Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 22ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 22ο: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη. Ο «Μεγάλος» —ο μυστηριώδης άγνωστος που κινεί τα νήματα;— τηλεφωνεί στον αστυνομικό διευθυντή Λάμπρου και τον ξεχέζει, απειλώντας ταυτόχρονα τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, ενώ παράλληλα η Ντάρια Σίγκερ, πιστή βοηθός επί χρόνια του Καρύδη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, όταν ένα αυτοκίνητο φρενάρει έξω από το σπίτι της… Ο Νασόπουλος παρακολουθεί τον Παναγόπουλο να φεύγει από το ξενοδοχείο προς το Κατάκολο και τηλεφωνεί σε κάποιον να δώσει λογαριασμό. Ο Παναγόπουλος φτάνει στη μαρίνα, παίρνει μια βάρκα και κατευθύνεται προς ένα γιοτ, αραγμένο στα ανοιχτά αρόδο όπου και φτάνει την κατάλληλη στιγμή για να περισυλλέξει από το νερό την αναίσθητη —αλλά ζωντανήΝτάρια Σίγκελ που αποκαλύπτει πως οι επίδοξοι δολοφόνοι της ήταν όργανα της τάξης. Όσο συμβαίνουν αυτά, η Γωγώ Δασκαλάκη επισκέπτεται το σκυλάδικο του δολοφονημένου Μάκη, αφού πρώτα στέλνει μήνυμα στον Παναγόπουλο να την συναντήσει εκεί. Λίγη ώρα αργότερα, ξυπνά στο σκοτάδι και συνειδητοποιεί πως κάποιος τη χτύπησε και είναι αιχμάλωτη και χωρίς κινητό. Ο Παναγόπουλος έχοντας λάβει το μήνυμά της κατευθύνεται προς το Μωρό για να την συναντήσει αλλά φτάνοντας εκεί βλέπει τον Λάμπρου, τον Νασόπουλο και έναν άγνωστο άνδρα να μπαίνουν μέσα και συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο απομακρύνεται. Η Σίγκελ, η οποία τον συνοδεύει, ταράζεται τόσο στη θέα τους ώστε ο Παναγόπουλος υποπτεύεται ότι γνωρίζει πολύ περισσότερα από εκείνα που του έχει πει και αποφασίζει να την ανακρίνει αφού πρώτα κάνει μια προσπάθεια να μιλήσει με την Δασκαλάκη. Το κινητό της όμως απαντάει ένας άνδρας συμφωνείται μεταξύ τους μια επικίνδυνη ανταλλαγή ομήρων που αναγκάζει τον Παναγόπουλο να επιστρέψει στο Μωρό μαζί με την Ντάρια Σίγκελ. Όσο ο Λάμπρου και ο Νασόπουλος απολαμβάνουν —ο καθένας με τον τρόπο του— το λαϊκό πρόγραμμα του μαγαζιού, η Δασκαλάκη δέχεται την επίσκεψη του απαγωγέα της τον οποίον όμως κατορθώνει να αφοπλίσει. Ο Παναγόπουλος φτάνει στο Μωρό με τη Ντάρια Σίγκελ. Κάθονται σε ένα τραπέζι, ο Λάμπρου (που είναι τύφλα) τους βλέπει κι έρχεται προς το μέρος τους ενώ ο Νασιόπουλος προσπαθεί να ειδοποιήσει τον Μεγάλο στο κινητό. Την ίδια στιγμή, η Γωγώ και ο απαγωγέας της βρίσκονται πεσμένοι στο πάτωμα· ο Μεγάλος (διότι περί αυτού πρόκειται) της προτείνει να της δώσει στοιχεία και να φορτώσει το έγκλημα αποκλειστικά στον Λάμπρου. Εκείνη τη στιγμή, το όπλο εκπυρσοκροτεί. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η πόρτα του υπογείου ανοίγει και μπαίνει ένας άγνωστος, που συστήνεται ως Τζορτζ Καρύδης, ο νεκρός. Ο Νασόπουλος οδηγεί άθελά του τον Παναγόπουλο στη Γωγώ η οποία μόλις έχει πυροβολήσει τον Μεγάλο στο πόδι, και μέσα στην αναμπουμπούλα που επακολουθεί οι δυο τους καταφέρνουν να αποδράσουν και να απομακρυνθούν με το αμάξι μαζί με τη Σίγκελ. Όταν βρίσκονται σε ασφαλή απόσταση, ο Παναγόπουλος αποκαλύπτει στη Γωγώ την ταυτότητα του Μεγάλου και του μέχρι πρότινος νεκρού Καρύδη καθώς και τον ρόλο της Σίγκελ…

* * *

Η Ντάρια προσπαθούσε με αξιοθαύμαστη επιμονή να μετατρέψει τη φράση «κάνω την Κινέζα» σε «κάνω την Τσέχα», συνεχίζοντας να καπνίζει σαν να μην υπήρχε αύριο. Ένιωθε τα μάτια των άλλων δύο επάνω της – ιδίως της Γωγώς, στην πλάτη της, την έκαναν να θέλει να ξυστεί απελπισμένα, αλλά προτίμησε να μην κινηθεί. Προσπάθησε να ζυγίσει την κατάστασή της: πρώτον, ήταν ζωντανή, σημαντική βελτίωση αυτή σε σχέση με πριν λίγες ώρες, που ταξίδευε προς τα βάθη της θάλασσας του Κατακώλου. Δεύτερον, ο Παναγόπουλος και η Δασκαλάκη ήξεραν ήδη πολλά, πιθανόν όμως να μην είχαν ακόμα όσες απτές αποδείξεις χρειάζονταν προκειμένου να την κάψουν. Τρίτον, το παιχνίδι δεν είχε ακόμα κριθεί οριστικά.

Το τσιγάρο της τελείωσε, και οι δύο συνεπιβάτες της εξακολουθούσαν να την κοιτάζουν αμίλητοι.

«Okay, τι θέλετε μάθετε;» είπε επιτέλους.

«Γιατί έκανε ο Καρύδης τον πεθαμένο;» ρώτησαν εν χορώ ο Παναγόπουλος και η Γωγώ και κοιτάχτηκαν με γουρλωμένα μάτια.

«Well, τα λεφτά…» ξεκίνησε να λέει η Ντάρια. «Η εταιρεία έντωσε πολλά λεφτά σε Καρύντης γκια… πώς λένε… pay-offs…»

«Play-offs; Τι γίνεται, ρε πούστη μου, μπλέξαμε και με στημένους αγώνες τώρα;» αναρωτήθηκε με ειλικρινή απορία και τσαντίλα ο Παναγόπουλος.

«PAY-offs, ρε συ, πώς λέμε “μίζες”» τον διόρθωσε η Γωγώ προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια της. «Αμάν, λόουερ δεν πήρες ποτέ σου;»

«Αν ήξερα πως θα είχα εσένα για αγγλικού, θα πρόσεχα περισσότερο τους διαλόγους στις τσόντες», απάντησε ο Παναγόπουλος. «Λέγε, Ντάρια, συνέχισε, γκόου ον», πρόσθεσε με την καλύτερη προφορά του.

«Gas Probe τέλει έχει αέρια εντώ, huge business, αλλά πολλά πρόμπλημα με authorities, so, πολλά λεφτά γκια pay-offs στα κέρια Καρύντις».

«Και μαύρα, βέβαια», σχολίασε η Γωγώ. «Μεγάλος πειρασμός να τους τα φάει».

«Μαύρο, όχι», είπε η Ντάρια λίγο πανικόβλητη. «Μαύρο μόνο Μάκης και Μεγκάλος, lots of it – ουφ!» συμπλήρωσε ανεμίζοντας το χέρι της μπροστά από το πρόσωπο.

«Καλά, καλά, γιά λέγε παρακάτω. Οπότε αποφάσισε να κάνει τον πεθαμένο και να εξαφανιστεί με τα λεφτά. Και γιατί δεν έφυγε αμέσως;»

«Όχι εμπιστοσύνη σε αστυνομία. Ήθελε είναι σίγκουρο πως ντουλειά τελείωσε».

«Και ποιος ήταν αυτός ο άκαρδος τύπος που εσύ αναγνώρισες στο νεκροτομείο;»

«Ντεν ξέρω. Αλήτεια».

«Αλήτεια δεν θα πει τίποτα», σχολίασε η Γωγώ μέσα απ’ τα δόντια.

Το πρόσωπο της Ντάριας φωτίστηκε στιγμιαία – όχι από κάποιο εσωτερικό φως, όχι μεταφορικά αλλά εντελώς κυριολεκτικά. Μια λάμψη πέρασε από πάνω της, χάθηκε για λίγο και μετά εμφανίστηκε ξανά πάνω στον Παναγόπουλο. Το τρίο πάγωσε, ώσπου ένα αγροτικό με τους προβολείς αναμμένους πέρασε από δίπλα τους, κόβοντας λίγο ταχύτητα. Ο οδηγός έβγαλε το κεφάλι από το ανοιχτό παράθυρο χαμογελώντας, αλλά μόλις διεπίστωσε πως δεν έπαιζε τίποτα ενδιαφέρον μέσα στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο με τις δυο γυναίκες και τον έναν άντρα, γκάζωσε ξανά σηκώνοντας κουρνιαχτό, με τις πορνογραφικές του προσδοκίες κομμάτια.

«Νά σας πω, δεν είμαστε ασφαλείς εδώ. Παραείμαστε κοντά στο Κατάκωλο, όλο και κάποιο μάτι μπορεί να μας δει. Λέω να πάμε προς Πάτρα, όσο έχουμε ακόμα λίγο προβάδισμα», είπε η Γωγώ. «Κάποια στιγμή πρέπει να ενημερώσω και τα κεντρικά. Ντάρια, τα υπόλοιπα θα μας τα πεις στο δρόμο, έτσι καλή μου;»

«Πάρε τηλέφωνο, πάρε τα παιδιά από την Πάτρα να τους πεις πως ερχόμαστε», πρότεινε ο Παναγόπουλος.

«Ναι, κάτσε να…» Η Γωγώ ψηλάφησε τις τσέπες της. «Το έχεις εσύ το κινητό μου, έτσι;»

«Όχι, εγώ μάζευα σιδερικά, αν θυμάσαι. Δεν το πήρες εσύ;»

«Πώς ακριβώς περίμενες να το πάρω, δεμένη πισθάγκωνα;» απάντησε φωσφορίζοντας σχεδόν από το κοκκίνισμα μέσα στο σκοτάδι η Γωγώ.

«Ξέρω γω, εδώ λες πως έβγαλες τρεις μαντραχαλάδες νοκ-άουτ…»

«Καλά, φέρε δω το δικό σου μια στιγμή».

Ο Παναγόπουλος έκανε μια γρήγορη σωματική έρευνα στον εαυτό του, βγάζοντας ταυτόχρονα από τις τσέπες το ένα περίστροφο μετά το άλλο, λες και διατηρούσε ψιλικατζήδικο όπλων επάνω του. Κινητό όμως, ούτε ένα. Ούτε μισό πλήκτρο. Η Γωγώ τον παρακολουθούσε σιγοβράζοντας. «Πες μου πως δεν έχεις ούτε το δικό σου…»

«Δεν έχεις ούτε το δικό σου».

«Παναγόπουλε, προσπαθώ πολύ να μη σε διαολοστείλω αυτή τη στιγμή, να πας να κοιμηθείς στο μαντρί του τύπου με το αγροτικό. Άσε τις εξυπνάδες για λίγο, λοιπόν, και πες μου: το ’χεις ή δεν το ’χεις;»

«Κάπου θα μου παράπεσε μέσα στο χαμό και…»

«Ναι, το έφαγε ο σκύλος σου. Οκέι. Είμαστε ωραιότατα αποκομμένοι. Πρέπει να φτάσουμε στην Πάτρα όσο το δυνατό γρηγορότερα».

«Ξέρετε τι σημαίνει αυτό;»

«What?» είπε η Ντάρια.

«Γκόου, γκόου, γκόου!»

Επιβιβάστηκαν βιαστικά. Με τον Παναγόπουλο πίσω από το τιμόνι, τη Γωγώ δίπλα του και τη Σίγκελ πίσω, βγήκαν από τους χωματόδρομους λίγο πιο φραπέ απ’ όσο μπήκαν, γενναιόδωρα πασπαλισμένοι με κοκκινόχωμα, και στον κεντρικό δρόμο Πάτρα-Πύργου έστριψαν βόρεια.Κανείς δεν μιλούσε, παραξενεμένοι κι οι τρεις τους με την αίσθηση γύμνιας που τους γέμιζε η απουσία κινητού επάνω τους – παρά τα όπλα που είχαν την ίδια στιγμή στα χέρια τους. Το σκοτάδι ήταν πήχτρα, και ο Παναγόπουλος χρειάστηκε κάμποσες φορές να στρίψει απότομα για να αποφύγει τα καρπούζια που κείτονταν εδώ κι εκεί, με την κόκκινη καρδιά τους χυμένη στο οδόστρωμα. Ελάχιστα άλλα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν. Η Γωγώ γυρνούσε και κοιτούσε κάθε τόσο από το πίσω παρμπρίζ, μην τυχόν δει φώτα να τους ακολουθούν.

Λίγο μετά την ταμπέλα προς Δουναίικα, μια BMW πέρασε δίπλα τους από την αντίθετη κατεύθυνση. Τρία δευτερόλεπτα αργότερα, άκουσαν ένα χολιγουντιανής ευκρίνειας φρενάρισμα, ένα μαρσάρισμα και ένα σπινιάρισμα, και σε λίγο τα φώτα της BMW άστραψαν στους καθρέφτες του μικρού Yaris. Και η απόσταση ανάμεσά τους ελαττωνόταν σταθερά. Και γρήγορα.

«Ε… Νομίζω…» ψέλλισε η Ντάρια.

«Ε… Είμαι σίγουρη…» αναστέναξε η Γωγώ.

«Δεν μπορεί να είναι τα παιδιά από το Μωρό, πάντως», είπε ο Παναγόπουλος. «Έρχονταν ανάποδα».

«Κάποιος είναι, πάντως, και φαίνεται πολύ τσαντισμένος», είπε η Γωγώ.

«Δουνέικα, γουί χαβ α πρόμπλεμ», μουρμούρισε ο Παναγόπουλος και αυτομάτως έκανε να πιάσει το πιστόλι που αναπαυόταν πάνω στο κάθισμα ανάμεσα σ’ εκείνον και τη Γωγώ. Αντί για το κρύο μέταλλο όμως, τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω από το χέρι της υπαστυνόμου Δασκαλάκη.

* * *

[ Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι  την επόμενη Τρίτη, 18 Μαρτίου, αποκλειστικά στο dim/art ]

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

 

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

 

Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.