικό, και το είχε στραμμένο πάνω της.

«Αστυνομία! Πέταξε το όπλο και κάνε δυο βήματα πίσω». Την ώρα που τα ξεστόμιζε αυτά, απορούσε με τον εαυτό της: μα τι μαλακίες καθόταν κι έλεγε; Την ίδια στιγμή, ο Μεγάλος έβαλε δύναμη στην πλάτη του και την τίναξε από πάνω του. Η Γωγώ κύλισε στο πλάι του και βρέθηκε με την πλάτη προς τον τοίχο. Κρατούσε ακόμα το όπλο, αλλά της ήταν πια άχρηστο – θα της ήταν άχρηστο ακόμα κι αν ήταν ο Χουντίνι και η γυναίκα-λάστιχο μαζί, δύο σε ένα.

«Ακίνητοι!» είπε ξεψυχισμένα, και στ’ αυτιά της η εντολή ακούστηκε με ερωτηματικό: “Ακίνητοι;”. Υπό άλλες συνθήκες, θα γελούσε με τον εαυτό της.

Ο Μεγάλος είχε πεταχτεί όρθιος και έλεγχε τον κώλο του. Κυριολεκτικά.

«Η μαλακισμένη με πυροβόλησε!»

Με χαρά του διαπίστωσε ότι, πέρα από ένα κατεστραμμένο παντελόνι, δεν είχε παρά μια καψαλισμένη γρατζουνιά. Κάπως πιο ήρεμος τώρα, πασπάτευε τη μύτη του να δει πόση ήταν η ζημιά εκεί. Ο άλλος στο μεταξύ σημάδευε τη Γωγώ.

«Υπαστυνόμε, μας έχετε βάλει σε μπελάδες».

Συγγνώμη, δεν είχα τέτοια πρόθεση, αλίμονο, είπε μέσα της Γωγώ, αλλά δεν μίλησε∙ προτίμησε να υπολογίσει τις πιθανότητές της αν έπαιρνε μια τούμπα κι άρχιζε να πυροβολεί στα τυφλά. Περίπου όσες και να κερδίσεις το Τζόκερ. Όταν δεν παίζεις, υπολόγισε.

«Εσύ ποιος είσαι πάλι;» ρώτησε περισσότερο για κερδίσει χρόνο – αν και δεν ήξερε τι θα τον έκανε αν τον κέρδιζε.

«Τζορτζ Καρύδης. Fucked up and pissed off!» πρόσθεσε αγριοκοιτάζοντας τον στραπατσαρισμένο Μεγάλο. «Αλλά δεν έχουμε καιρό για λόγια τώρα. Πρέπει να την κάνουμε αποδώ αμέσως». Στράφηκε προς τον Μεγάλο: «Βαγγέλη, πάρ’ της τ’ όπλο!» Ο Μεγάλος κινήθηκε αστραπιαία προς το μέρος της και βούτηξε στην πλάτη της για να της αποσπάσει το πιστόλι. Ενστικτωδώς η Γωγώ πυροβόλησε. Ξανά.

* * *

Ο Παναγόπουλος σηκώθηκε και τράβηξε μαζί του την Ντάρια. Ρώτησε έναν σερβιτόρο πού είναι οι τουαλέτες κι εκείνος του έδειξε κάπου μετά την μπάρα. Τραβολογώντας τη δόλια τη Σίγκελ, πέρασαν ανάμεσα από τα τραπέζια και κατευθύνθηκαν προς το βάθος. Δίπλα από τις τουαλέτες ήταν η έξοδος κινδύνου. Ξεκλείδωτη κι αφύλακτη. Καλό αυτό.

«Ντάρια, άκουσέ με καλά».

Η Σίγκελ γύρισε και τον κοίταξε σαν αυτό που θα της έλεγε να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου – και τέτοιο ακριβώς ήταν.

«Θα βγεις απ’ αυτήν την πόρτα και θα πας στο αυτοκίνητο. Θυμάσαι πού έχουμε παρκάρει;» Η Σίγκελ ένευσε καταφατικά. «Κάτσε στη θέση του οδηγού με τη μηχανή αναμμένη και περίμενε πέντε λεπτά. Five minutes! Αν δεν έρθω στο μεταξύ, φύγε. Αλλά να μην πας στην αστυνομία! Κατάλαβες;» Η Σίγκελ ένευσε πάλι. «Πάρε τα κλειδιά». Τα πήρε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.

Ο Παναγόπουλος γύρισε, προσπέρασε τις τουαλέτες και στάθηκε έξω από μια πόρτα που είχε απαγορευτικό σήμα πάνω της. Έστησε αυτί, αλλά ήταν αδύνατον να ακούσει κάτι άλλο από τη βαβούρα πίσω του. Άνοιξε αργά την πόρτα, ίσα ίσα για να ρίξει μια ματιά και τότε άκουσε έναν πυροβολισμό. Τα αντανακλαστικά του, λειτουργώντας εντελώς εις βάρος του, τον έκαναν να σπρώξει την πόρτα και να την ανοίξει διάπλατα. Βρέθηκε σε κάτι σαν γραφείο και μπροστά σ’ ένα παράξενο θέαμα: ο Λάμπρου ήταν ξερός πάνω σ’ έναν καναπέ και από πάνω του έστεκε μία μεσήλικη γυναίκα που κρατούσε πιστόλι. Είδε επίσης την πλάτη του Νασόπουλου να χάνεται σε μία πόρτα στ’ αριστερά. Η γυναίκα είχε κι αυτή την προσοχή της προς τα κει και άργησε να τον πάρει χαμπάρι. Ο Παναγόπουλος εκμεταλλεύτηκε εκείνο το δευτερόλεπτο που μεσολάβησε και την κοπάνησε στο κεφάλι μ’ ένα μπουκάλι Lagavulin που βρισκόταν δίπλα τον καναπέ. Η γυναίκα έπεσε ξερή απάνω στον Λάμπρου. Ο Παναγόπουλος πήρε το όπλο της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα απ’ όπου είχε βγει ο Νασόπουλος. Με τους σφυγμούς του στο υπεριώδες και την αδρεναλίνη να κάνει κουμάντο, δεν σκεφτόταν ορθολογικά. Καλύτερα.

* * *

Ο Νασόπουλος άκουσε τον πυροβολισμό που έπεσε στη διπλανή αποθήκη και όρμησε στην πόρτα. Αυτό που αντίκρισε ήταν σουρεαλιστικό: η Δασκαλάκη στο πάτωμα να προσπαθεί να σηκωθεί όρθια, ο Μεγάλος να χοροπηδάει στο ένα πόδι να πιάνει με τα χέρια του το άλλο (η μύτη του παπουτσιού έχασκε και κάπνιζε) και να φωνάζει: «Το πόδι μου, το πόδι μου! Με πυροβόλησε πάλι η μαλακισμένη!», και τον Καρύδη να κρατάει το όπλο έτοιμος να την ανάψει στη Δασκαλάκη. Όμως Ακούγοντας την πόρτα ν’ ανοίγει πίσω του, ο Καρύδης αποσυντονίστηκε. Χωρίς καν να το σκεφτεί, γύρισε και χτύπησε τον Νασόπουλο στο πρόσωπο με την κάννη. Μόνο όταν το θύμα έπεσε στα γόνατα κι έφερε τα χέρια στο ματωμένο του πρόσωπο κατάλαβε ποιον είχε σακατέψει. Απόμεινε εκεί να τον κοιτάζει να φτύνει δόντια κι αίμα. Κακώς, όπως αποδείχτηκε. Η Γωγώ είχε καταφέρει να σηκωθεί και έπεσε με το κεφάλι στην πλάτη του, ρίχνοντάς τον πάνω στον Νασόπουλο, πέφτοντας κι αυτή από πάνω. Και τότε στο άνοιγμα της πόρτας εμφανίστηκε ο Παναγόπουλος.

«Ακίνητοι όλοι!»

* * *

«“Ακίνητοι όλοι”! Το παλικαράκι που τους νικάει όλους! Είσαι καθόλου με τα καλά σου;»

Η Γωγώ καθόταν στις πίσω θέσεις του αυτοκινήτου του Παναγόπουλου, ακόμα δεμένη κι αναψοκοκκινισμένη. Δίπλα της ο Παναγόπουλος προσπαθούσε να της λύσει τα χέρια. Στο τιμόνι η Σίγκελ έτρεχε σαν σε ειδική διαδρομή τού Rally Acropolis. Προς τα πού; Οπουδήποτε μακριά από τον Πύργο.

«Και τι ήθελες να πω; “Καμ ον, πανκ, μέικ μάι ντέι”;»

«Σιγά, ρε Ντέρτι Χάρι, λερώνεις τη μοκέτα!»

Όταν κατάφερε επιτέλους να την λύσει, βρίσκονταν ήδη αρκετά μακριά από τo Μωρό και οι σφυγμοί τους είχαν πάρει την κατηφόρα. Η Σίγκελ εξακολουθούσε να σανιδώνει το γκάζι επιδέξια.

«Ακούς εκεί: “Ακίνητοι όλοι”! Ο ένας είχε χάσει κάτι δάχτυλα από το αριστερό του πόδι, ο άλλος μια χούφτα δόντια, ο τρίτος είχε πέσει πάνω στον άλλον φαρδύς πλατύς, εγώ από πάνω τους, και ο σερίφης αποδώ», έδειξε τον Παναγόπουλο σ’ αυτό το σημείο, «μας ήθελε ακίνητους!» Η Γωγώ γέλασε, ακούγοντας τον εαυτό της να περιγράφει τη σκηνή. Γέλασε κι ο Παναγόπουλος, ακόμα σοκαρισμένος από την όλη φάση. Μέχρι και η Σίγκελ γέλασε, κι ας μην είχε καταλάβει τίποτα. Ήταν ακόμα ζωντανή, κι αυτός ήταν από μόνος του ένας καλός λόγος να γελάει.

Λίγο αργότερα, όταν πια είχαν ηρεμήσει εντελώς, ο Παναγόπουλος ρώτησε τη Σίγκελ αν είχε δει τους άλλους τρεις την ώρα που πήγαινε στο αυτοκίνητο.

«They were looking for your car, too. But they’re morons. I got there first, started the engine and waited for you».

«Αυτό αν θέλουμε το πιστεύουμε, Ντάρια. Εγώ σαν να σε είδα να έχεις κιόλας ξεκινήσει όταν σκάσαμε μύτη. Τρέξαμε για να σε προλάβουμε», είπε ο Παναγόπουλος, γελώντας μεν, αλλά όχι γελαστός.

«Not true! Περιμενούσα. Πέντε minutes plus. Standing by. You saved my life, mate. I won’t forget it».

Η Γωγώ γύρισε και κοίταξε τον Παναγόπουλο. «Για δες, ο Ράμπο του Πύργου! Πόσο κόσμο έσωσες πια σήμερα;»

«Εσένα, πάντως, σ’ έσωσα!»

«Ναι, καλά! Μέχρι να έρθεις, τους είχα κάνει τ’ αλατιού μόνη μου. Και δεμένη! Αν δεν με βούταγες να φύγουμε άρον άρον, θα τους είχα συλλάβει όλους τώρα!»

«Αν δεν ήμουν εγώ, γλυκιά μου, τώρα το κωλαράκι σου θα ήταν φέτες!» σάρκασε ο Παναγόπουλος.

«Σοβαρά, ε; Του ενός του είχα λιώσει τη μύτη, μετά του έριξα στον κώλο και στο τέλος στο πόδι. Του αλλουνού του είχα χώσει κεφαλιά και τον είχα στείλει να κάνει κρόουλ στο πάτωμα. Ο τρίτος ήταν παράπλευρη απώλεια. Εσύ τι έκανες, δηλαδή;»

«Σε τράβηξα από το σωρό, μάζεψα όλα τα κανόνια, τους κλείδωσα στην αποθήκη και σ’ έβγαλα σηκωτή από το παράθυρο. Αυτά έκανα! Αχάριστη!»

«What the hell happened back there anyway?»

«Να, ο Κλαρκ Κεντ αποδώ την είδε Σούπερμαν της Ηλείας και βάλθηκε να μας σώσει όλους με το ζόρι!»

«Παραδέξου το ότι είσαι περισσότερο Λόις Λέιν παρά Ρόμποκοπ. Και στο φινάλε, εσύ με κάλεσες στο πάρτι! Τι παραπονιέσαι τώρα;»

Η Λόις γύρισε και τον κοίταξε με τρόπο που για τα δεδομένα της μπορεί και να σήμαινε ευχαριστώ. Ο Κλαρκ τής χαμογέλασε με τρόπο που για τα δικά του δεδομένα νόμιζε πως ήταν ακαταμάχητος. Συνεννοήθηκαν, τέλος πάντων.

* * *

Σταμάτησαν σ’ έναν επαρχιακό δρόμο στη μέση του πουθενά και βγήκαν από το αυτοκίνητο. Ο Παναγόπουλος μοίρασε τσιγάρα και νερό.

«Ποιος ήταν αυτός που έβαλα στη μηχανή του κιμά; “Βαγγέλη” τον είπε ο άλλος».

«Βαγγέλης Πούλος. Της γνωστής οικογενείας. Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο: ο Μεγάλος. Σημαίνουσα τοπική προσωπικότης. Ευυπόληπτος επιχειρηματίας. Γυναίκες, ουσίες, λαθραία. Φράουλες. Αέριο». Πάνω στο τελευταίο, σκούντησε με τον αγκώνα του τη Σίγκελ, η οποία έκανε την Κινέζα.

«Πού τα ξέρεις εσύ αυτά; Εγώ γιατί δεν ξέρω τίποτα;» ζήτησε να μάθει η Γωγώ.

«Ο Τύπος είναι πάντα ένα βήμα μπροστά από τις διωκτικές αρχές», είπε ο Παναγόπουλος με ύφος.

«Πάρ’ τα, Τύπε, για πεντάστηλο!» του αντιγύρισε η Δασκαλάκη, συνοδεύοντας την απάντηση με βασιλικό φάσκελο.

«Ευχαριστώ για την αποκλειστικότητα».

«Κάτσε τώρα να σε στείλω αδιάβαστο. Ξέρεις ποιος ήταν αυτός που κουτούλησα;»

Ο Παναγόπουλος, πριν απαντήσει, έριξε μια ματιά στη Σίγκελ που κάπνιζε μαγκωμένη.

«Ο Καρύδης».

«Το ήξερες;!» Η Γωγώ ήταν έτοιμη να βγάλει νύχια.

«Κι εγώ κι η κολλητή μου αποδώ», είπε ο Παναγόπουλος δείχνοντας τη Σίγκελ, η οποία ξαφνικά σκοτείνιασε. «Καλά δεν τα λέω, Ντάρια ντάρλινγκ;»

* * *

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 4 Μαρτίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.