Δε σου κάνω τον άγιο — μέρος 23ο

Ένα συλλογικό νουάρ μυθιστόρημα σε συνέχειες, αποκλειστικά στο dim/art

[Μέρος 23ο: Γιώργος Θεοχάρης]

Περίληψη προηγουμένων:  Ο Τζορτζ Καρύδης, Ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς, 48 ετών, μηχανικός, υπάλληλος μιας εταιρίας αμερικανικών συμφερόντων, της Gas Probe SA., βρίσκεται δολοφονημένος κοντά στη Μανωλάδα. Του έχουν αφαιρέσει την καρδιά. Τα τοπικά ΜΜΕ (Ilis FM και εφημερίδα «Πρώτη») αλλά και τα αθηναϊκά (ο ρεπόρτερ Νίκος Παναγόπουλος καταφθάνει αυθημερόν στην περιοχή) μυρίζονται εγκαίρως ότι η υπόθεση έχει ψωμί, έρχονται σε επαφή με τις άκρες τους στην αστυνομία και ανταγωνίζονται για να βγάλουν λαβράκι. Από τα κεντρικά στέλνουν τη δαιμόνια αστυνομικίνα Γωγώ Δασκαλάκη να βοηθήσει τα τοπικά όργανα της τάξεως στην εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος, κάτι που δεν βλέπουν με καλό μάτι οι αστυνομικοί της περιοχής, όπως αποδεικνύεται και κατά τη συνάντηση γνωριμίας της με τον αστυνόμο Λάμπρου. Το βράδυ στο ξενοδοχείο «Μάρε Νόστρουμ», η Γωγώ αδυνατεί να συγκεντρωθεί στην υπόθεση, καθώς από το διπλανό δωμάτιο άγνωστο ζευγάρι επιδίδεται σε αχαλίνωτο, θορυβώδες και χρονοβόρο  σεξ. Καταφεύγει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, όπου όμως, αντί για την ησυχία της, θα βρει τον Νίκο Παναγόπουλο που της προτείνει ανταλλαγή πληροφοριών για το έγκλημα — και σεξ. Νωρίς το επόμενο πρωί, ο διευθυντής του Ilis FM καλεί στον σπίτι του τον δημοσιογράφο της «Πρώτης» Παύλο Νασόπουλο, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για ρεπορτάζ της εφημερίδας για το έγκλημα, που αφήνει υπόνοιες για ντόπιο επιχειρηματία. Ο Νασόπουλος αρνείται την πατρότητα του εν λόγω άρθρου. Καθώς φεύγει από του Βελόπουλου, συναντά τον αστυνόμο Λάμπρου, ο οποίον επίσης αφήνει να εννοηθεί πως τον θεωρεί υπεύθυνο για το ρεπορτάζ. Μήπως στην πραγματικότητα όμως η υπογραφή «Π.Ν.» δεν σημαίνει Παύλος Νασόπουλος αλλά Παναγόπουλος Νίκος; Την ίδια ώρα, η Γωγώ παραλαμβάνει ένα μακάβριο πακέτο, την καρδιά του θύματος, και πηγαίνει στην Πάτρα όπου μαθαίνει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής και της βαλλιστικής εξέτασεις. Λαμβάνει μήνυμα από τη Μαρίνα Δανέζη, που τη βρήκε μέσω Παναγόπουλου, να συναντηθούν: η νεαρή δημοσιογράφος ισχυρίζεται ότι τον Καρύδη τον σκότωσε ένας άνθρωπος της νύχτας, κατ’ εντολήν του Βελόπουλου. Αργότερα, στο ξενοδοχείο, η Γωγώ μαθαίνει από τον Παναγόπουλο της ύπαρξη συνεργάτιδας του Καρύδη, ονόματι Ντάρια Σίγκελ. Από την Ντάρια μαθαίνει τον αριθμό του κινητού του νεκρού: τηλεφωνεί και ζητά τον Τζορτζ Καρύδη. Μια φωνή της απαντά: «Ο ίδιος». Μέχρι να συνέλθει από το σοκ, η Γωγώ χάνει τη μοναδική ευκαιρία να μιλήσει με το ίδιο το θύμα του φόνου που προσπαθεί να εξιχνιάσει. Όσο συμβαίνουν αυτά ο αστυνόμος Λάμπρου κάνει ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα και κατόπιν αναχωρεί για τη Σκαφιδιά. Εντωμεταξύ, στο Μάρε Νόστρουμ, την ηρεμία των παραθεριστών και του Παναγόπουλου —καθώς και ενός μυστηριώδους ενοίκου— ταράζει η μακάβρια ανακάλυψη ενός πτώματος πνιγμένου σε φραουλόζουμο: πρόκειται για τον Μάκη, ιδιοκτήτη σκυλάδικου στον Πύργο, τον οποίον η Μαρίνα Δανέζη έχει κατονομάσει ως δολοφόνο του Καρύδη. Ο «Μεγάλος» —ο μυστηριώδης άγνωστος που κινεί τα νήματα;— τηλεφωνεί στον αστυνομικό διευθυντή Λάμπρου και τον ξεχέζει, απειλώντας ταυτόχρονα τον Βελόπουλο και τον Νασόπουλο, ενώ παράλληλα η Ντάρια Σίγκερ, πιστή βοηθός επί χρόνια του Καρύδη, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα, όταν ένα αυτοκίνητο φρενάρει έξω από το σπίτι της… Ο Νασόπουλος παρακολουθεί τον Παναγόπουλο να φεύγει από το ξενοδοχείο προς το Κατάκολο και τηλεφωνεί σε κάποιον να δώσει λογαριασμό. Ο Παναγόπουλος φτάνει στη μαρίνα, παίρνει μια βάρκα και κατευθύνεται προς ένα γιοτ, αραγμένο στα ανοιχτά αρόδο όπου και φτάνει την κατάλληλη στιγμή για να περισυλλέξει από το νερό την αναίσθητη —αλλά ζωντανήΝτάρια Σίγκελ που αποκαλύπτει πως οι επίδοξοι δολοφόνοι της ήταν όργανα της τάξης. Όσο συμβαίνουν αυτά, η Γωγώ Δασκαλάκη επισκέπτεται το σκυλάδικο του δολοφονημένου Μάκη, αφού πρώτα στέλνει μήνυμα στον Παναγόπουλο να την συναντήσει εκεί. Λίγη ώρα αργότερα, ξυπνά στο σκοτάδι και συνειδητοποιεί πως κάποιος τη χτύπησε και είναι αιχμάλωτη και χωρίς κινητό. Ο Παναγόπουλος έχοντας λάβει το μήνυμά της κατευθύνεται προς το Μωρό για να την συναντήσει αλλά φτάνοντας εκεί βλέπει τον Λάμπρου, τον Νασόπουλο και έναν άγνωστο άνδρα να μπαίνουν μέσα και συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο απομακρύνεται. Η Σίγκελ, η οποία τον συνοδεύει, ταράζεται τόσο στη θέα τους ώστε ο Παναγόπουλος υποπτεύεται ότι γνωρίζει πολύ περισσότερα από εκείνα που του έχει πει και αποφασίζει να την ανακρίνει αφού πρώτα κάνει μια προσπάθεια να μιλήσει με την Δασκαλάκη. Το κινητό της όμως απαντάει ένας άνδρας συμφωνείται μεταξύ τους μια επικίνδυνη ανταλλαγή ομήρων που αναγκάζει τον Παναγόπουλο να επιστρέψει στο Μωρό μαζί με την Ντάρια Σίγκελ. Όσο ο Λάμπρου και ο Νασόπουλος απολαμβάνουν —ο καθένας με τον τρόπο του— το λαϊκό πρόγραμμα του μαγαζιού, η Δασκαλάκη δέχεται την επίσκεψη του απαγωγέα της τον οποίον όμως κατορθώνει να αφοπλίσει. Ο Παναγόπουλος φτάνει στο Μωρό με τη Ντάρια Σίγκελ. Κάθονται σε ένα τραπέζι, ο Λάμπρου (που είναι τύφλα) τους βλέπει κι έρχεται προς το μέρος τους ενώ ο Νασιόπουλος προσπαθεί να ειδοποιήσει τον Μεγάλο στο κινητό. Την ίδια στιγμή, η Γωγώ και ο απαγωγέας της βρίσκονται πεσμένοι στο πάτωμα· ο Μεγάλος (διότι περί αυτού πρόκειται) της προτείνει να της δώσει στοιχεία και να φορτώσει το έγκλημα αποκλειστικά στον Λάμπρου. Εκείνη τη στιγμή, το όπλο εκπυρσοκροτεί. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η πόρτα του υπογείου ανοίγει και μπαίνει ένας άγνωστος, που συστήνεται ως Τζορτζ Καρύδης, ο νεκρός. Ο Νασόπουλος οδηγεί άθελά του τον Παναγόπουλο στη Γωγώ η οποία μόλις έχει πυροβολήσει τον Μεγάλο στο πόδι, και μέσα στην αναμπουμπούλα που επακολουθεί οι δυο τους καταφέρνουν να αποδράσουν και να απομακρυνθούν με το αμάξι μαζί με τη Σίγκελ. Όταν βρίσκονται σε ασφαλή απόσταση, ο Παναγόπουλος αποκαλύπτει στη Γωγώ την ταυτότητα του Μεγάλου και του μέχρι πρότινος νεκρού Καρύδη καθώς και τον ρόλο της Σίγκελ η οποία στη συνέχεια αποκαλύπτει, υπό πίεση, ότι ο Καρύδης σκηνοθέτησε τον θάνατό —με μπόλικη βοήθεια από την εγχώρια μαφία και τα βρώμικα όργανα του νόμου — για να καταχραστεί τo τεράστιo ποσά που διαχειριζότανε για λογαριασμό της Gas Probe. Λίγο αργότερα, στο δρόμο για την Πάτρα, ανακαλύπτουν ότι τους λείπουν τα κινητά τους και ότι μια BMW μάλλον τους καταδιώκει…

* * *

«Μπορεί να είναι σύμπτωση», μουρμούρισε ο Παναγόπουλος πατώντας παράλληλα το γκάζι τέρμα. Η BMW ανταποκρίθηκε άμεσα επιταχύνοντας: δεν ήταν σύμπτωση.

Δεν υπήρχε περίπτωση να ξεφύγουν με το Yaris, κάτι άλλο έπρεπε να σκεφτούν. Είχαν όπλα, αλλά αυτή δεν ήταν λύση. Όχι για τον Παναγόπουλο τουλάχιστον, γιατί η Γωγώ ήδη έλεγχε τους γεμιστήρες στα τρία πιστόλια.

«Ντάρια, μπορείς να δεις πόσοι είναι;»

«Νo, έχει too much glare…, φως».

Τότε ακούστηκε ένας δυσοίωνος ήχος.

«Τι ήταν αυτό; Μας ρίχνουν;»

Όχι μόνο τους έριχναν, αλλά ήξεραν και σημάδι: άκουσαν σφαίρες να σφηνώνονται στην πίσω πόρτα. Ο Παναγόπουλος από το ξάφνιασμα παραλίγο να ρίξει το αυτοκίνητο έξω από τον δρόμο. Η Γωγώ τού έτεινε ένα Glock 17, κρατώντας το από την κάνη.

«Έχεις ρίξει ποτέ σου;»

«Στον στρατό, με Μ1».

Η Γωγώ αναστέναξε. Κράτησε το πιστόλι με το αριστερό, το έστρεψε πίσω τους έξω από το παράθυρό της και πυροβόλησε δυο-τρεις φορές στα τυφλά. Δεν πέτυχε τίποτα, αλλά η BMV έκοψε κάπως ταχύτητα.

«Με το αριστερό δεν υπάρχει περίπτωση να κάνω δουλειά. Τζάμπα ξοδεύω τις σφαίρες. Τι κάνουμε τώρα;»

Η Σίγκελ είχε λουφάξει στο πίσω κάθισμα. Ο Παναγόπουλος προσπαθούσε να κρατήσει το αυτοκίνητο στον δρόμο – δεν είχε μυαλό ούτε για ν’ απαντήσει “δεν έχω ιδέα”, πόσο μάλλον για να σκεφτεί λύση. Αισθανόταν χοντρούς κόμπους ιδρώτα να αναβλύζουν από τις ρίζες των μαλλιών του – κρύος ιδρώτας, παρόλη τη ζέστη. Το Yaris είχε φτάσει στα όριά του και βογκούσε διαμαρτυρόμενο. Η BMW είχε φτάσει μόλις λίγα μέτρα πίσω τους. Άκουσαν άλλες τρεις-τέσσερις σφαίρες να καρφώνονται υπόκωφα στην πίσω πόρτα. Η Γωγώ ξαναβγήκε στο παράθυρο και άδειασε τον υπόλοιπο γεμιστήρα στο πουθενά. Κατά τύχη, πέτυχε το δεξί φανάρι της BMW, που έσβησε μέσα σε μια βροχή από σπίθες. Αυτό σαν να εκνεύρισε τον οδηγό της BMW, που επιτάχυνε κι έπεσε με δύναμη στον πίσω προφυλακτήρα του Yaris, δίνοντάς του πρόσθετη ώθηση. Η Ντάρια ούρλιαξε, κάνοντας τις τρίχες στον σβέρκο του Παναγόπουλου να βαρέσουν προσοχή. Επιτέλους είχε καταλάβει το νόημα της μέχρι πρότινος ακατανόητης μεταφοράς πάγωσε το αίμα μου. Ευτυχώς βρίσκονταν σε ευθεία, κι έτσι το μικρό αυτοκίνητο έμεινε στο οδόστρωμα. Ξαφνικά η BMW βγήκε στ’ αριστερά τους σαν για να τους προσπεράσει. Ο Παναγόπουλος το σανίδωσε στο μη περαιτέρω –λίγο ακόμα και θ’ άνοιγε τρύπα στο σασί–, αλλά ήταν μάταιο: η BMW κέρδιζε άνετα τα μέτρα που χρειαζόταν για να τους πλευρίσει.

«Πέστε κάτω!» φώναξε ο Παναγόπουλος, ενώ και ο ίδιος χαμήλωσε όσο περισσότερο μπορούσε. Μια σφαίρα μπήκε από το ανοιχτό αριστερό πίσω παράθυρο και καρφώθηκε στο απέναντι κολονάκι. Ο Παναγόπουλος πάτησε ενστικτωδώς φρένο, ρίχνοντας όλο του το βάρος στο πεντάλ. Το Yaris έκοψε απότομα στριγγλίζοντας, ακριβώς τη στιγμή που μια σφαίρα εξοστρακίστηκε στο καπό. Η BMW συνέχισε με μεγάλη ταχύτητα κι απομακρύνθηκε. Το Yaris ακινητοποιήθηκε λίγα μέτρα παρακάτω. Ο Παναγόπουλος ανακάθισε και κοίταξε δίπλα του και πίσω. Και οι δύο γυναίκες είχαν πέσει από τις θέσεις τους.

«Είσαστε καλά;»

Καλά ήταν, από το φρενάρισμα είχαν πέσει. Έσβησε τα φώτα και αφουγκράστηκε. Τίποτα. Μόνο τη μυρωδιά από τα καμένα λάστιχα κατέγραψαν οι τσιτωμένες αισθήσεις του.

«Πόσοι είναι; Είδες;» ρώτησε η Γωγώ, κρατώντας από ένα πιστόλι σε κάθε χέρι.

«Ένας».

«Αποκλείεται! Ποιος μας ρίχνει, αν είναι μόνο ένας;»

«Ο οδηγός! Μόνος του είναι. Τον είδα, σου λέω. Με το ένα χέρι το τιμόνι, με το άλλο πάρε να ’χεις. Κανονικός καουμπόης τέσσερα επί τέσσερα ο μαχλέπας!»

Κοιτούσαν και τρεις μπροστά τους, περιμένοντας το μαύρο αυτοκίνητο να επιστρέψει.

«Και είναι ασπρομάλλης. Έτσι μου φάνηκε όταν με πυροβολούσε την ώρα που φρενάρισα. Ασπρομάλλης είν’ ο Χάρος;»

Η Γωγώ τού χτύπησε τον ώμο κατευναστικά.

«What is “aspromalis”?» ρώτησε η Σίγκελ.

Η Γωγώ τής εξήγησε.

«Oh, dear lord! It’s the Doc!» είπε η Σίγκελ με φωνή που μόλις ακούστηκε. Σταυροκοπήθηκε καθολικά και ανατρίχιασε ορθόδοξα.

«Ποιος;» ρώτησαν οι άλλοι δύο ταυτόχρονα.

«Doctor Surcher. Say your prayers – we’re doomed», είπε η Σίγκελ και μαζεύτηκε στη θέση της σαν να ήθελε να εξαφανιστεί.

«Τι σερτς δε ντοκ μας τσαμπουνάς, ρε Ντάρια; Δολοφόνος είναι ή επιμελητής κειμένων;» ρώτησε ο Παναγόπουλος, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει απάντηση: σε απόσταση φάνηκε η μονόφθαλμη BMW. O Παναγόπουλος πήγε να βάλει μπρος για να κάνει αναστροφή.

«Περίμενε!» είπε η Γωγώ, πιάνοντας το χέρι του πάνω στις ταχύτητες.

Η BMW είχε σταματήσει σε απόσταση περίπου διακοσίων μέτρων. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η μηχανή της. Άλλο αυτοκίνητο δεν υπήρχε στον ορίζοντα ούτε για δείγμα. Ήταν πολύ αργά για τους ξενύχτηδες και πολύ νωρίς για τους εργατικούς. Η Γωγώ έδειξε στον Παναγόπουλο έναν παράδρομο στα δεξιά τους, στα πενήντα-εξήντα μέτρα.

«Νίκο, μπες στον χωματόδρομο δεξιά και πήγαινε με χίλια. Σήκωσε όση σκόνη μπορείς».

Ο Παναγόπουλος κατάλαβε και ξεκίνησε σπινιάροντας να κάνει αυτό που του ζήτησε. Στο μεταξύ, όμως, η BMW ερχόταν καταπάνω τους με το κακό της μάτι σκοτεινιασμένο. Τα δύο αυτοκίνητα κατευθύνονταν για μετωπική. Ο Παναγόπουλος χαμογελούσε παρανοϊκά, με σφιγμένα τα δόντια: σκεφτόταν ότι ο άλλος θα απορούσε με αυτό που έμοιαζε να είναι η επιλογή τους. Το είχε δει αυτό το παιχνίδι σε αμερικάνικες ταινίες: όποιος στρίψει πρώτος είναι κότα – κάπως έτσι. Κο-κο-κο. Το πάτησε τέρμα. Δεν ήξερε ότι υπήρχαν τόσοι μύες στο ανθρώπινο σώμα∙ ούτε ότι μπορούν να σφίξουν τόσο πολύ που να τους ακούς.

Τα δύο αυτοκίνητα πλησίαζαν πατημένα. Ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να φιληθούν θανάσιμα. Πρώτα είδαν τρεις αναλαμπές και αμέσως μετά τις αντίστοιχες τρύπες στο παρμπρίζ, ακριβώς στη μέση, ανάμεσα σε οδηγό και συνοδηγό. Σαν αυτό να ήταν το σύνθημα, ο Παναγόπουλος έκοψε απότομα το τιμόνι δεξιά. Το Yaris είχε φτάσει πρώτο στον παράδρομο –για κάτι μέτρα– κι η σύγκρουση είχε αποφευχθεί – για κάτι πόντους. Μπήκαν στον χωματόδρομο με τις μπάντες, σηκώνοντας σκόνη αρκετή για κρύψει πούλμαν. Ο Παναγόπουλος έκοψε ταχύτητα γιατί ο δρόμος ήταν στενός και άγνωστος. Δεξιά κι αριστερά θερμοκήπια. Η Γωγώ κοιτούσε τριγύρω ψάχνοντας κάτι. Περίπου μισό χιλιόμετρο από την Εθνική το βρήκε: ένα ιδιωτικό δρομάκι σαν φαρδύ μονοπάτι έκοβε κάθετα τον χωματόδρομο.

«Κάνε αριστερά στο δρομάκι και δες αν μπορείς να βγεις πίσω από το θερμοκήπιο ξανά εδώ που είμαστε τώρα».

Ο Παναγόπουλος έριξε ταχύτητα και μπήκε αριστερά. Κατάστρεψε ένα μποστάνι, αλλά τα κατάφερε και βρήκε δίοδο για τον χωματόδρομο.

«Σταμάτα και σβήσε τη μηχανή».

Έκανε όπως του είπε. Η Γωγώ άνοιξε την πόρτα της και βγήκε. Έλεγξε αν το Yaris φαινόταν από τον χωματόδρομο. Όχι, εντάξει. Ο Παναγόπουλος την ακολούθησε.

«Άκου πώς θα γίνει. Αυτός θα φτάσει στη διασταύρωση και μόλις δει ότι σκόνη τέλος, θα σταματήσει. Θα έχει να διαλέξει δεξιά ή αριστερά. Στα τυφλά. Θα του πάρει κάποιο χρόνο. Όπως θα είναι σταματημένος, θα βγω πίσω του και του ρίξω ό,τι έχω. Μόλις ακούσεις πυροβολισμούς, βγες στον χωματόδρομο να με μαζέψεις. Κατάλαβες;»

Ο Παναγόπουλος την κοίταξε έτσι λουσμένη στο φεγγαρόφωτο με τα κουμπούρια στα χέρια και κάπως του ’ρθε. Ήταν μια καλοκαιρινή βραδιά όνειρο – αν εξαιρούσε το γεγονός ότι ίσως δεν θα προλάβαινε να δει το ξημέρωμα. Το μισοφέγγαρο, η γη με τις οργανικές της μυρωδιές, το κορίτσι… το κορίτσι ήταν τόσο για φίλημα, που το φίλησε! Η Γωγώ, αιφνιδιασμένη, ανταποκρίθηκε για ένα νανοδευτερόλεπτο και μετά τον δάγκωσε στα χείλη μέχρι αίματος.

«Θα σου έριχνα, αλλά δε θέλω να προδώσω τη θέση μας», του είπε ψιθυριστά και κούνησε τη μία πιστόλα μπροστά στα μούτρα του. Μετά χάθηκε πίσω από το θερμοκήπιο σαν γάτα. Ο Παναγόπουλος γύρισε στο αυτοκίνητο να περιμένει τους πυροβολισμούς.

«Ντάρια;»

Καμία απάντηση.

Έσκυψε στο πίσω κάθισμα και τη βρήκε ξερή, μέσα στα αίματα. Ανάσαινε;  Άναψε τον αναπτήρα του να δει καλύτερα. Ναι, ζωντανή ήταν, απλώς είχε λιποθυμήσει. Την είχε φάει στον αριστερό ώμο, πάνω από την κλείδα. Πληγή ανοιχτή, αλλά το αίμα δεν ήταν πολύ. Η σφαίρα τής είχε ξηλώσει ένα κομμάτι σάρκα, όμως δεν φαινόταν τρομερή η ζημιά.  Έβγαλε ένα κουτί με χαρτομάντιλα από το ντουλαπάκι, τα πήρε όλα και τα έβαλε πάνω στο τραύμα, πιέζοντας. Ο πόνος συνέφερε τη Σίγκελ, που βόγκηξε ανεπαίσθητα. Ήταν που ήταν ασπρουλιάρα, τώρα ήταν έτοιμη για ρόλο σε θίασο Καμπούκι.

«Δεν είναι τίποτα, Ντάρια. Μια γρατζουνιά μόνο».

Τη βοήθησε να κάτσει και της έδωσε λίγο νερό.

«I got shot! The son of a bitch shot me!»

«Όχι, δεν είναι ένεση. Αυτή τη φορά έφαγες σφαίρα. Κα-νο-νι-κό-τα-τα», της διευκρίνισε ο Παναγόπουλος. Η Σίγκελ τον κοίταξε για μια στιγμή χωρίς να καταλαβαίνει τι της έλεγε αυτός ο ηλίθιος. Μετά μούγκρισε – όχι από πόνο, από ζοχάδα.

«It’s the third fuckin’ time in a single fuckin’ evening I almost get killed. That’s it! I’m taking ’em down with me!»

«Αφού τρίτωσε και ζεις, θα τη βγάλεις καθαρή» της είπε με μια υποψία γέλιου. “Καλύτερα τσαντισμένη, παρά πεθαμένη”, σκέφτηκε ο Παναγόπουλος. Και τότε άκουσε τον ήχο μηχανής αυτοκινήτου να πλησιάζει. Η BMW!

«Ντάρια, μπορείς να πιέζεις μόνη σου την πληγή γιατί εγώ πρέπει να οδηγήσω; Πρες, πρες.»

«The press tells me to press, I’m pressing». Του χαμογέλασε κιόλας.

«Έτσι μπράβο. Κι αν μουλιάσει το χαρτί, πάρε ό,τι πανί βρεις εκεί πίσω και πίεζε».

Πυροβολισμοί! Κάμποσοι και από διαφορετικά όπλα.

Ο Παναγόπουλος έβαλε μπρος και βγήκε όπως-όπως στον παράδρομο, παρασύροντας στο διάβα του πράγματα που δεν ήθελε να ξέρει. Έκανε δεξιά, με τη μούρη προς την Εθνική και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Από τον καθρέφτη είδε τη Γωγώ να τρέχει προς το αυτοκίνητο, πυροβολώντας πάνω από τον ώμο της. Ο άλλος ανταπέδιδε τα πυρά, αλλά ήταν δύσκολο για τον οποιονδήποτε να πετύχει οτιδήποτε. Η Γωγώ πήδηξε στη θέση της και ο Παναγόπουλος έφυγε πιο γρήγορα κι από τις σφαίρες.

«Χαλάρωσε, δεν πρόκειται να μας ακολουθήσει. Για την ώρα. Δυο γεμιστήρες άδειασα και το μόνο που πέτυχα ήταν το λάστιχο», είπε η Γωγώ μέσα στο λαχάνιασμά της.

«Μπράβο!»

«Τι “μπράβο”, ρε; Εγώ αυτόν σημάδευα!»

Βγαίνοντας στην Εθνική, ο Παναγόπουλος έκανε αριστερά.

«Η Πάτρα είναι δεξιά!» του φώναξε η  Γωγώ.

«Γυρίζουμε πίσω. Η Ντάρια χρειάζεται νοσοκομείο. Άρπαξε μια αδέσποτη».

Η Γωγώ γύρισε προς τα πίσω ανήσυχη.

«Είσαι καλά; Are you okay?»

Πέρασε ανάμεσα από τα μπροστινά καθίσματα και κάθισε δίπλα της.

«Nope. As mad as hell!»

Η Γωγώ γέλασε. Εντάξει η Ντάρια, θηρίο.

«Μα πώς έγινε;» ρώτησε τον Παναγόπουλο, όσο προσπαθούσε να βρει κάτι σχετικά καθαρό να βάλει πάνω στο τραύμα.

«Θα τη βρήκε μία απ’ αυτές», είπε ο Παναγόπουλος, δείχνοντας τις τρύπες στο παρμπρίζ.

«Και γιατί γυρίζουμε πίσω;»

«Γιατί από δω είναι το πιο κοντινό νοσοκομείο. Μετά τα Λασταίικα. Έχω δει την ταμπέλα. Σε δέκα λεπτά θα είμαστε εκεί».

«Ντάρια, έχεις δέκα λεπτά να μου πεις what the fuck is going on. The whole story!» είπε η Γωγώ με την αδρεναλίνη της να μη λέει να πέσει από το κόκκινο.

«Θα λέω. Καρύντις ήθελε κάνει, you know, αυτό– πώς λένε;»

«In English, Darya. We don’t have much time».

* * *

Ένα τέταρτο αργότερα, το κόκκινο Yaris μπήκε στον περίβολο του νοσοκομείου “Ανδρέας Παπανδρέου” στη Συντριάδα και σταμάτησε μπροστά στα Επείγοντα Περιστατικά. Ο Παναγόπουλος πετάχτηκε φουριόζος έξω και με τη βοήθεια της Γωγώς πήγε τη Σίγκελ σχεδόν σηκωτή στο εσωτερικό. Λόγω του προχωρημένου της ώρας, η κίνηση ήταν σχεδόν μηδενική κι έτσι την πήραν αμέσως στο εξεταστήριο για τα περαιτέρω. Η Γωγώ, αφού πρώτα διαβεβαίωσε τη νοσοκόμα υποδοχής ότι το αίμα στη μπλούζα της δεν ήταν δικό της, ζήτησε να δει τον υπεύθυνο της εφημερίας. Η νοσοκόμα τής εξήγησε ότι ήταν αυτός που εκείνη τη στιγμή φρόντιζε την τραυματισμένη γυναίκα, οπότε θα έπρεπε να περιμένουν να τον δουν όταν θα τελείωνε. Στο μεταξύ, της ζήτησε να συμπληρώσει ένα έντυπο με τα στοιχεία της “ασθενούς”. Η Γωγώ το συμπλήρωσε γράφοντας ό,τι να ’ναι γιατί δεν ήθελε να μάθει η νοσοκόμα απολύτως τίποτα. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα, σκέφτηκε ότι σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων δεν μπορούσε να εμπιστευτεί παρά μόνο τον Παναγόπουλο. Αν είναι ποτέ δυνατόν! Γύρισε και τον κοίταξε. Της φάνηκε σαν το πρωτάκι στο δημοτικό που έχει αργήσει η μάνα του να έρθει να το πάρει. Ζεστάθηκε το μέσα της. Θα τον αγκάλιαζε, αν δεν ήταν τόσο… Παναγόπουλος.

Όσο περίμεναν, τους βγήκε η κούραση. Χώρια που κανείς τους δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα. Το κυλικείο ήταν κλειστό. Φυσικά. Βρήκαν τουλάχιστον ένα μηχάνημα με καφέδες.

«Τι καφέ θες;» ρώτησε ο Παναγόπουλος.

«Πάτα στην τύχη να μου κάνεις έκπληξη. Έτσι κι αλλιώς, όλοι ίδιοι θα ’ναι».

Περιέργως, βρήκε το νερόπλυμα του γούστου της: «Ο καλύτερος καφές που έχω πιει από τότε που πάτησα το πόδι μου στην Ηλεία», δήλωσε εντυπωσιασμένη.

Κάποτε βγήκε κι ο γιατρός. Τους καθησύχασε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό (διαμπερές τραύμα, αντιβίωση, ηρεμιστικά – και μια ακτινογραφία που έδειξε ότι δεν είχε πειραχτεί η κλείδα) , αλλά ο ίδιος δεν φαινόταν καθόλου ησυχασμένος: τραύμα από σφαίρα ήταν αυτό. Η Γωγώ του εξήγησε μέσες-άκρες την κατάσταση, αλλά δεν είχε πάνω της την αστυνομική της ταυτότητα για ν’ αποδείξει τα λεγόμενά της. Του πρότεινε να τηλεφωνήσει στην Αθήνα για επιβεβαίωση. Ο γιατρός δέχτηκε. Πήγαν στο γραφείο του και πήραν το αφεντικό της Γωγώς στο σπίτι του. Αφού πρώτα η Γωγώ τού εξήγησε στα γρήγορα πώς είχαν τα πράγματα, έδωσε το ακουστικό στον γιατρό. Το αφεντικό τον διαβεβαίωσε ότι ήταν όντως εκείνη που έλεγε και υποσχέθηκε να στείλει πρωί-πρωί στο νοσοκομείο ένα επίσημο έγγραφο με φαξ. Όταν ο γιατρός συναίνεσε, η Γωγώ ξαναπήρε το ακουστικό και ζήτησε από τον προϊστάμενό της να μην ανακατέψει καθόλου την αστυνομία του Πύργου – ακόμα καλύτερα, της Ηλείας ολόκληρης. Μήπως να ζητούσε ενισχύσεις από την Πάτρα; Ναι, αλλά γρήγορα. Του είπε ότι το πράγμα επείγει. Ο άλλος υποσχέθηκε να το φροντίσει αμέσως. Θα την έπαιρνε στο κινητό να την ενημερώσει. Κινητό, του εξήγησε η Γωγώ υπομονετικά, δεν υπήρχε. Ας άφηνε μήνυμα στο ξενοδοχείο. Όταν έκλεισαν, η Γωγώ συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε βοήθεια μέσα στις κρίσιμες επόμενες δύο ώρες.

Ο Παναγόπουλος την τράβηξε παράμερα και της ψιθύρισε: «Να κοιτάξω μήπως βρω κάνα κινητό;»

Η Γωγώ τον κοίταξε αγανακτισμένη.

«Πας καλά, ρε Παναγόπουλε; Θα κλέψεις κινητό σε νοσοκομείο; Γιατί δεν πετάγεσαι μέχρι την εντατική να βρεις κανέναν σε καταστολή;»

Τον παράτησε και στράφηκε στον γιατρό που έδειχνε προβληματισμένος.

«Γιατρέ, τα στοιχεία που έδωσα για την κυρία που σας φέραμε είναι ψεύτικα. Η κυρία είναι υπό κράτηση, αλλά κινδυνεύει κιόλας. Εμείς πρέπει να φύγουμε. Μπορείτε να την βάλετε κάπου μόνη της και να μην αφήσετε κανέναν να την δει μέχρι να ξανάρθουμε;»

«Δηλαδή, να την κρύψω;»

«Ακριβώς. Για λίγες ώρες. Το πρωί θα σας εξηγήσω τα πάντα. Αλλά τώρα πρέπει να φύγουμε».

«Μα γιατί να μην πάρουμε την αστυνομία; Θα βρω κάνα μπελά!»

Ο Παναγόπουλος γούρλωσε τα μάτια και αναστέναξε. Η Γωγώ κοίταξε τον γιατρό σαν να τον έβλεπε εκείνη τη στιγμή για πρώτη φορά. Ψηλός, ξανθός, τριαντάρης.

«Γιατρέ, πώς λέγεστε;»

«Θοδωρής Τριανταφυλλίδης».

«Δεν είστε από δω, σωστά;»

«Σωστά. Σερραίος είμαι».

«Κι έτσι να μείνετε. Κάντε μου μια χάρη: μην –επαναλαμβάνω: μην– πάρετε τηλέφωνο κανέναν, και προπαντός όχι την αστυνομία. Ούτε στο προσωπικό του νοσοκομείου να πείτε τίποτα».

«Κι αν περάσει από δω ένα ψηλός με άσπρα μαλλιά, να κάνετε στάση εργασίας – και την προσευχή σας», πρόσθεσε ο Παναγόπουλος.

Αφήνοντάς τον σε πλήρη σύγχυση, τον ευχαρίστησαν κι εξαφανίστηκαν.

* * *

Μπήκαν στο Yaris κι έφυγαν, αλλά έξω από την πύλη η Παναγόπουλος σταμάτησε.

«Τι κάνουμε τώρα;»

«Πάμε στο κότερο! Εσύ ξέρεις πού είναι. Είναι το μέσο διαφυγής τους. Αυτή είναι η λογική επιλογή τους».

«Στο κότερο. Με τρία άδεια όπλα και μια μουρλή που την έχει δει Τσακ Νόρις! Εγώ λέω να περιμένουμε τους Πατρινούς».

«Παναγόπουλε, από την ώρα που πάτησα το πόδι μου εδώ άλλο δεν κάνουν όλοι τους από το να με δουλεύουν ψιλό γαζί, να με προσβάλλουν, να με χτυπάνε και να με πυροβολούν. Συν τοις άλλοις, δεν έχω φάει σχεδόν τίποτα, δεν έχω πιει έναν καφέ της προκοπής και δεν έχω κοιμηθεί παρά ελάχιστα. Μην την πληρώσεις εσύ τη νύφη τώρα!»

«Ρε πουλάκι μου, έχεις τα χίλια δίκια, αλλά είναι τρελό να πάμε μόνοι μας στη φωλιά του λύκου. Δεν έχουμε καμία τύχη. Χώρια που δεν είναι σίγουρο ότι θα έχουν πάει στο κότερο. Και άσε τη λογική κατά μέρος. Πόση λογική είδες μέχρι στιγμής από μέρους τους; Αυτοί νομίζουν ότι η Ηλεία τούς ανήκει!»

Η Γωγώ το σκέφτηκε λίγο.

«Έχεις δίκιο. Με τόση κούραση δεν σκέφτομαι σωστά. Δεν μπορώ να βάλω σε κίνδυνο τη ζωή ενός πολίτη. Θα πάω μόνη μου! Πήγαινέ με μόνο στο ξενοδοχείο να πάρω το υπηρεσιακό μου όπλο».

Ο Παναγόπουλος ξεκίνησε δύσθυμος με κατεύθυνση προς Σκαφιδιά.

«Ό,τι πεις, σερίφη. Καλά που έχουμε κι εσένα να επιβάλεις τον νόμο δυτικά του Πέκος».

* * *

Μετά από κάμποση βαριά σιωπή, κατά τη διάρκεια της οποίας είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα μήπως πεταχτεί από πουθενά η BMWή κανένα περιπολικό, ο Παναγόπουλος δεν άντεξε και την έσπασε.

«Τουλάχιστον, πες μου αυτά που σου είπε η Ντάρια. Τα μισά δεν τα έπιασα».

«Τα πιο πολλά τα ξέρεις ήδη και τα υπόλοιπα τα φαντάζεσαι. Την έχεις την αποκλειστικότητα. Άσε με τώρα να σκεφτώ τι σκατά θα κάνω».

«Δεν είσαι σε θέση να σκεφτείς. Κάνε μου μια περίληψη των προηγουμένων. Να δεις που θα σε βοηθήσει».

«Πάει καλά. Νομίζω ότι αυτό σ’ το χρωστάω. Από πού ν’ αρχίσω;»

«Από τα πρώτα σου γενέθλια. Από τον Καρύδη, μωρέ!»

«Ο Καρύδης ήρθε στην Ελλάδα πριν από ένα χρόνο, παρέα με τη Σίγκελ. Νοίκιασαν ένα σπίτι στον Άγιο Γεώργιο που ήταν και γραφείο της Gas Probe στην Ελλάδα. Εκεί έμενε η Σίγκελ μόνη της, ο Καρύδης έμενε στο Mare Nostrum για να έχει ελευθερία κινήσεων. Σκοπός τους ήταν διευκολύνουν τις έρευνες για φυσικό αέριο των τεχνικών της εταιρείας στο Ιόνιο. Στα χαρτιά, αυτό. Στην πραγματικότητα είχαν έρθει για να εξασφαλίσουν με κάθε τρόπο τη δουλειά».

«Πώς;»

«Εσύ πώς λες; Σπρώχνοντας μαύρα δολάρια δεξιά κι αριστερά. Ο Καρύδης διαχειριζόταν ένα απίστευτο μυστικό κονδύλι εν λευκώ».

«Πόσο απίστευτο;»

«Η Σίγκελ είπε “an obscene amount of money”. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»

«Ξέρω. Δε χωράει ολόκληρο σ’ ένα κομπιουτεράκι, θες και δεύτερο».

«Α, γεια σου. Στην πορεία σκέφτηκε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία της ζωής του να πιάσει την καλή. Αφού είχε πρόσβαση στον λογαριασμό, γιατί να μην τα σηκώσει όλα και να την κάνει για Βραζιλία; Αναγκαστικά, λέει η Σίγκελ πάντα, έβαλε κι εκείνην στο κόλπο, γιατί δε γινόταν να το κάνει χωρίς να τον πάρει χαμπάρι. Έπειτα, τη χρειαζόταν και για άλλες δουλίτσες, όπως, πι-χι, ν’ αναγνωρίσει το άσχετο πτώμα στο νεκροτομείο. Άρχισε να οργανώνει τη δήθεν δολοφονία του. Πρώτα έβαλε στο κόλπο τον Μεγάλο για να εξασφαλίσει πτώμα και υποδομή. Ο Μεγάλος έβαλε στο κόλπο τον Λάμπρου για τα διαδικαστικά και για ένα αυθεντικό πλαστό διαβατήριο για τον Καρύδη με άλλο όνομα, αλλά κι επειδή όλα παρέα τα κάνουν, Μεγάλος και Λάμπρου.

«Και κάμποσοι μπάτσοι κάτω από τον Λάμπρου».

«Για σιγά! Κι εγώ μπάτσος είμαι!»

Γύρισε και την κοίταξε. Τελικά, δεν μπορούσε να της θυμώσει.

«Μπάτσα».

Η Γωγώ τού έχωσε μία, και συνέχισε.

«Μετά, μέσω Νασιόπουλου, έβαλε στο κόλπο και τον Βελόπουλο για να εξασφαλίσει τη διαφυγή του με το κότερο στην Ιταλία».

«Το πτώμα ήταν πτώμα εξαρχής;»

«Όχι, το έκαναν. Αυτό το είχε αναλάβει ο Μάκης. Η Σίγκελ λέει ότι δεν ξέρει λεπτομέρειες, ποιος και πώς, και την πιστεύω. Μια λεπτομέρεια ήταν. Βρήκε εκεί πέρα έναν ταλαίπωρο που κάπως έφερνε, ηλικιακά κυρίως, στον Καρύδη και τον έστειλε για φράουλες. Ο πυροβολισμός στο πρόσωπο είναι φτηνότερος από μια πλαστική».

«Και τον Μάκη ποιος τον βάφτισε στο φραουλόζουμο;»

«Ο Μεγάλος. Η Σίγκελ λέει ότι δεν ξέρει τον λόγο, αλλά υποθέτει ότι δεν θα τα βρήκαν στη μοιρασιά. Κι έτσι πρέπει να ’ναι. Άσε που όσο λιγότεροι έμεναν απ’ όσους ήξεραν, τόσο μειώνονταν οι πιθανότητες να βγει η ιστορία παραέξω. Χώρια που με τις εκκαθαρίσεις μεγάλωναν και τα μερίδια. Εκεί αποδίδει η ίδια το ότι πήγαν να την πνίξουν. Στην απληστία».

«Λέει η Σίγκελ».

«Ε, ναι».

«Και η καρδιά; Γιατί αφαίρεσαν την καρδιά εκείνου του καντέμη;»

«Α, εδώ γίνεται ακόμα καλύτερο. Κι αυτό σίγουρα δεν το ξέρεις. Οι μεγάλες εταιρείες εκμετάλλευσης φυσικών πόρων που θέλουν να κυριαρχήσουν στη Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι βασικά δύο, η Gas Probe και η NRG. Αμερικανικών συμφερόντων και οι δύο. Μιλάμε για πόλεμο. Με νεκρούς. Είναι πολλά τα λεφτά».

«Κατάλαβα. Αλλά η καρδιά πού κολλάει;»

«Σου είπα ότι οι δύο εταιρείες βρίσκονται μονίμως σε πόλεμο. Έχουν ιδιωτικούς στρατούς, κανονικά. Ο top cleaner της NRG–

«Ποιος;»

«Ο καθαριστής, ο αρχιεκτελεστής τους».

«Τι λες τώρα, μωρέ;»

«Όπως τ’ ακούς. Αυτός, λοιπόν, ο ασπρομάλλης που φέρνει του Jim Jarmusch–»

«Ποιανού φέρνει;»

«Η Σίγκελ λέει ότι μοιάζει με τον Jim Jarmusch: ψηλός, αδύνατος, άσπρα μαλλιά».

«Ποιος είν’ αυτός;»

«Αμερικανός σκηνοθέτης του ανεξάρτητου κινηματογράφου». Σταμάτησε για μια στιγμή και τον κοίταξε προσεκτικά. «Είσαι ντιπ άσχετος στα πάντα, έτσι;»

«Τον καιρό που εσύ γύρναγες στα μπιλιάρδα και στα ρέιβ πάρτι, εγώ σπούδαζα».

«Ευλόγησον».

Γέλασε πρώτος, συμπαρασύροντάς την. Πάει κι αυτό.

«Εν πάση περιπτώσει, ο τύπος έχει το παρατσούκλι “Doctor Surcher”. Το Surcher είναι ο συνδυασμός των λέξεων surgeon και butcher, χειρουργός και χασάπης».

«Δόκτωρ Χειρουργοχασάπης. Πετυχημένο».

«Ξέρεις γιατί; Η υπογραφή των έργων του, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, είναι η ξεριζωμένη καρδιά».

«Και γιατί τα υπογράφει τα έργα;»

«Για να περάσει το μήνυμα η εταιρεία του στους ανταγωνιστές. Ο Καρύδης ήθελε να στρέψει τις έρευνες της δικής του εταιρείας, της Gas Probe, για τον δήθεν φόνο του στην ανταγωνίστρια, την NRG, έτσι ώστε αυτός να αποκτήσει ελευθερία κινήσεων μέχρι να φτάσει στη Βραζιλία».

«Δε γίνονται αυτά τα πράματα, ρε Γωγώ».

«Καλά, τραγούδα».

«Αποκλείεις, δηλαδή, το ενδεχόμενο η Ντάρια να σου πούλησε φύκια για μεταξωτές κορδέλες; Σαράντα χρόνια δικηγόρος είναι η γυναίκα, μέσα στο ψέμα ζει».

Η Γωγώ το σκέφτηκε καλά πριν απαντήσει: «Τίποτα δεν αποκλείω. Σου λέω τι μου είπε».

«Και τι γυρεύει από μας ο Τζιμάκος;»

«Από μας; Τίποτα. Τη Σίγκελ ήθελε. Και παραλίγο να την καθαρίσει, εδώ που τα λέμε. Η Σίγκελ λέει ότι για να στείλουν αυτόν, το πράγμα έχει γίνει γνωστό. Και οι δύο εταιρείες ξέρουν. Ο Doctor ήρθε να καθαρίσει και για τις δύο».

«Για τη δική του εταιρεία, εντάξει. Η άλλη, όμως, τι έχει να κερδίσει;»

«Τα λεφτά της πίσω. Αλλά αυτό δεν πρέπει να τους νοιάζει και τόσο. Το μήνυμα που θέλει να στείλει προς κάθε κατεύθυνση είναι σημαντικότερο».

«Το οποίο είναι;»

«Nobody fucks with us».

Ο Παναγόπουλος δε ζήτησε μετάφραση. Αυτό το κατάλαβε.

* * *

Ένα χιλιόμετρο πριν τη Σκαφιδιά ο Παναγόπουλος φρενάρισε καταμεσής του δρόμου κι άρχισε να χτυπιέται στο τιμόνι. Η Γωγώ αλαφιάστηκε.

«Τι έπαθες, ρε;»

Ο Παναγόπουλος τράβηξε χειρόφρενο.

«Είμαστε μεγάλα κορόιδα. Εσύ, δηλαδή, είσαι το αρχικορόιδο. Εγώ είμαι το κοροϊδάκι της δεσποινίδος».

Η Γωγώ τον κοίταξε πραγματικά ανήσυχη. Αναμαλλιασμένος, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και τη δυσοίωνη λάμψη της αποκάλυψης στο βλέμμα. Δεν είπε κουβέντα.

«Γιατί γίνονται όλα, υπαστυνόμε; Για πες μου εσύ που έβγαλες και σχολή».

«Κισμέτ;»

«Τι κισμέτ, ρε συ; Για το κίνητρο μιλάω! Ποιο είναι το κίνητρο πίσω από τα πάντα;»

«Έλα, ρε Παναγόπουλε, και χέστηκα πάνω μου!»

«Σεξ ή χρήμα. Ή σεξ και χρήμα».

«Όχι μόνο. Εξουσία. Εκδίκηση. Ψυχασθένεια».

«Υποσύνολα. Αυτά που λες είναι υποσύνολα. Το ζευγαράκι σεξ / χρήμα τα καλύπτει όλα».

«Το πας κάπου τώρα ή να συνεχίσω με τα πόδια;»

Ο Παναγόπουλος άναψε τσιγάρο κι έστρωσε με τα δάχτυλα τα μαλλιά του.

«Τα λεφτά, Γωγώ. Πού είναι λεφτά; Ο Καρύδης είχε έναν λογαριασμό που τον διαχειριζόταν όπως γούσταρε, σωστά;»

Η Γωγώ ένευσε καταφατικά.

«Πρέπει να τον είχε αδειάσει πριν δολοφονηθεί –και καλά–, γιατί μετά δεν θα είχε πρόσβαση σε αυτόν. Γιατί θα ήταν πεθαμένος».

Η Γωγώ κοπάνησε τη γροθιά της στο ταμπλό.

«Το διαβατήριό του ήταν δίπλα στο πτώμα. Άρα τα είχε ήδη μεταφέρει αλλού».

Ο Παναγόπουλος έκανε μια χειρονομία που θα μπορούσε να σημαίνει όπερ έδει δείξαι.

«Τα λεφτά είναι εκεί έξω. Γι’ αυτό σκοτώνονται όλοι».

«Πού;»

«Όχι στο όνομα του πλαστού διαβατηρίου πάντως. Δεν παίζεις με τους Ελβετούς».

«Ε, τότε δε μένει άλλος».

Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή, μέσα στη διαύγεια της συνειδητοποίησης.

«Η Ντάρια!» φώναξαν και οι δύο μαζί.

«Και σ’ το είχα πει, ότι δε σταυρώνει αλήθεια η τύπισσα! Πάμε πίσω στο νοσοκομείο;» ρώτησε ο Παναγόπουλος, λύνοντας το χειρόφρενο.

«Όχι, πάμε στο ξενοδοχείο. Με τα ηρεμιστικά που της έδωσαν θα κοιμάται ένα εικοσιτετράωρο. Έχουμε χρόνο».

«Αυτό κανείς δεν το ξέρει», είπε ο Παναγόπουλος, ξεκινώντας απρόθυμα προς την ίδια κατεύθυνση.

* * *

Κόντευε πια να ξημερώσει όταν έφτασαν στη Σκαφιδιά. Άφησαν το αυτοκίνητο μακριά από το Mare Nostrum, μήπως και τους την είχαν στημένη εκεί, κι έσυραν τα ταλαιπωρημένα τους κορμιά στα ενδότερα του ξενοδοχείου, παίρνοντας κάθε δυνατή προφύλαξη.

Κανείς.

Στη ρεσεψιόν πήραν τα κλειδιά τους και η Γωγώ ρώτησε αν είχε κανένα μήνυμα. Είχε. Ο υπάλληλος τής έδωσε ένα χαρτί διπλωμένο στα δύο. Έγραφε: «Μην το κουνήσεις από κει. Έρχονται». Υπογραφή «Α». Το αφεντικό.

Πήγαν προς το ασανσέρ.

«Δε μου λες, ο υπάλληλος λογικά δεν θα έπρεπε να κοιμάται όρθιος;» ρώτησε η Γωγώ.

«Ε;»

«Λέω, ο υπάλληλος σαν πολύ στην τσίτα ήταν. Και το χέρι του σαν να έτρεμε όταν μου έδωσε το μήνυμα».

«Λες;»

Μπήκαν στο ασανσέρ. Είχαν κανονίσει από πριν να πάνε πρώτα στο δωμάτιο της Γωγώς, στο 207. Ήξεραν ότι το διπλανό, το 209, το είχε ο Νασόπουλος και η Δανέζη. Επίσης ήξεραν ότι σ’ αυτό το ξενοδοχείο έμενε και ο Καρύδης πριν εξαφανιστεί, και ότι λόγω της “δολοφονίας” του η αστυνομία είχε ζητήσει να μην δοθεί αλλού το δωμάτιό του μέχρι να γίνει έρευνα από το Εγκληματολογικό. Το δωμάτιο του Καρύδη, το 305, βρισκόταν στον τρίτο, δυο πόρτες από το δωμάτιο του Παναγόπουλου, το 301. Βγήκαν στον διάδρομο του δεύτερου. Ησυχία. Περπατούσαν ακροποδητί, αν και δεν χρειαζόταν: η παχιά μοκέτα απορροφούσε τον ήχο των βημάτων τους. Έξω από την πόρτα της Γωγώς έστησαν αυτί. Τίποτα, νέκρα. Η Γωγώ έβγαλε από τη ζώνη της ένα από τα τρία πιστόλια και ξεκλείδωσε αθόρυβα την πόρτα. Την άνοιξε σιγά-σιγά. Σκοτάδι. Άναψε το φως και έστρεψε το όπλο προς κάθε κατεύθυνση. Κανείς. Έκανε νόημα στον Παναγόπουλο να περάσει μέσα.

«Αφού είναι άδειο, τι το μοστράρεις;» τη ρώτησε ψιθυριστά, συγκρατώντας ένα νευρικό γέλιο.

«Εγώ το ξέρω, αλλά εκείνοι όχι. Σβήσε το φως».

Το έσβησε και περίμενε λίγο να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι. Μετά της είπε, πάντα ψιθυριστά: «Λοιπόν, όπως είπαμε. Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις. Σε πέντε λεπτά θα έρθω να σε πάρω».

«Εσύ είπες, όχι εγώ. Σου ξαναλέω: δεν θέλω να ανακατευτείς άλλο. Θ’ αλλάξω ρούχα, θα πάρω το υπηρεσιακό μου και θα πάω στη μαρίνα. Θα μου δώσεις τα κλειδιά του αυτοκινήτου τώρα;»

«Όχι!»

«Οχιά!»

«Άλλαξε στο τσάκα-τσάκα κι άσε τα λόγια. Γυρίζω σε πέντε».

Ο Παναγόπουλος άνοιξε την πόρτα κι έλεγξε τον διάδρομο. Εντάξει. Έκλεισε την πόρτα πίσω του κι έφυγε. Η Γωγώ άλλαζε μπλουζάκι στα σκοτεινά, πήρε το όπλο της από τη βαλίτσα, το γέμισε και το απασφάλισε. Έβαλε τους έξτρα γεμιστήρες στη μια τσέπη του τζιν και τις χειροπέδες στην άλλη. Μετά πήγε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στα μούτρα της για να μείνει σε εγρήγορση. Τότε σαν να άκουσε κάτι από το διπλανό δωμάτιο. Πήρε ένα ποτήρι, το έβαλε στον τοίχο κι ακούμπησε το αυτί της στον πάτο του. Παλιό, δοκιμασμένο κόλπο για να κρυφακούσεις τι γίνεται πίσω από τον τοίχο. Ναι, κάποιος ήταν δίπλα, ακουγόταν κίνηση. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε πάνω από το χώρισμα. Είδε φως, αλλά η γωνία δεν της επέτρεπε να δει κάτι παραπάνω. Με τη βοήθεια μιας καρέκλας, πέρασε πάνω από το χώρισμα και στάθηκε με την πλάτη στον τοίχο, δίπλα από την μπαλκονόπορτα του 209. Με μεγάλη προσοχή, έριξε μια ματιά στο εσωτερικό: η Δανέζη ετοίμαζε μια βαλίτσα. Χωρίς να χάσει χρόνο, έβγαλε το όπλο της και με την κάννη χτύπησε το τζάμι. Η Δανέζη γύρισε ξαφνιασμένη. Μόλις την αναγνώρισε, η έκπληξη αντικατέστησε τον τρόμο στο βλέμμα της. Η Γωγώ της έκανε νόημα να της ανοίξει, πράγμα που η Δανέζη έκανε χωρίς καθυστέρηση. Η Γωγώ μπήκε στο δωμάτιο.

* * *

Ο Παναγόπουλος έστησε αυτί έξω από την πόρτα του 301. Αφού δεν τους περίμενε κανείς στο δωμάτιο της Γωγώς, δεν περίμενε να βρει κανέναν ούτε στο δικό του. Και όντως δεν ακουγόταν τίποτα από μέσα. Άνοιξε και μπήκε. Με το που έκλεισε πίσω του την πόρτα και πριν ανάψει το φως, είδε φως εσωτερικά, φώτα πολλά, αστράκια, αστέρια, κόκκινους γίγαντες και άσπρους νάνους. Σωριάστηκε στο πάτωμα. Τα φώτα έσβησαν.

* * *

Η Δανέζη ήταν στα πρόθυρα νευρικής κατάρρευσης.

«Υπαστυνόμε, τι γυρεύετε εδώ; Σας ψάχνουν!»

«Ποιοι;»

«Όλοι!»

«Πού είναι τώρα;»

«Απάνω, στο δωμάτιο του Καρύδη».

«Εσύ για πού το ’βαλες;»

«Την κάνω όσο ακόμα μπορώ. Δεν είμαι για τέτοια. Θα πάω στην Αθήνα».

«Καλά, πριν την κάνεις, πες μου στα γρήγορα το επεισόδιο που έχω χάσει».

Η Δανέζη ξανάρχισε να γεμίζει τη βαλίτσα της, ενώ παράλληλα μιλούσε. Θύμισε στη Γωγώ ότι της είχε πει πριν από δύο μέρες ότι ο Βελόπουλος ήταν πίσω από τη δολοφονία του Καρύδη. Της είχε πει ότι αυτός είχε βάλει τον Μάκη να τον σκοτώσει. Η Γωγώ παραδέχτηκε ότι αυτό ήταν αλήθεια, αν και όχι ολόκληρη. Η Δανέζη της είπε ότι τότε δεν ήξερε τίποτα παραπάνω. Μετά που βρέθηκε ο Μάκης, όπως βρέθηκε τέλος πάντων, στον κήπο του ξενοδοχείου, ο Νασόπουλος λύγισε από τον φόβο και της είπε κι άλλα.  Εδώ η Δανέζη άρχισε να της περιγράφει τα έργα και τις ημέρες της θρυλικής πεντάδας του Πύργου: Βελόπουλος, Λάμπρου, Νασόπουλος, Πούλος, Καρύδης. Αυτά όμως η Γωγώ λίγο-πολύ τα ήξερε. Άλλα επειγόταν να μάθει τώρα.

«Ποιοι είναι απάνω;»

«Όλοι, εκτός του Λάμπρου».

«Αυτός πού είναι;»

«Στο Μωρό. Νεκρός!»

«Νεκρός ο αστυνόμος; Και πώς ελπίζουν να τη βγάλουν καθαρή τώρα;»

«Θα το φορτώσουν στον Νίκο. Υπάρχουν στοιχεία! Ψεύτικα, αλλά υπάρχουν».

Το κουρασμένο μυαλό της Γωγώς άρχισε να επεξεργάζεται την πληροφορία. Αφού έφαγαν τον Λάμπρου, τώρα ήταν η σειρά της. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσουν να ζήσει. Αλλά, πάλι, κάτι δεν κολλούσε. Κανονικά θα έπρεπε να είχαν εξαφανιστεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει, όσο ηλίθιοι και να ήταν, όσο και να θεωρούσαν τους εαυτούς τους υπεράνω νόμου, πώς περίμεναν να καλύψουν φόνους αστυνομικών. Δεν θα ήταν καθόλου εύκολο να τα φορτώσουν όλα στον Παναγόπουλο. Κάτι άλλο έπρεπε να συμβαίνει. “Κίνητρο”, σκέφτηκε. “Σεξ και χρήμα!”

«Μαρίνα, σταμάτα μ’ αυτή τη βαλίτσα και πες μου κάτι. Γιατί δεν έφυγαν; Το κότερο θα έπρεπε να ήταν η προφανής λύση για το χάλι τους».

Η Δανέζη έκλεισε τη βαλίτσα και κάθισε πάνω της.

«Γιατί δεν έχουν τα λεφτά. Ανάγκασαν τη βοηθό του Καρύδη να περάσει τα λεφτά σε δικό τους λογαριασμό, αλλά εκείνη τους την έφερε και τα πέρασε σε άλλο λογαριασμό στην Ελβετία, στον οποίο δεν έχουν πρόσβαση».

«Μα αφού πήγαν να την πνίξουν στη θάλασσα! Αν είναι όπως τα λες, τη χρειάζονταν ζωντανή».

«Τότε δεν ήξεραν ότι τους την είχε φέρει. Νόμιζαν ότι τα λεφτά ήταν στο όνομα του Καρύδη. Μετά που το ανακάλυψαν, όταν πήγε με τον Νίκο στο Μωρό, χάρηκαν που την είχε γλυτώσει. Αλλά κάτι έπρεπε να κάνουν με σας και τον Νίκο. Μπλέχτηκε πολύ η κατάσταση. Κι ύστερα είναι κι αυτό το μαλακισμένο, η Σάντυ».

«Τι τρέχει με τη Σάντυ;»

«Τρέχει ότι μπέρδεψε στα μπούτια της τον Βελόπουλο, τον Καρύδη και τον Μεγάλο! Αν δεν σκοτωθούνε για τα λεφτά, θα σκοτωθούνε για το τσουλάκι!»

“Σεξ και χρήμα! Α, ρε Παναγόπουλε, βουλωμένο γράμμα διαβάζεις!” είπε η Γωγώ από μέσα της.

* * *

“Βρέχει; Όχι, νερά μου πετάνε”. Ο Παναγόπουλος άνοιξε τα μάτια του και αμέσως τα ξανάκλεισε, νομίζοντας ότι αυτό ήταν που του προκάλεσε τον απίστευτο πόνο στο μέτωπο. Αλλά δεν ήταν αυτό: εξακολουθούσε να πονάει αφόρητα. Και τι ήταν αυτή η γεύση στα χείλη του; Αίμα; Αίμα! Το δικό του, πήγαινε και στοίχημα. Κάποιος του έδωσε ένα χαστουκάκι. Ξανάνοιξε τα μάτια του διστακτικά.

«Παναγόπουλε, θα μετρήσω μέχρι το τρία και μετά θα σ’ την ανάψω».

Ο Μεγάλος στεκόταν ελάχιστους πόντους από το πρόσωπο του Παναγόπουλου,  καλύπτοντας όλο το οπτικό του πεδίο. Η μύτη του ήταν μπλαβιασμένη και διπλάσια σε όγκο. Η ανάσα του βρωμούσε οινόπνευμα κι αγρύπνια. Ολόκληρος βρωμούσε μπαγιάτικο ιδρώτα.

«Πριν μετρήσεις, πες μου πρώτα τι θες να μάθεις, για να ξέρω τι δεν θα σου πω».

Κι άλλο χαστούκι, γερό αυτή τη φορά. Ο Παναγόπουλος αισθάνθηκε σαν κάτι να ξεκόλλησε μέσα στο κεφάλι του.

«Πού είναι η Σίγκελ;»

«Κοντά στα Δουναίικα. Το σώμα της, δηλαδή. Η ψυχή της δεν ξέρω, οι γνώμες διχάζονται».

Ο Μεγάλος έκανε ένα –κουτσό– βήμα πίσω: στο δεξί του πόδι αντί για παπούτσι φορούσε γάζες. Τώρα που άνοιξε το οπτικό του πεδίο, ο Παναγόπουλος είδε ότι από πάνω του έστεκε όλος ο καλός ο κόσμος.

«Νεκρή; Πώς; Πότε; Ποιος;» ρώτησε έντρομος ο Βελόπουλος.

«Όλες οι σωστές δημοσιογραφικές ερωτήσεις. Από σφαίρα. Πριν από δύο ώρες. Ο DoctorSurcher. Είδες για να ρωτάς δημοσιογράφο;»

Ο Καρύδης μπήκε μπροστά.

«Τι μαλακίες είν’ αυτές; Ποιος είναι ο DoctorSurcher;»

Ο Παναγόπουλος πήρε μια βαθιά ανάσα κι εκτίμησε στα γρήγορα την κατάσταση. Καθόταν σε μία καρέκλα στη μέση του δωματίου. Δεν ήταν δεμένος, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά με τόσο κόσμο γύρω του. Αποφάσισε να πει όσα δεν είχαν σημασία, και μάλιστα με λεπτομέρειες, για να κερδίσει χρόνο. Άρχισε να περιγράφει την ωραία εκδρομή τους στα Δουναίικα, όταν ο Νασόπουλος γύρισε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

«Επ, για πού το ’βαλες εσύ;» τον πρόλαβε ο Μεγάλος.

«Πρέπει να φροντίσω το θέμα της Μαρίνας».

«Σε πέντε λεπτά να είσαι πίσω».

Ο Νασόπουλος συμφώνησε μ’ ένα νεύμα και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Παναγόπουλος συνέχισε την ιστορία του. Τα είπε όπως ακριβώς έγιναν, με μία σημαντική διαφορά: σ’ αυτή την εκδοχή, η Σίγκελ δεν είχε απλώς τραυματιστεί∙ είχε φάει τη σφαίρα στο δόξα πατρί.

Όταν τελείωσε ο Καρύδης έβαλε τα γέλια. Δεν γέλασε όπως όταν ακούει κανείς ένα καλό αστείο∙ το γέλιο του έμοιαζε περισσότερο με άναρθρη προσβολή.

«Είσαι πολύ ηλίθιος για να σκεφτείς όλες αυτές τις τρίχες μόνος σου, άρα υποθέτω ότι τις άκουσες από την Ντάρια. Είναι μανούλα στο bullshiting».

Ήταν σειρά του Παναγόπουλου ν’ απορήσει.

«Δεν υπάρχει εταιρεία NRG, youasshole! Είσαι και δημοσιογράφος, π’ ανάθεμά σε. Googleit, ρε! Ούτε DoctorSurcherυπάρχει. Είναι δυνατόν να το χάψεις; Τι δουλειά έχει μια σοβαρή εταιρεία με αυτές τις μαλακίες; Ακόμα κι όταν χρειαστεί να γίνει μία, εχμ, εκκαθάριση, γίνεται κανονικά. Ένα ατύχημα, μια δηλητηρίαση, κάτι νορμάλ, ρε άχρηστο τομάρι!»

«Και η καρδιά;» ρώτησε ο δαιμόνιος Παναγόπουλος.

«Αυτή ήταν μια πινελιά του Μάκη του ψυχάκια, ρε ζώον! Έβαλε έναν δικό του γιατρό να την αφαιρέσει. Και μια που υπήρχε, είπαμε να σας την στείλουμε πεσκέσι», απάντησε ο Μεγάλος, και γέλασε παρανοϊκά στη θύμηση του σκηνικού.

«Και ο Ασπρομάλλης ποιος είναι;» έπαιξε το τελευταίο του χαρτί ο Παναγόπουλος.

Οι άλλοι τρεις κοιτάχτηκαν μεταξύ τους απορημένοι. Δεν ήξεραν.

* * *

Ο Νασόπουλος μπήκε στο δωμάτιό του και είδε τη Μαρίνα να κάθεται πάνω στη βαλίτσα της. Πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, η Γωγώ, που στεκόταν πίσω από την πόρτα, την έκλεισε με μια κλωτσιά και του κόλλησε το πιστόλι στην πλάτη.

«Προχώρα προς το μπαλκόνι!»

Αιφνιδιασμένος ο Νασόπουλος, έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του.

«Υπαστυνόμε! Δεν–»

«Προχώρα! Κι εσύ, Μαρίνα».

Τους έβγαλε και τους δύο στο μπαλκόνι και τους έδεσε με τις χειροπέδες, αφού πρώτα τις πέρασε από τα κάγκελα του μπαλκονιού.

«Θα καθίσετε τώρα ήσυχα-ήσυχα εδώ μέχρι να βρω και τους άλλους να κάνετε παρέα. Εντάξει;»

«Εγώ τι έκανα;» ρώτησε η Μαρίνα, έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

Δεν της απάντησε. Βγήκε από το δωμάτιο κι ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες προς τον τρίτο όροφο.

* * *

Αν είχε πάρει το ασανσέρ, ίσως να ανέβαινε παρέα με έναν μεσήλικα ασπρομάλλη, που φαινόταν εκτός εαυτού και κρατούσε ένα 9άρι Browning. Και δεν έμοιαζε με τον JimJarmusch.

OΑσπρομάλλη έφτασε στο 301 περίπου ένα λεπτό πριν από τη Γωγώ. Ο αρχικός του προορισμός ήταν το 305, το δωμάτιο του Καρύδη, αλλά του τράβηξαν τις προσοχή οι φωνές που έρχονταν από το 301. Κόλλησε το αυτί του στην πόρτα και απ’ τα λίγα που άκουσε, κατάλαβε ότι είχε βρει αυτούς που έψαχνε. Χωρίς να διστάσει, άνοιξε την πόρτα διάπλατα κι άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως. Οι άλλοι, αν και οπλισμένοι, ξαφνιάστηκαν και δεν ανταπέδωσαν τα πυρά. Ο Παναγόπουλος έκλεισε τα μάτια και είπε από μέσα του την κατάλληλη προσευχή: “Beammeup, Scotty”.

Η Γωγώ απείχε λίγα μέτρα από την πόρτα του 301 όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί. Όρμησε στο δωμάτιο και τον πρώτο που βρήκε –πλάτη– τον χτύπησε στο κεφάλι με το όπλο της. Ο Aσπρομάλλης έπεσε ξερός. Η Γωγώ σάρωσε με το βλέμμα το δωμάτιο, με το πιστόλι προτεταμένο. Μόνο ο Μεγάλος έστεκε όρθιος. Και κρατούσε όπλο, το οποίο έστrεψε πάνω της. Κακώς. Η Γωγώ πυροβόλησε. Πάλι.

«Με ξαναπυροβόλησε η μαλακισμένη!»

 * * *

Μισή ώρα αργότερα, κι ενώ είχε πια ξημερώσει, στο 301 είχε δημιουργηθεί το αδιαχώρητο. Εκτός από τους άμεσα εμπλεκόμενους –που δεν ήταν λίγοι–, βρίσκονταν εκεί και οι άρτι αφιχθείσες ενισχύσεις από την Πάτρα, διάφοροι υπάλληλοι του ξενοδοχείου (συν ο διευθυντής) και οι τραυματιοφορείς δύο ασθενοφόρων.

Κάποιος που φαινόταν να είναι επικεφαλής του πατρινού κλιμακίου έβαλε τις φωνές και ανάγκασε όσους περίσσευαν να φύγουν. Έμειναν οι νοσοκόμοι με τέσσερα φορεία (στο πρώτο, ο Βελόπουλος με διαλυμένο γόνατο από σφαίρα του Ασπρομάλλη∙ στο δεύτερο, ο Καρύδης με καρδιακό επεισόδιο – εκείνη η καρδιά ήξερε τι θα πει τραγική ειρωνεία∙ στο τρίτο, ο Μεγάλος με σφαίρα της Γωγώς στο δεξί μπράτσο∙ και στο τέταρτο, ο Ασπρομάλλης με διάσειση), οι αστυνομικοί και ο Παναγόπουλος.

Από περιέργεια, η Γωγώ έβγαλε από το πορτοφόλι του Ασπρομάλλη την αστυνομική του ταυτότητα.

«Χρήστος Μπαλτάκος», διάβασε δυνατά.

«Μπαλτάκος; Έτσι έλεγαν τον Μάκη!» είπε ο Παναγόπουλος.

«Του Γεράσιμου. Ο πατέρας τού Μάκη;» απόρησε η Γωγώ.

Ο περί ου ο λόγος, δεμένος στο φορείο του, άνοιξε προς στιγμήν τα μάτια του, φώναξε: «Μάκη, αγόρι μου!» κι έχασε πάλι τις αισθήσεις του.

«Και τι μας έλεγε η άλλη, ρε Παναγόπουλε;» ρώτησε η Γωγώ.

Ο Παναγόπουλος έφερε τον δείκτη στον κρόταφό του, κλείνοντάς της το μάτι: Αυτή η κίνηση έφερε νέο κύμα πόνου στο ανοιγμένο του κεφάλι, κι έτσι απέφυγε να συπληρώσει “σ’ τα ’λεγα εγώ”.

Οι τραυματιοφορείς, δουλεύοντας γρήγορα και αποτελεσματικά, πήραν τα φορεία κι έφυγαν, συνοδευόμενοι από τέσσερεις αστυνομικούς. Η Γωγώ ενημέρωσε τον αστυνόμο από την Πάτρα για τους άλλους δύο στο δωμάτιο 209, και για το πτώμα του Λάμπρου στο Μωρό. Και για την κυρία Σόνια. Ο Παναγόπουλος της θύμισε το τρίο Στούτζες (τους υφιστάμενους του Λάμπρου), αλλά δεν ήξεραν ονόματα. Καλά, αυτό μπορούσε να περιμένει. Έτσι κι αλλιώς, όλη η αστυνομική διεύθυνση θα έμπαινε τώρα στο μικροσκόπιο. Άλλο τους έκαιγε τώρα.

Η Γωγώ δανείστηκε το κινητό τού αστυνόμου, κάλεσε το νοσοκομείο στη Συντριάδα και ζήτησε τον γιατρό Τριανταφυλλίδη.

«Γιατρέ, η Γωγώ Δασκαλάκη είμαι. Όλα εντάξει με τη γυναίκα που σας έφερα πριν από μία ώρα;»

Παύση.

«Εντάξει, ευχαριστώ. Θα τα πούμε σε λίγο. Σας φέρνω κι άλλους».

Ο Παναγόπουλος την κοίταξε ερωτηματικά.

«Την κοπάνησε».

Ο Παναγόπουλος έβαλε τα γέλια κι ας είχε ξεκολλήσει κάτι μέσα στο κεφάλι του.

* * *

Την άλλη μέρα το πρωί, ο Παναγόπουλος, με σαρίκι από γάζες στο κεφάλι, χτύπησε την ανοιχτή πόρτα του 207. Η Γωγώ τού είπε να περάσει μέσα.

«Έτοιμη;»

«Ναι. Αν και το σκέφτομαι να ξαναμπώ στο Yaris».

«Έλα, μωρέ. Χάρη θα μου κάνεις. Αφού δεν μπορώ να οδηγήσω», της είπε κι έδειξε το σαρίκι.

Ετοιμάζονταν να γυρίσουν στην Αθήνα. Ολόκληρη η προηγούμενη μέρα είχε αναλωθεί με τα διαδικαστικά και τις πρώτες βοήθειες. Η Γωγώ ζήτησε να γράψει την αναφορά της στην Αθήνα και να την στείλει όσο το δυνατόν γρηγορότερα: δεν ήθελε να κάτσει ούτε μέρα παραπάνω στην Ηλεία. Το αίτημά της έγινε δεκτό. Το βράδυ, η Γωγώ κι ο Παναγόπουλος γύρισαν στο ξενοδοχείο σε κατάσταση διάλυσης. Το δωμάτιο του Παναγόπουλου ήταν αποκλεισμένο, ως σκηνή εγκλήματος. Είπε να ζητήσει ένα άλλο, αλλά η Γωγώ τού πρότεινε να κοιμηθεί στο έξτρα κρεβάτι του δικού της δωματίου. «Για να σε προσέχω», του είπε. Η αλήθεια ήταν ότι θα αισθανόταν καλύτερα με κείνον δίπλα της. Ο Παναγόπουλος δέχτηκε μετά χαράς. Από τη στιγμή που ξάπλωσαν, δεν πέρασε πάνω από ένα λεπτό και είχαν αποκοιμηθεί. Το μόνο που πρόλαβε να πει η Γωγώ ήταν «Νίκο, συγγνώμη. Κι ευχαριστώ». Αλλά ο Παναγόπουλος κοιμόταν ήδη.

Μετά από ένα γεμάτο δεκάωρο καλού ύπνου, τώρα αισθάνονταν κάπως ανανεωμένοι.

«Τρομερή τύπισσα η Ντάρια πάντως, την παραδέχομαι».

«Μην ξανακούσω αυτό το όνομα!» γκρίνιαξε η Γωγώ.

Ο Παναγόπουλος γέλασε και πήγε να πάρει τη βαλίτσα της.

«Άσε, ρε ιππότη. Την παίρνω εγώ. Εσύ κοίτα να σύρεις το χάλι σου μέχρι το αυτοκίνητο».

Βγήκαν από δωμάτιο και μπήκαν στο ασανσέρ.

«Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς τους έφαγε τα φράγκα», είπε ο Παναγόπουλος.

«Εδώ δεν κατάλαβαν οι ίδιοι, θα καταλάβαινες εσύ;… Τι να σου πω; Τα  είχαν βάλει σε μια κυπριακή off-shore, που δεν υπάρχει πια. Μεταφέρθηκαν στην Ελβετία, αλλά σε άλλο όνομα, άγνωστο. Η ακατονόμαστη αναγκάστηκε να τα περάσει σε άλλο άγνωστο όνομα που της υπέδειξε ο Καρύδης πριν τη φουντάρει στη θάλασσα. Το έκανε, αλλά ο νέος λογαριασμός είναι άδειος, τα λεφτά μεταφέρθηκαν σε άλλο λογαριασμό, άγνωστο σε τι όνομα. Με άλλα λόγια, όπου κι αν βρίσκονται, είναι δικά της».

«Δηλαδή, την είχαν εκεί μπροστά σε έναν υπολογιστή κι εκείνη τους δούλεψε κανονικά;»

«Κατά πώς φαίνεται».

«Θεά η Ντάρια!»

«Κόφ’ το, εκνευρίζομαι! Άλλωστε θα την πιάσουμε. Είναι ζήτημα χρόνου».

«Χα! Αυτή, με τα λεφτά που έχει τώρα, τη βλέπω ν’ αγοράζει την Τσεχία και να γίνεται πρόεδρος».

Πέρασαν από τη ρεσεψιόν ν’ αφήσουν τα κλειδιά τους και κατευθύνθηκαν προς το πάρκινγκ.

«Ο άλλος ο ψυχανώμαλος, ο Μπαλτάκος, γιατί μας έπιασε στο πιστολίδι μέσα στο βράδυ;»

«Όλο απορίες είσαι, ρε Παναγόπουλε! Μετά θα πας και θα τα γράψεις χαρτί και καλαμάρι, και θα πάρεις το Πούλιτζερ».

«Ηρέμησε, καλή μου. Τίποτα δεν θα γράψω χωρίς την άδειά σου. Στην Ελλάδα ζούμε. Δεν μπορώ να κάνω ό,τι γουστάρω, γιατί το πιθανότερο είναι, αντί για το Πούλιτζερ, να πάρω τον πούλο».

«Σωστό κι αυτό… Ο Μπαλτάκος, ε; Μισός Μανιάτης, μισός Κεφαλλονίτης – επικίνδυνο μείγμα. Είχε Σι-Μπι που έπιανε αστυνομικές συχνότητες. Ερχόταν από την Πάτρα για να πάρει πίσω το αίμα του γιου του. Άκουσε για το κόκκινο Yaris, που υποτίθεται ότι έπρεπε να εντοπίσει η τροχαία της Εθνικής εξαιτίας του συμβάντος στο Μωρό, και μας πήρε στο κατόπι».

«Ούτε παραγγελιά να τον είχε η Ντάρια!»

Η Γωγώ μούγκρισε και τον αγριοκοίταξε. Ο Παναγόπουλος γέλασε και της σιγοτραγούδησε: «Ντάρι ντάρι / ντάρι ντάρι / στο γιαλό πετούν οι γλάροι / να τα παίζαμε, μακάρι».

«Τι “μακάρι”; Εσύ τα έχεις παίξει προ πολλού!» σχολίασε η Γωγώ, χωρίς να μπορέσει να συγκρατήσει το γέλιο της.

Έφτασαν στο αυτοκίνητο κι ο Παναγόπουλος άνοιξε την πίσω πόρτα, που ήταν σαν σουρωτήρι, για να βάλει τον σάκο του και τη βαλίτσα της Γωγώς.

«Έλα, ρε Γωγώ, σε πειράζω. Και να το ξέρεις, σου είμαι υποχρεωμένος δια βίου. Μου έσωσες τη ζωή».

«Μία σου και μία μου, Παναγόπουλε. Πάτσι».

Η Γωγώ κάθισε στη θέση του οδηγού. Ο Παναγόπουλος κάθισε δίπλα της και της έδωσε τα κλειδιά.

«Νίκο», είπε ο Παναγόπουλος.

«Τι;» ρώτησε η Γωγώ, καθώς γύριζε το κλειδί στη μίζα.

«Συμπλήρωσα αυτό το είπες. Χθες με είπες Νίκο. Δύο φορές! Είπα να το τριτώσω».

Η Γωγώ έβαλε μπρος κι έβγαλε το Yaris στον δρόμο.

«Αν δεν ξαναμιλήσεις μέχρι τον Σκαραμαγκά, υπάρχει περίπτωση να σε ξαναπώ. Νίκο».

«Μου».

«Μην το παρατραβάς, Νίκο μου, γιατί θα σε αφήσω στην Ηλεία για πάντα!»

Ο Παναγόπουλος γέλασε. Με την καρδιά του. Με την καρδιά του στη θέση της. Κοίταξε από το παράθυρο τη Σκαφιδιά που έμενε πίσω. Τι τετραήμερο κι αυτό! Σαν την Ηλεία δεν έχει!

* * *

Δε σου κάνω τον άγιο — μυθιστόρημα σε συνέχειες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.