Περιβάλλον και πολιτισμός ως στοιχεία ενός νέου προτύπου ανάπτυξης

 

1512399_10152200542813423_4186754038923460694_n

Ανώνυμο-1 αντίγραφοΣτις 2 Μαΐου, η Δημοκρατική Αριστερά οργάνωσε στο Free Thinking Zone εκδήλωση με τίτλο: Το περιβάλλον και ο πολιτισμός ως στοιχεία ενός νέου προτύπου ανάπτυξης: ευρωπαϊκά δεδομένα & εθνικές επιλογές. Μίλησαν οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές με τη «Δημοκρατική Αριστερά — Προοδευτική Συνεργασία» Γιώργος Ιωαννίδης, Μάρω Ευαγγελίδου και Τζένη Αρσένη. Η υποψήφια περιφερειάρχης Αττικής και βουλευτής της Δημοκρατικής Αριστεράς Μαρία Γιαννακάκη έκανε μια σύντομη παρέμβαση. Την εισαγωγή και τον συντονισμό της συζήτησης έκανε ο Γιώργος Τσακνιάς, ιστορικός και μέλος της Κ.Ε. της ΔΗΜ.ΑΡ.

* * *

Το περιβάλλον και ο πολιτισμός ως στοιχεία ενός νέου προτύπου ανάπτυξης: ευρωπαϊκά δεδομένα & εθνικές επιλογές

—Γιώργος Τσακνιάς—

01

Σας ευχαριστώ όλους που ήρθατε, ευχαριστώ το Free Thinking Zone για τη φιλοξενία.

Πριν παρουσιάσω τους εκλεκτούς ομιλητές, υποψήφιους ευρωβουλευτές με τη Δημοκρατική Αριστερά, να πω δυο λόγια για το θέμα της αποψινής εκδήλωσης:

«Το περιβάλλον και ο πολιτισμός ως στοιχεία ενός νέου προτύπου ανάπτυξης: ευρωπαϊκά δεδομένα & εθνικές επιλογές»

Γιατί επιλέχτηκαν και συνδυάζονται σε μία εκδήλωση αυτά τα δύο στοιχεία, το περιβάλλον και ο πολιτισμός; Πρόκειται για δύο πεδία της πολιτικής που βρίσκονται στον πυρήνα της πολιτικής της Δημοκρατικής Αριστεράς. Όχι επειδή απλώς το λέει η ΔΗΜΑΡ, αλλά ακριβώς γιατί τα αντιμετωπίζει ως στοιχεία ενός νέου προτύπου ανάπτυξης.

Δυστυχώς, το περιβάλλον και ο πολιτισμός στη χώρα μας αποτελούν δύο αποπαίδια της πολιτικής, τόσο στο επίπεδο της αντιμετώπισής τους από το πολιτικό σύστημα όσο και σε επίπεδο νοοτροπίας. Κανείς δεν θα πει ότι «ναι, εγώ θέλω να καταστρέφουμε το περιβάλλον» ή ότι «ναι, εγώ θεωρώ τον πολιτισμό άχρηστο». Όταν όμως ερχόμαστε στο διά ταύτα, πέφτουμε συνήθως πάνω στην αντίληψη ότι προστασία του περιβάλλοντος είναι κάτι υστερικοί οικολόγοι που εμποδίζουν την ανάπτυξη με πρόσχημα ότι ενοχλούνται οι πετροκότσυφες και ότι πολιτισμός είναι κάτι κρατικοδίαιτοι χαραμοφάηδες που ζητάνε διαρκώς χρήματα των φορολογουμένων για να κάνουν ακατανόητες παραστάσεις που βλέπουν μόνο οι ίδιοι και οι φίλοι τους ενώ ο κόσμος πεινάει.

Περιγράφω βέβαια σχηματικά μια νοοτροπία, η οποία ωστόσο είναι αρκετά διαδεδομένη και η οποία τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από νοοτροπίες και συμπεριφορές του πολιτικού συστήματος.

Όσον αφορά το περιβάλλον, η νοοτροπία αυτή εδράζεται στην στρεβλή και παρωχημένη αντίληψη περί της «ανάπτυξης» ως μιας έκρηξης έργων και δράσεων άμεσου κέρδους με fasttrack εξάντληση των φυσικών πόρων και με τρομαχτικές παράπλευρες απώλειες στο περιβάλλον. Παράλληλα, η νοοτροπία αυτή τροφοδοτείται από μια εξίσου παρωχημένη αριστερή αντίληψη που ιεραρχεί τον ταξικό αγώνα πριν και πάνω από όλα τα άλλα και που, ευθέως ή συγκαλυμμένα, παραπέμπει την ορθή περιβαλλοντική πολιτική, με μεσσιανικό τρόπο, στο μη προσδιοριζόμενο μέλλον, γιατί «όταν θα έχουμε αταξική κοινωνία το περιβάλλον θα προστατεύεται» ή, για να πάμε σε κάτι πιο γνώριμο στις μέρες μας, γιατί «αυτό που τώρα προέχει είναι να φύγουν τα μνημόνια και οι τρόικες που ευθύνονται για όλα τα κακά που μας βρήκανε». Τα κούφια λόγια περί πράσινων πολιτικών και αειφόρου ανάπτυξης επίσης έχουν κάνει κακό.

Όσον αφορά τον πολιτισμό, ίσως τα πράγματα να είναι ακόμα χειρότερα σε επίπεδο νοοτροπίας, επειδή έχουμε την τύχη και την ατυχία παράλληλα να ζούμε σε μια χώρα με πολύ πλούσιο αρχαίο πολιτισμό. Για πολλούς συμπολίτες μας, πολιτισμός είναι αυτό που μας επιτρέπει να περηφανευόμαστε πως είμαστε καλύτεροι από όλους τους άλλους, επειδή πρώτοι «εμείς» χτίσαμε τον Παρθενώνα και γράψαμε τραγωδίες κλπ. Κι εδώ πάλι η νοοτροπία τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από τις πολιτικές. Σε επίπεδο πολιτικής, η μεν πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζεται με παρωχημένες και οπισθοδρομικές προσεγγίσεις, δέσμιες ακριβώς συντηρητικών και εθνικιστικών αντιλήψεων, ο δε σύγχρονος πολιτισμός ως πεδίο άσκησης πελατειακών σχέσεων. Ακόμα και η θέση του Υπ. Πο., παρά τα μεγάλα λόγια, είναι κάπως παρακατιανή: η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία αρκετά χρόνια, στη θέση του Υπ. Πο. Κάθισαν κυρίως πολιτικοί που κατέληξαν εκεί ύστερα από εσωκομματικές καραμπόλες, γιατί δεν είχαν πού αλλού να τους βάλουν. Το αποτέλεσμα είναι η απόλυτη απουσία στρατηγικής, ενός στοιχειώδους έστω σχεδιασμού για την πολιτική που θέλουμε για τον πολιτισμό, για την πολυδιαφημισμένη διασύνδεσή του με τον τουρισμό κ.ο.κ. Φτάσαμε στο σημείο ο νυν υπουργός πολιτισμού να μην εμφανίζεται στο Φόρουμ για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό όπου παρίσταντο όλοι οι υπ. πο. της Ε.Ε. (και μάλιστα ενώ η χώρα μας έχει την προεδρία) και αντ’ αυτού να γράφει επιστολές στον Τζορτζ Κλούνι για τα γλυπτά του Παρθενώνα. Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτό περνά στα ψιλά: ενοχλεί λίγους ανθρώπους που ασχολούνται με αυτά τα θέματα, όχι τους πολίτες της χώρας.

Ποια είναι λοιπόν η κατεύθυνση προς μια διαφορετική λογική για το περιβάλλον και τον πολιτισμό;

Η Δημοκρατική Αριστερά πιστεύει ότι, όσον αφορά το περιβάλλον, πρέπει να περάσουμε από την ξεπερασμένη λογική ότι «η προστασία του περιβάλλοντος κοστίζει» στη σύγχρονη αντίληψη ότι «η προστασία του περιβάλλοντος συμφέρει».

Για τον πολιτισμό πιστεύουμε ότι πρέπει να ξεπεραστούν κάθε λογής αγκυλώσεις και γραφειοκρατικές συμπεριφορές και νοοτροπίες: το κράτος πρέπει, οφείλει να είναι παρόν και να στηρίζει τον πολιτισμό, και με πόρους, ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να εξαντλούμαστε στις μάχες χαρακωμάτων, στην αδιέξοδη λογική της απλής διεκδίκησης χρημάτων: η πολιτεία και η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση, ο ρόλος της οποίας πλέον αναβαθμίζεται δραστικά και στο επίπεδο της διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων, οφείλουν πρωτίστως να ρυθμίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διαφυλάσσεται και θα αναδεικνύεται η πολιτιστική κληρονομιά, το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παράγεται η σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία από τις ζωντανές δυνάμεις του πολιτισμού· να ρυθμίζουν το πλαίσιο ώστε να είναι σύγχρονο και αποτελεσματικό και να ασκούν με απόλυτη διαφάνεια και δημοκρατικό έλεγχο τον εποπτικό τους ρόλο. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να είμαστε ανοιχτοί στις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, ανοιχτοί στον εκσυγχρονισμό πολιτικών και πρακτικών και, κυρίως, εξωστρεφείς· να δίνουμε και να παίρνουμε πολιτισμό, ιδέες, πολιτικές.

Η εξωστρέφεια αυτή, όχι βέβαια ως «διαφήμιση της χώρας διεθνώς» αλλά ως μια αμφίδρομη διαδικασία ανταλλαγής και συνεργασιών, αφορά και την πολιτιστική και την περιβαλλοντική πολιτική (για να επιστρέψω στα δύο πεδία που συζητάμε απόψε). Και αντιστρόφως: ο στενόμυαλος, κοντόφθαλμος και συντηρητικός εθνοκεντρισμός μας δεν προσδιορίζει μόνο την τρέχουσα αντίληψή μας για τον πολιτισμό αλλά και την αντίληψή μας για την οργάνωση και χρήση του περιβάλλοντος χώρου.

Η αποψινή εκδήλωση γίνεται ενόψει ευρωεκλογών, σε μια εποχή κρίσιμη για το ευρωπαϊκό πείραμα, αφού η διαδικασία ενοποίησης δοκιμάζεται τόσο από την κρίση, τις αμήχανες πολιτικές αντιμετώπισής της και τις ανισότητες στο εσωτερικό της Ευρώπης, όσο και από τον διογκούμενο ποικιλώνυμο ευρωσκεπτικισμό. Αν το πείραμα του υπαρκτού σοσιαλισμού απέδειξε ότι δεν γίνεται «σοσιαλισμός σε μια χώρα», είναι ακόμα πιο σίγουρο, ειδικά σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης τον 21ο αιώνα, ότι δεν μπορεί να υπάρξει ούτε «πολιτισμός σε μια χώρα», ούτε βέβαια «περιβαλλοντική πολιτική σε μια χώρα».

Η διαχείριση της ίδιας της χώρας μας και του πολιτισμού της μπορεί και πρέπει να είναι μια διαδικασία κατεξοχήν οικονομικά και κοινωνικά παραγωγική και αναπτυξιακή, όχι αμυντική, συντηρητική και διασωστική. Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής της ΔΗΜΑΡ, αυτό είναι και το βασικό στοιχείο της αποψινής εκδήλωσης.

Για το νέο μοντέλο ανάπτυξης και τη νέα αντίληψη που χρειαζόμαστε για τον πολιτισμό και για το περιβάλλον, θα μας μιλήσουν

Ο Γιώργος Ιωαννίδης, οικονομολόγος και επιστημονικός συνεργάτης Παρατηρητηρίου Οικονομικών & Κοινωνικών Εξελίξεων — το θέμα της αποψινής εκδήλωσης είναι και το αντικείμενό του θεωρητικά /επιστημονικά και το πεδίο που επεξεργάζεται πολιτικά

Η Μάρω Ευαγγελίδου, αρχιτέκτων – πολεοδόμος / χωροτάκτης, πρώην Γ.Γ. Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που είναι όχι μόνο καθ’ ύλην αρμόδια αλλά που έχει και εμπειρία πολιτικής διαχείρισης στο αντικείμενο, συνεπώς έχει άλλο βάρος ο λόγος της

Τζένη Αρσένη, σκηνοθέτις – θεατρολόγος – δρ. αισθητικής φιλοσοφίας, η οποία δεν έχει μόνο θεωρητική κατάρτιση και πλούσιο καλλιτεχνικό και διδακτικό έργο αλλά και πολύτιμη εμπειρία από την καλλιτεχνική δημιουργία και τη διδασκαλία της τέχνης στο εξωτερικό, στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη

Θα χαιρετίσει η Μαρία Γιαννακάκη, υποψήφια Περιφερειάρχης Αττικής, επικεφαλής της Δημοκρατικής Οικολογικής Κίνησης «Παρέμβαση για την Αττική».

O πολιτισμός και το περιβάλλον ως εργαλεία οικονομικής μεγέθυνσης: η οικονομική διάσταση

—Γιώργος Ιωαννίδης, οικονομολόγος και επιστημονικός συνεργάτης Παρατηρητηρίου Οικονομικών & Κοινωνικών Εξελίξεων—

02

Μια μικρή ιστορική επισκόπηση

Η αιτία που οδήγησε τους οικονομολόγους, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, να δουν τον πολιτισμό και το περιβάλλον ως μηχανισμούς οικονομικής μεγέθυνσης ήταν, και στις δύο περιπτώσεις, μια κρίση και η μεταβαλλόμενη γεωγραφία της παραγωγής. Σε ό,τι αφορά τον πολιτισμό η συζήτηση ξεκίνησε λίγο μετά την πετρελαϊκή κρίση του ’73 και των συνεπειών που αυτή είχε στην παραγωγική δομή των ανεπτυγμένων χωρών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχε πλέον γίνει σαφές ότι η μαζική παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων είχε χάσει μεγάλο τμήμα της δυναμικής της ως ατμομηχανή της ανάπτυξης και είχαν ήδη αρχίσει να διαπιστώνονται οι τάσεις μετεγκατάστασης των επιχειρήσεων στις χώρες της νότιας Ασίας. Οι κινήσεις αυτές, που επιταχύνθηκαν από το πετρελαϊκό σοκ του ΄73-’74, παρήγαγαν μια σοβαρή κρίση αποβιομηχάνισης που έπληξε κυρίως τα μεγάλα αστικά κέντρα της δυτικής Ευρώπης όπου η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα.

Σε αυτό το πλαίσιο, άρχισαν οι αναζητήσεις για τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να αναζωογονηθούν οι παρακμάζουσες αστικές οικονομίες. Η επένδυση στην πολιτιστική οικονομία αποτέλεσε σημαντικό τμήμα της λύσης που τελικά προωθήθηκε. Η επιλογή ήταν εύλογη, διότι την ίδια περίοδο μαζικοποιούταν το τουριστικό φαινόμενο και οι μετακινήσεις των ευρωπαίων στο εσωτερικό της Ευρώπης αυξάνονταν εκθετικά. Ωστόσο, και στο διανοητικό επίπεδο, άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες μετα-αποικιακές (post-colonial) προσεγγίσεις οι οποίες έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στα ζητήματα της ταυτότητας και στην ανάγκη σεβασμού του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα των ευρωπαϊκών μητροπόλεων. Δημιουργήθηκε επομένως ευνοϊκό περιβάλλον ως προς την μεγέθυνση της πολιτιστικής οικονομίας. Φυσικά, το μοντέλο αυτής της μεγέθυνσης διαφοροποιήθηκε αναλόγως της φυσιογνωμίας κάθε χώρας (άλλο στην Βρετανία, άλλο στη Γαλλία, άλλο στην Ολλανδία και την Ελβετία). Ωστόσο κοινό χαρακτηριστικό ήταν η εκθετική αύξηση των πόρων που επενδύθηκαν στον Πολιτισμό και η αύξηση των θέσεων εργασίας.

Σε ό,τι αφορά το περιβάλλον, η σταδιακή ένταξη της περιβαλλοντικής ατζέντας στην πολιτική αντιπαράθεση έπαιξε σημαντικό ρόλο (η συμβολή του οικολογικού κινήματος και των πράσινων κομμάτων ήταν καθοριστική για αυτό), αλλά οι οικονομολόγοι δεν στράφηκαν προς την «πράσινη οικονομία» από οικολογικές ευαισθησίες. Η αιτία ήταν επίσης μια κρίση και η μεταβαλλόμενη γεωγραφία της παραγωγής. Από τη μία πλευρά, ήταν η μετεγκατάσταση των παραγωγικών μονάδων στην Κίνα. Από την άλλη πλευρά ήταν η μειούμενη παραγωγικότητα. Η οικονομική επιστήμη χαρακτηρίζεται από έναν ενδογενή θεωρητικό πεσιμισμό που προκύπτει από το νόμο της φθίνουσας οριακής παραγωγικότητάς / αποδοτικότητας. Ο νόμος συνιστά ένα από τα θεμελιώδη αξιώματα των οικονομικών αποτυπώνοντας τους φυσικούς περιορισμούς της παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών (με απλά λόγια, σύμφωνα με το νόμο των φθινουσών αποδόσεων, από κάποιο σημείο και μετά το προϊόν που παράγεται από την προσθήκη μίας πρόσθετης μονάδας κεφαλαίου ή εργασίας είναι μικρότερο από το προϊόν που παράχθηκε από την προηγούμενη μονάδα κεφαλαίου ή εργασίας). Η μόνη οδός διαφυγής από αυτή τη σιδερένια νομοτέλεια είναι η τεχνολογία. Οι τεχνολογικές ανακαλύψεις έχουν την δυνατότητα να προκαλέσουν άλματα στην παραγωγικότητα της εργασίας και στην αποδοτικότητα του κεφαλαίου ανοίγοντας νέα πεδία οικονομικής μεγέθυνσης και αντισταθμίζοντας τους φυσικούς περιορισμούς. Αυτό ήταν το ισχυρό χαρτί της «πράσινης οικονομίας» ή της «πράσινης ανάπτυξης». Το γεγονός ότι συνιστά ένα σύστημα τεχνολογικής καινοτομίας που μπορεί να εφαρμοστεί παντού. Κατά μία έννοια οι διεθνείς συνθήκες (Κιότο) και οι στόχοι που έθεσαν δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν εάν οι ανεπτυγμένες τουλάχιστον χώρες δεν έβλεπαν μια δυνατότητα οικονομικής μεγέθυνσης μέσα από την επιδίωξη αυτών των στόχων. Φυσικά, και το γεω-στρατηγικό πλαίσιο έχει τεράστια σημασία λόγω της επιθυμίας των κρατών να πετύχουν όσο το δυνατόν υψηλότερο ποσοστό ενεργειακής αυτάρκειας.

Οικονομικά πλεονεκτήματα της αντιμετώπισης του πολιτισμού και του περιβάλλοντος ως άξονες ανάπτυξης.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα των επενδύσεων στο περιβάλλον και στον πολιτισμό είναι οι στενές και πυκνές διασυνδέσεις με το σύνολο σχεδόν των επιμέρους τομέων της οικονομίας. Σε ό,τι αφορά το περιβάλλον είναι εύκολο να καταλάβουμε πως συμβαίνει αυτό. Ό,τι κατασκευάζαμε έως σήμερα με έναν τρόπο Χ μπορούμε να το κατασκευάσουμε με έναν τρόπο Ψ περισσότερο φιλικό προς το περιβάλλον. Η γενική αυτή διαπίστωση ισχύει σχεδόν για τα πάντα: από τα αυτοκίνητα και τα αεροπλάνα, έως τα πιρούνια και τα περιτυλίγματα σοκολάτας. Αλλά και ο πολιτισμός δεν πάει πίσω. Ένα πρόγραμμα ανασκαφής και ανάδειξης των ευρημάτων εμπλέκει, εκτός από τους αρχαιολόγους και τους συντηρητές, μεγάλο αριθμό εργαζομένων των πλέον διαφορετικών ειδικοτήτων και επιπέδου εκπαίδευσης: ειδικευμένοι εργάτες για τις ανασκαφικές διαδικασίες, φωτογράφοι, γλύπτες,  συνεργεία κατασκευών που θα φτιάξουν το μουσείο, τεχνίτες που θα εγκαταστήσουν τα συστήματα φωτισμού, τα συστήματα ασφάλειας, τις προθήκες και τα τζάμια, εταιρίες ερευνών που θα αναπτύξουν τεχνικές κατασκευής τζαμιών με μειωμένη ανακλαστικότητα,  γραφίστες, αρχαιοφύλακες, κηπουροί, ξεναγοί, οδηγοί, διοργανωτές εκθέσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, εκδότες… Εν ολίγοις είναι ένα εξαιρετικά διευρυμένο σύστημα αλληλο-συνδέσεων μεταξύ διαφορετικών δραστηριοτήτων τόσο των υπηρεσιών όσο και της μεταποίησης.

Κατά δεύτερο λόγο, οι αναγκαίες επενδύσεις σε υποδομές σπάνια ενισχύουν τις εισαγωγές διότι στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες τα υλικά και οι υπηρεσίες που χρειάζονται για την επένδυση προσφέρονται εγχώρια. Αυτό σημαίνει ότι μεγαλύτερο τμήμα της επένδυσης παραμένει στο εσωτερικό της οικονομίας συνεπώς οι πολλαπλασιαστές εισοδήματος και απασχόλησης είναι υψηλότεροι αφού δεν υπάρχει διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Επιπρόσθετα, το παραγόμενο προϊόν, είτε είναι έντασης κεφαλαίου είτε είναι έντασης εργασίας είναι μοναδικό και κυρίως είναι έντασης γνώσης. Αυτό επιτρέπει την μερική τουλάχιστον αντιστάθμιση της μετακίνησης των παραγωγικών μονάδων σε χώρες χαμηλού κόστους εργασίας οι οποίες συνήθως χαρακτηρίζονται από χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο του πληθυσμού. Αντίστοιχα, ο μέσος μισθός και στους δύο κλάδους τείνει να είναι υψηλότερος συγκριτικά με άλλους τομείς των υπηρεσιών (π.χ. εμπόριο) αλλά και τις μικρής βιομηχανίας. Κατά συνέπεια, όχι μόνο οι θέσεις εργασίας είναι περισσότερο ποιοτικές αλλά ενισχύουν την εσωτερική ζήτηση (που είναι ο σημαντικότερος παράγοντας μεγέθυνσης του ΑΕΠ) σημαντικά.

Τέλος, το παραγόμενο προϊόν είναι στενά δεμένο με την τοπική κοινότητα, δηλαδή αξιοποιεί τα χαρακτηριστικά των τοπικών κοινωνιών. Έτσι, διευκολύνεται η ενεργοποίηση των ενδογενών αναπτυξιακών δυνατοτήτων κάθε περιοχής και παρέχεται μια δυνατότητα ανάπτυξης σε περιοχές που δεν διαθέτουν ισχυρή βιομηχανική βάση.

Επιπλέον λόγοι που καθιστούν την πρόταση ελκυστική για την Ελλάδα

Τα παραπάνω ισχύουν γενικά και για όλο τον κόσμο. Στην περίπτωση της Ελλάδας όμως υπάρχουν επιπρόσθετοι λόγοι που καθιστούν την πρόταση ελκυστική.

Κατά πρώτο λόγο, η ανάδειξη του περιβάλλοντος και του πολιτισμού σε άξονες ανάπτυξης ταιριάζει στην υφιστάμενη δομή της ελληνικής οικονομίας και της αγοράς εργασίας. Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από υψηλό ποσοστό υπηρεσιών και αντίστοιχα μικρή μεταποίηση, είναι μια οικονομία ανοιχτή στο διεθνή ανταγωνισμό με ισχυρό νόμισμα (ευρώ) που της απαγορεύει να διεκδικήσει ανταγωνιστικότητα μέσω της παραγωγής φτηνών προϊόντων, μία οικονομία που διαθέτει διεθνώς αναγνωρισμένο τουριστικό brand. Αντίστοιχα, η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο κυρίως των νεότερων ηλικιών, σχετικά αστικοποιημένο πληθυσμό αλλά και μια ισχυρή ανάγκη να συγκρατηθεί ο πληθυσμός στην ύπαιθρο. Υπό αυτή την έννοια, οι επενδύσεις στο περιβάλλον και στον πολιτισμό ταιριάζουν στη δομή της ελληνικής οικονομίας και αφοράς εργασίας, διότι παράγουν θέσεις υψηλής ειδίκευσης, οι οποίες μπορούν να κατανεμηθούν σε όλη την επικράτεια, οι οποίες κατά κύριο λόγο βρίσκονται στο τομέα των υπηρεσιών αλλά που ταυτόχρονα δημιουργούν οργανικές συνδέσεις με τη μεταποίηση και την αγροτική παραγωγή. Είναι δηλαδή μία πρόταση η οποία μπορεί να «πατήσει» στην υφιστάμενη κατάσταση. Κατά δεύτερο λόγο η Ελλάδα διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Με άλλα λόγια, όλες οι χώρες διαθέτουν αξιόλογη και μοναδική η κάθε μία πολιτιστική κληρονομία, αλλά στην περίπτωση της χώρας μας υπάρχουν «κράχτες» διεθνούς εμβέλειας.

Η σοβαρή κρίση της απασχόλησης είναι ακόμα ένας σημαντικός λόγος. Σήμερα, λόγω της αύξησης της ανεργίας το ποσοστό απασχόλησης στο σύνολο του πληθυσμού έχει μειωθεί σε περίπου 35%. Αυτό σημαίνει ότι οι 35 που εργάζονται, με χαμηλότερους μισθούς, πρέπει να παράξουν τον πλούτο για να συντηρηθούν οι ίδιοι και οι υπόλοιποι 65. Είναι κατανοητό στον οποιοδήποτε ότι δεν υπάρχει καμία οικονομία που να θεωρείται σταθεροποιημένη με αυτή την κατάσταση στην απασχόληση και την ανεργία. Είναι επομένως πρώτιστη ανάγκη να υπάρξει μια εκτεταμένη δημόσια παρέμβαση προκειμένου να μειωθεί το ποσοστό ανεργίας πολύ και γρήγορα (10% στα επόμενα τρία χρόνια). Το μόνο πεδίο σήμερα που εμφανίζει άπειρη ζήτηση εργασίας είναι ο τρίτος τομέας της οικονομίας., δηλαδή ο τομέας που βρίσκεται μεταξύ του κράτους και του ιδιωτικού τομέα. Το περιβάλλον και ο πολιτισμός έχουν την δυνατότητα μαζικής απασχόλησης ανέργων σε εργασίες που είναι χρήσιμες για τους ίδιους και προωθητικές για την οικονομία. Π.χ. επέκταση λειτουργίας αρχαιολογικών χώρων και Μουσείων, απασχόληση αποφοίτων καλλιτεχνικών σχολών σε σχολεία και σε Δήμους, μικρά έργα αστικής ανάπλασης, προγράμματα περιβαλλοντικής αποκατάστασης, ΚΟΙΝΣΕΠ για την παραγωγή τοπικών προϊόντων, απασχόληση σε φεστιβάλ…. Οι δυνατότητες είναι πολλές.

Τέλος, οι επενδύσεις που έχουν γίνει ως τώρα στον τομέα είναι μικρές, δηλαδή δεν έχουμε να κάνουμε με έναν κορεσμένο τομέα αλλά με ένα πεδίο με σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης. Η απασχόληση στον τομέα του πολιτισμού (με τη στενή έννοια) ισούται μόλις με το 1,2% του συνόλου της απασχόλησης, δηλαδή κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (1,7%) και αρκετά κάτω από χώρες που έχουν επενδύσει σε πολιτισμό όπως η Βρετανία όπου το ποσοστό αυτό φτάνει το 2,2%. Επίσης, από όλες τις χώρες της Ε.Ε. με αντίστοιχο επίπεδο εκπαίδευσης με εκείνο της Ελλάδας, η χώρα μας εμφανίζει τη χαμηλότερη απασχόληση πτυχιούχων στον τομέα του πολιτισμού (βλ. σχετικά Eurostat, CulturalStatistics 2013). Ακολούθως, παρά το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης στο σύνολο της οικονομίας (35% στην Ελλάδα), το ποσοστό αυτοαπασχόλησης στον τομέα του πολιτισμού είναι χαμηλό (μόλις 18%) και σίγουρα μικρότερο από ό,τι ισχύει σε άλλες χώρες (για παράδειγμα στην περίπτωση της Ιταλίας το ποσοστό αυτοαπασχόλησης στο σύνολο της απασχόλησης είναι 28%, αλλά στον τομέα του πολιτισμού είναι 40%). Τα παραπάνω στοιχεία αποτυπώνουν το γεγονός ότι η ανάπτυξη του τομέα του πολιτισμού κινείται ακόμα κυρίαρχα γύρω από το κράτος ενώ αντίστοιχα η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα είναι σχετικά περιορισμένη.

Βασικοί άξονες ανάπτυξης και προϋποθέσεις

Εκ των πραγμάτων, στα πλαίσια αυτής της συζήτησης, μόνο ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν ορισμένες γενικές κατευθύνσεις. Υπάρχουν όμως σοβαρά κενά τα οποία εάν δεν αντιμετωπιστούν η ανάδειξη του περιβάλλοντος και του πολιτισμού σε στρατηγικούς άξονες ανάπτυξης θα παραμείνει καθαρά ακαδημαϊκή.

Κατά πρώτο λόγο υπάρχει τεράστια ανάγκη αναβάθμισης των υποδομών κατ’ αρχήν σε ό,τι αφορά τους αρχαιολογικούς χώρους και τα Μουσεία (δηλαδή τους «εθνικούς κράχτες). Οι σχετικές υποδομές στην Ελλάδα βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από αυτή που δικαιολογεί το πολιτιστικό της κεφάλαιο. Για παράδειγμα, η Ελλάδα έχει καταφέρει να χαρακτηρίσει ως χώρους παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομίας (UNESCO) μόλις 16 χώρους έναντι 24 στην Βρετανία, 32 στη Γαλλία, 33 στη Γερμανία, 37 στην Ισπανία και 42 στην Ιταλία. Επιπρόσθετα, οι υποστηρικτικές υπηρεσίες των Μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων (που ξεκινούν από την αγορά αναμνηστικών έως και την διοργάνωση εκδηλώσεων) είναι περιορισμένες και κατά κανόνα ακριβές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ο αριθμός των επισκεπτών στα πέντε μεγαλύτερα Μουσεία της χώρας ανήλθαν το 2007 σε περίπου 2,6 εκατ. άτομα. Ο αριθμός δεν είναι μεγάλος εάν αναλογιστούμε ότι τα αντίστοιχα μεγέθη για την Ελβετία, την Τσεχία και την Νορβηγία είναι 2,2 εκατ., για τη Σουηδία είναι 3,9 εκατ., για την Ολλανδία 4,4 εκατ., ενώ για την Ιταλία και την Βρετανία είναι 10,2 και 23,8 εκατ. αντίστοιχα. Με άλλα λόγια, η επισκεψιμότητα των Μουσείων μπορεί να αυξηθεί κατακόρυφα υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει η σχετική πολιτική στήριξης. Τέλος, υπάρχουν μεγάλες ανεπάρκειες ως προς τη σύνδεση των χώρων πολιτιστικού ενδιαφέροντος σε ένα ενιαίο σύνολο. Με άλλα λόγια, ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να γίνει είναι η υλοποίηση προγραμμάτων όπως η πετυχημένη ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας σε επίπεδο περιφέρειας ή ευρύτερων χωρικών μονάδων (νησιά, δήμοι κ.ο.κ.).

Κατά δεύτερο λόγο, χρειάζεται να ενισχυθούν οι οργανικές συνδέσεις με τον τουρισμό, την αγροτική παραγωγή και την τοπική μεταποίηση. Αυτό σημαίνει μια μετατόπιση από τις κλαδικές πολιτικές στην έννοια του παραγωγικού συμπλέγματος. Για παράδειγμα, το νέο αρχαιολογικό μουσείο της Ικαρίας δεν θα προαφαίρει σημαντικά στην ανάπτυξη του νησιού εάν δεν υπάρξουν οι σχετικές ταμπέλες που θα ενημερώνουν τον επισκέπτη για την ύπαρξή του, εάν δεν συμπεριληφθεί σε ένα τουριστικό site του νησιού, εάν δεν ενταχθεί σε μία συνολικότερη στρατηγική τουριστικής προβολής του νησιού. Αντίστοιχα, τα τοπικά πανηγύρια θα χάσουν πολλά εάν δεν προσφέρουν τα τοπικά εδέσματα. Το παράδειγμα της Κρήτης και του τρόπου με τον οποίο αξιοποίησε την ιδιαίτερη κουζίνα της είναι καλό παράδειγμα ως προς την κατεύθυνση που πρέπει να κινηθούν και άλλες περιοχές.

Επιπλέον, χρειάζεται ο ανακαθορισμός της σχέσης μεταξύ του κρατικού, του δημόσιου, του ιδιωτικού αλλά και του λεγόμενο τρίτου τομέα της οικονομίας. Για παράδειγμα, τα Μουσεία (ή τουλάχιστον τα μεγαλύτερα εξ αυτών) πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία κάτι το οποίο δεν διευκολύνεται από το γεγονός ότι είναι κρατικά. Αντιθέτως, η μετατροπή τους σε ΝΠΔΔ θα διατηρούσε το δημόσιο έλεγχο αλλά πρόσφερε βαθμίδες ελευθερίας. Τα ίδια πράγματα μπορούν να ειπωθούν και για τον ρόλο των τοπικών Εφοριών Αρχαιοτήτων οι οποίες πρέπει να διατηρήσουν την εποπτεία αλλά ταυτόχρονα πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα συνεργασίας είτε με ιδιωτικούς φορείς είτε με φορείς της κοινωνικής οικονομίας προκειμένου να υλοποιήσουν προγράμματα ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομίας. Βέβαια, όλα τα παραπάνω απαιτούν και νέες δομές διοίκησης οι οποίες θα εμπλέκουν την τοπική κοινωνία μέσω της συμμετοχής της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Τοπικών Συλλόγων (επιμελητήρια, ενώσεις κ.ο.κ.). Σε κεντρικό επίπεδο αντίστοιχα, χρειάζεται οι δομές των Υπουργείων να ανοίξουν σε πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα ή της κοινωνίας των πολιτών υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι αυτό θα γίνει με τις αναγκαίες εγγυήσεις προκειμένου να μην εκφυλιστεί σε μηχανισμό πελατειακών σχέσεων.

Φυσικά, στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει αποτρέπονται ενέργειες που αντιστρατεύονται το γενικό στόχο. Για παράδειγμα, δεν μπορείς να «πουλάς περιβάλλον» και την ίδια στιγμή να νομιμοποιείς το μπετονάρισμα του αιγιαλού καταστρέφοντας το κεφάλαιο σου.

Ειδικά σε ό,τι αφορά το περιβάλλον, λόγω της υψηλής συσχέτισης της «πράσινης οικονομίας» με την τεχνολογία, οι παρεμβάσεις επεκτείνονται και στην πολιτική έρευνας. Εκτός, από την προσέλκυση ερευνητικών ινστιτούτων ή ερευνητικών τμημάτων πολυεθνικών επιχειρήσεων, η σχετική εμπειρική έρευνα στην Ελλάδα δείχνει ότι είναι σημαντικότερη μια πολιτική που δημιουργεί ζήτηση για το προϊόν αυτών των επιχειρήσεων από μια πολιτική που εξαντλείται σε επιδοτήσεις για την ανάπτυξη τεχνολογιών.

Πάνω απ’ όλα όμως, απαιτείται να διευρυνθεί η έννοια του περιβάλλοντος και του πολιτισμού και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σε ό,τι αφορά το περιβάλλον πρέπει να μετατοπιστούμε από μια αντίληψη προστασίας σε μια πολιτική αειφόρου εκμετάλλευσης (δάση, απορρίμματα κλπ). Η περιβαλλοντική προστασία από εμπόδιο στην επιχειρηματικότητα μπορεί να μετατραπεί σε προωθητικό στοιχείο της και ένας αποτελεσματικός τρόπος να γίνει αυτό είναι μέσα από την ανάπτυξη επιχειρηματικών δράσεων που επενδύουν στην καλή κατάσταση του περιβάλλοντος ως τμήμα του προϊόντος που πωλούν (κανένας δεν προστατεύει το περιβάλλον καλύτερα από τον επιχειρηματία που βγάζει λεφτά από αυτό!).

Σε ό,τι αφορά τον πολιτισμό και την πολιτιστική κληρονομιά η ανάγκη διεύρυνσης είναι ακόμα μεγαλύτερη. Οι τοπικές παραδόσεις και τα έθιμα, η τοπική κουζίνα, η παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων, η παραγωγή προϊόντων με παραδοσιακούς τρόπους, η σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή πρέπει και μπορούν να αποτελέσουν ένα ενιαίο σύνολο και να αντιμετωπιστούν ως τέτοιο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την στρατηγική ανάπτυξης. Υπάρχει ανάγκη να εγκαταλειφθεί η συντηρητική και στενή οπτική της πολιτιστικής κληρονομίας που αντιλαμβάνεται ως τμήμα της μόνο την κλασική αρχαιότητα και τα νεοκλασικά κτήρια. Η έννοια της προστασίας και της ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς πρέπει να επεκταθεί και να συμπεριλάβει όψεις που παραμελούνται ή κρύβονται όπως το μοντέρνο κίνημα, η βιομηχανική αρχιτεκτονική, οι παραδοσιακές παραγωγικές δραστηριότητες, το οθωμανικό παρελθόν του τόπου, τα στοιχεία του πολιτισμού των Αρβανιτών, των Πομάκων κ.ο.κ. Σε τελική ανάλυση, αυτά είναι και τα στοιχεία που καθιστούν μια πρόταση ανάπτυξης και «αριστερή». Το γεγονός ότι απαιτούν μια κοινωνία περισσότερο ανεκτική στη διαφορετικότητα.

Ευρωπαϊκή περιβαλλοντική πολιτική και σοσιαλδημοκρατία

—Μάρω Ευαγγελίδου, αρχιτέκτων – πολεοδόμος / χωροτάκτης, πρώην Γ.Γ. Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγή—

03

Σημείωση dim/art: Η Μάρω Ευαγγελίδου μίλησε στην εκδήλωση χωρίς χειρόγραφο και η ομιλία της υπάρχει πλήρης στο βίντεο. Παραθέτουμε εδώ άρθρο της στη Μεταρρύθμιση, στο πνεύμα στο οποίο κινήθηκε και κατά την εισήγησή της.

Η περιβαλλοντική πολιτική δεν είναι ψηλά στην ατζέντα των ευρωεκλογών παρότι ήταν από τις πρώτες ευρωπαϊκές πολιτικές που «εισέβαλλαν» στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας, ευπρόσδεκτα από τους τοπικούς φορείς της πολιτικής οικολογίας, με δυσαρέσκεια από την καθεστηκυία τάξη. Η σημερινή συγκυρία εξόδου από την κρίση απαιτεί πανθομολογουμένως μια αναπτυξιακή ώθηση, και μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ευκαιρία για την υιοθέτηση ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου, στη διαμόρφωση του οποίου θα είχε να συνεισφέρει πολλαπλά η δημιουργική αφομοίωση του «ευρωπαϊκού περιβαλλοντικού κεκτημένου».

Πως θα ορίζαμε το ευρωπαϊκό περιβαλλοντικό κεκτημένο, και που υστερεί η Ελλάδα;

Από την πλευρά της κυρίαρχης πολιτικής αντίληψης ας θυμηθούμε την ξεχασμένη «αρχή της αειφορίας», ενσωματωμένη στη συνθήκη από το 1992 ως πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ανάπτυξη, η οποία εμπεριέχει αφενός, την υπέρβαση της αντίληψης ‘οικονομικής μεγέθυνσης’ αφετέρου, την οριζόντια ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης σε όλες τις δημόσιες πολιτικές. Δεν είναι η περιβαλλοντική πολιτική μια θεματική πολιτική παράλληλη με τις άλλες, ως είθισται να την αντιλαμβανόμεθα, και μάλιστα διασπασμένη στα επί μέρους αντικείμενα βάσει των σχετικών οδηγιών (απορρίμματα, νερά, περιοχές νατούρα, αδειοδότηση, περιβαλλοντική ευθύνη, εξοικονόμηση ενέργειας κλπ) αλλά μια ολοκληρωμένη προσέγγιση σε όλα τα παραπάνω θεματικά πεδία, που θέτει εν ολίγοις το ζήτημα της σχέσης του ανθρώπου με την φύση και τους φυσικούς πόρους, οι οποίοι δεν είναι ανεξάντλητοι.

Η εσωτερική συνοχή και ολοκλήρωση της περιβαλλοντικής πολιτικής είναι αναγκαίος όρος για να μπορέσει να επηρεάσει τις τομεακές αναπτυξιακές επιλογές. Δυστυχώς το ελληνικό πολιτικο-διοικητικό σύστημα, κατακερματισμένο σε φέουδα και με υπερβολικό αριθμό πολιτικού προσωπικού, χωλαίνει τραγικά στην υιοθέτηση ολοκληρωμένων προσεγγίσεων. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Γύρω από αυτόν τον κατακερματισμό έχει αρθρωθεί το μοντέλο της «φτηνής ανάπτυξης» που έλεγε ο απών δυστυχώς, Μιχάλης Παπαγιαννάκης, δηλαδή της ανάπτυξης που δεν υπολογίζει το περιβαλλοντικό κόστος στις επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές) και προωθεί τις υποδομές, (τα «έργα») απλά σαν μηχανισμό τόνωσης της οικονομίας σε μια λογική αύξησης των μεγεθών. Καθοριστικό στοιχείο αυτού του μοντέλου η άναρχη αστική διάχυση στην ύπαιθρο με τραγικές –μακροπρόθεσμα- επιπτώσεις στο αγροτικό περιβάλλον, το τοπίο και τον τουρισμό, αλλά με «αναδιανεμητικές» επιπτώσεις στα εισοδήματα λόγω της μικρής ιδιοκτησίας και της ανθούσας κτηματαγοράς, άρα με γερή κοινωνική βάση …

Μια πρώτη λοιπόν συμβολή της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής τεχνογνωσίας, πολλαπλά εμφανιζόμενη στις οδηγίες ή συστάσεις των επιμέρους πολιτικών, είναι ο εξορθολογισμός των δομών διακυβέρνησης. Τυπικό παράδειγμα η οδηγία «για τα νερά» που –για την ορθή εφαρμογή στόχων όπως η εξοικονόμηση- υποχρεώνει τα κράτη μέλη σε αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων στο σχεδιασμό και τη διαχείριση των υδατικών πόρων (συγκέντρωση των διάσπαρτων από διάφορα υπουργεία αλλά και σαφή προσδιορισμό ρόλων μεταξύ των βαθμίδων της διοίκησης).

Ένα δεύτερο πεδίο θετικής συμβολής της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής, είναι αυτό της επιχειρηματικότητας με δύο διαστάσεις: η πρώτη αφορά στην ανάπτυξη νέων κλάδων παραγωγής και επενδύσεων (όπως οι ΑΠΕ, ή η διαχείριση απορριμμάτων) ή την στροφή παραδοσιακών κλάδων σε πράσινη οικονομία, (όπως η οικοδομή με την υιοθέτηση βιοκλιματικών μεθόδων δόμησης ή τεχνικών εξοικονόμησης ενέργειας), τομείς που προσφέρουν μεγάλες ευκαιρίες απασχόλησης αλλά και ανάπτυξης καινοτομίας μέσω «έξυπνων» συστημάτων διαχείρισης. Η δεύτερη αφορά στη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η οποία είναι αναγκαία αν θέλουμε να επεκτείνουμε τα προγράμματα παροχής κοινωφελών υπηρεσιών ή υποδομών. Η ανάπτυξη μιας υγιούς σχέσης μεταξύ δημόσιου και ιδιώτη επενδυτή απαιτεί μια ενιαία στρατηγική θεώρηση κάθε προγράμματος, δηλαδή σχεδιασμό με έγκαιρη πρόβλεψη των διαδικασιών διαχείρισης των έργων, τελικής τιμολόγησης, παρακολούθηση λειτουργίας κλπ. Φαινόμενα σαν αυτά που συχνά συμβαίνουν, με έργα που έχουν ολοκληρωθεί αλλά δεν λειτουργούν, είναι αδιανόητη κατασπατάληση πόρων, συχνά υπό την αγωνία της απορρόφησης! Δυστυχώς η όλη πολιτική ΣΔΙΤ αφορά σε «μεγάλα έργα» ή «συμβάσεις παραχώρησης» που προωθούνται με ευθύνη της ομώνυμης Γραμματείας του Υπ Ανάπτυξης και δεν έχει επιτρέψει την ανάπτυξη τεχνογνωσίας ΣΔΙΤ , μέσω του ανταγωνιστικού διαλόγου, σε μικρά έργα επιπέδου Δήμου. Ανάλογη υστέρηση έχουν οι Δήμοι και οι Περιφέρειες στην προώθηση δομών κοινωνικής οικονομίας, πολύ αποτελεσματική στη διαχείριση περιβαλλοντικών έργων μικρής κλίμακας, όπως η ανακύκλωση, πρακτικές που σε άλλες χώρες συνδυάζονται με πολιτικές απασχόλησης και κοινωνικής συνοχής. Η ευρωπαϊκή εμπειρία, ειδικά στην «Ολοκληρωμένη Διαχείριση Απορριμμάτων», ευνοεί την συνύπαρξη ιδιωτικών επενδύσεων μεγάλης κλίμακας και υψηλής τεχνολογίας με την ανάπτυξη μικρής επιχειρηματικότητας εντάσεως εργασίας μέσω Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων. Στη Ελλάδα –με πρωτοπόρο την «ριζοσπαστική αριστερά» αλλά όχι μόνο- έχουμε την συνήθεια να δαιμονοποιούμε βάσει ιδεολογημάτων τα εργαλεία και να αντιδιαστέλουμε με μανιχαϊστικό τρόπο τις επιλογές: μεγάλα ή μικρά έργα, δημόσια ή ιδιωτικά κλπ . Έτσι διαιωνίζονται τα προβλήματα, χάνεται ο στόχος και μαζί οι ευκαιρίες τόνωσης της οικονομίας.

Το τρίτο συστατικό στοιχείο του «ευρωπαϊκού περιβαλλοντικού κεκτημένου» -αναγκαίο συμπλήρωμα των άλλων δύο- είναι η καθιέρωση πρακτικών συστηματικής διαβούλευσης με το κοινό, όχι ως τυπική διαδικασία αλλά ως στοιχείο λήψης απόφασης «εκ των κάτω» (bottom up), διαδικασία που αναπτύσσει ευαισθητοποιημένους και συμμετέχοντες πολίτες και συμβάλλει στη βελτίωση κάθε σχεδίου ή έργου. Το κενό ανάλογης παράδοσης στην Ελλάδα, δεν μπορεί να καλυφθεί παρά σε συνδυασμό με την εφαρμογή των άλλων δύο προτάσεων, δηλαδή την καθιέρωση ολοκληρωμένων προγραμμάτων βασισμένων σε πλήρη διαχειριστικά σχέδια με σαφήνεια, στόχων, ρόλων και ευθυνών αξιολογουμένων με μετρήσιμα αποτελέσματα. Για παράδειγμα η χωροθέτηση του εργοστασίου επεξεργασίας αποβλήτων στην Κερατέα, είναι δύσκολο να πείσει ότι είναι η βέλτιστη λύση αν δεν συνοδεύεται από προγράμματα πρόληψης και επέκτασης της ανακύκλωσης, εκτίμηση του τελικού κόστους και της ενδεχόμενης μείωσης των δημοτικών τελών κλπ και δεν έχει προηγηθεί διαβούλευση επί της ίδιας της προκύρηξης. Είναι τραγική η ευθύνη (που διαχέεται στο δαίδαλο των συναρμοδιοτήτων) για την ολιγωρία στην υλοποίηση των «Πράσινων Σημείων» που προβλέπει το εγκεκριμένο Περιφερειακό Σχέδιο, δηλαδή χώρων όπου συλλέγονται για επανάχρηση ή ανακύκλωση μεταχειρισμένα προϊόντα, έτσι ώστε να μειωθεί ο συνολικός όγκος των απορριμμάτων, άρα και το μέγεθος των εργοστασίων.

Στα παραπάνω 3 συστατικά στοιχεία της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής αναγνωρίζει κανείς το στίγμα της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας αλλά και την επίδραση της αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, ως απότοκο μακράς παράδοσης συνεργατικών κυβερνήσεων σε αυτοδιοικητικό κυρίως επίπεδο.

Μπορούμε να θέσουμε ως στόχο μια μεταρρύθμιση της πολιτικής μας νοοτροπίας, ώστε η στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, που επαγγέλλονται όλες οι πολιτικές δυνάμεις της κεντροαριστεράς, να βασιστεί σε μια ευρωπαϊκή αντίληψη διακυβέρνησης, που θα είναι ικανή να αντιμετωπίζει συνθετικά την πολιτική ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας με αυτή της κοινωνικής συνοχής και του περιορισμού του περιβαλλοντικού αποτυπώματος στο χώρο;

Στην φάση αυτή σχεδιάζεται το επόμενο ΕΣΠΑ, (Σύμφωνο Εταιρικής Σχέσης ονομάζεται). Έχουμε λοιπόν μια ευκαιρία να επεξεργαστούμε αυτή τη νέα στρατηγική, αλλά και τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα τη στηρίξουν, αντί να συνεχίσουμε στην μετά κρίση εποχή, με το μότο Business as usual…

Η Βασίλισσα, το Big Ben και ο Shakespeare

—Τζένη Αρσένη, σκηνοθέτις, θεατρολόγος, δρ. αισθητικής φιλοσοφίας—

10325256_10152368221293326_8807946624564281991_n

Φωτό: Σταύρος Καμμάς

«Η Βασίλισσα, το Big Ben και ο Shakespeare», είπε ένας αγαπημένος μου καθηγητής στην Αγγλία, επισημαίνοντας τους λόγους για τους οποίους κάποιος επισκέπτεται τη χώρα του. Το χιούμορ είναι πολιτισμός κι έτσι ήμουν ευτυχής που βρισκόμουν στο μάθημά του. Εμείς «βασίλισσα» δεν έχουμε –ευτυχώς!–, κάτι σαν το «Big Ben» δεν θα έλεγα πως θα ήταν ταιριαστό σύμβολο για τη χώρα μας –πιο πολύ κάτι σαν το «ρολόι του Νταλί» ίσως να μας ταίριαζε– συγγραφείς όμως έχουμε, είχαμε και έχουμε, ζωγράφους, ποιητές, μουσικούς, ηθοποιούς, γνώστες του πολιτισμού στη θεωρία και στην πράξη.

Και τι είναι αυτό που δεν έχουμε; Υποδομές δεν έχουμε, ολοκληρωμένη εκπαίδευση δεν έχουμε, πόρους δεν έχουμε και φοβάμαι πως πολύ σύντομα δε θα έχουμε και αντοχές…

Πιστεύω ακράδαντα πως ο πολιτισμός είναι η ταυτότητα της Ελλάδας – ή η γνωστή σε όλους μας φράση της Μελίνας, η «βαριά» της «βιομηχανία». Και αυτό δεν ακυρώνει σε καμία περίπτωση τις δραστηριότητες και κυρίως τις εξελίξεις σε όλους τους άλλους τομείς. Στην περίπτωση όμως του πολιτισμού υπάρχει το δεδομένο της παράδοσης, των επιτευγμάτων εκείνων με διεθνή εμβέλεια και παραδοχή που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για περισσότερες διεκδικήσεις προς την ανάπτυξη και την υλοποίηση σύγχρονων ιδεών. Με λίγα λόγια, έχουμε το προνόμιο μίας πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς, η οποία είναι διεθνώς παραδεκτή, ο σεβασμός για το κομμάτι αυτό δεν ακυρώνεται ακόμα και όταν αμφισβητούνται άλλες αξίες, ας την προτάξουμε, όχι όμως ως εύκολη λύση μονομερούς αναφοράς σε έργα του παρελθόντος, αλλά ως βάση για νέες δημιουργίες.

Ζώντας μεγάλα διαστήματα στο εξωτερικό, συχνά με ρωτούν εδώ, εάν έχει αμαυρωθεί η εικόνα της Ελλάδας και τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να αλλάξει. Για να φτιάξουμε την εικόνα προς τα έξω, πρώτα πρέπει να φτιάξουμε τη ζωή μας μέσα. Αυτή είναι η ουσία.

Παρότι η σχέση της πολιτιστικής με την οικονομική ανάπτυξη θεωρείται αδιαμφιβήτητη για την Ελλάδα και επισημαίνεται από τους κρατικούς φορείς, δε μοιάζει να είναι πρακτικά στις προτεραιότητες της κρατικής πολιτικής. Το ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού για τον πολιτισμό ολοένα και μικραίνει καθρεφτίζοντας την απαξίωση προς κάθε μορφή τέχνης και την εξαιρετικά λανθασμένη εντύπωση πως ο πολιτισμός είναι πολυτέλεια. Διότι ακόμα και εάν κάτι τέτοιο δεν εκφράζεται αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει.

Είναι επιτακτική ανάγκη να γίνει συνειδητή η επενδυτική αξία στον πολιτισμό όσο και ο εξαιρετικά σημαντικός ρόλος μίας ουσιαστικά πεπαιδευμένης κοινωνίας για την ανάπτυξη κάθε τομέα και της χώρας συνολικά. Ο σχεδιασμός πρέπει να είναι τόσο μικροοικονομικός όσο και μακροοικονομικός.

Δεδομένου ότι θέλουμε να έχουμε διεθνείς και ευρωπαϊκούς φορείς αρωγούς σε κάθε μας προσπάθεια, ας δούμε αρχικά τη θέση τους σε σχέση με τον πολιτισμό.

Γνωρίζουμε ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ’40 η Unescoστις πρώτες κιόλας διακηρύξεις υπογραμμίζει τη σημασία του πολιτισμού και κυρίως το δικαίωμα συμμετοχής σε κάθε σχετική δραστηριότητα: «Καθένας έχει το δικαίωμα να συμμετέχει ελεύθερα στην πνευματική ζωή της κοινότητας, να χαίρεται τις καλές τέχνες και να μετέχει στην επιστημονική προόδο και στα αγαθά της». Με την Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Σύμβαση (1954) και αργότερα με τις Διεθνείς Διασκέψεις για την Πολιτιστική Πολιτική τέθηκαν ζητήματα σε σχέση με την διάρθρωση πολιτιστικών προγραμμάτων ανάπτυξης, τη διαφύλαξη των πνευματικών διακαιωμάτων, τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, προτάσσοντας πάντοτε την υποχρέωση των κρατικών μηχανισμών να παρέχουν τη δυνατότητα σε κάθε πολίτη να μετέχει στις πολιτιστικές διαδικασίες.

Διαπιστώνοντας την ευρωπαϊκή και παγκόσμια μέριμνα για τον πολιτισμό, ας δούμε τι εφαρμόζεται στη χώρα μας ώστε πρoτού ζητήσουμε περαιτέρω βοήθεια να είμαστε βέβαιοι ότι ως χώρα ενθαρρύνουμε στην πράξη μία ανθρωποκεντρική πολιτική.

Στέκομαι στο αδιαμφισβήτητο δικαίωμα συμμετοχής του καθενός στον πολιτισμό σε μία χώρα που σχεδόν διακυβεύεται η ισότιμη συμμετοχή στη βασική εκπαίδευση. Δε μιλάω σε θεωρητικό επίπεδο αλλά στην πράξη. Στέκομαι στο αδιαμφισβήτητο δικαίωμα συμμετοχής στον πολιτισμό με ευκολία πρόσβασης και άνευ διακρίσεων σε μία χώρα όπου ο υπερτιτλισμός παραστάσεων θεωρείται πολυτέλεια και οι προκηρύξεις για εισαγωγή σε σχολές ή διδασκαλία στα Πανεπιστήμια έχουν στις προϋποθέσεις τους το κριτήτριο της αρτιμέλιας.

Πριν αναζητήσουμε τις πολιτικές ας διαμορφώσουμε τις νοοτροπίες ή ας αναζητήσουμε τέτοιες πολιτικές ώστε να διαμορώσουμε νοοτροπίες.

Ίσως ακουστώ απαισιόδοξη αλλά θέλω να είμαι ρεαλίστρια ώστε να δούμε πρακτικά τι κάνουμε.

Η καλλιτεχνική εκπαίδευση είναι ελλειπής. Παρότι υπάρχει καταρτισμένο δυναμικό σε όλους τους καλλιτεχνικούς κλάδους, η απαξίωση των αντιστοίχων μαθημάτων ξεκινάει από τα σχολεία. Είναι γνωστό ότι τα καλλιτεχνικά μαθήματα συρρικνώνονται συνεχώς, με φωτεινές εξαιρέσεις κάποια ειδικά σχολεία που δίνουν την έμφαση εκεί. Το θέμα είναι τεράστιο και ο χρόνος εδώ ελάχιστος γιατί πραγματικά αξίζει να αναφερθεί κανείς σε κάθε κλάδο ξεχωριστά. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στο χώρο της Όπερας δεν υπάρχει ακόμα αναγνωρισμένη Ακαδημία και πολύ συνειδητά στα μουσικά ιδρύματα της χώρας προετοιμάζουμε τους μελλοντικούς μονωδούς για τις εξετάσεις τους σε ιδρύματα του εξωτερικού. Εκείνος που δεν έχει τη δυνατότητα να φύγει, αναγκάζεται συνήθως να κάνει το αντικείμενο των εξαιρετικά απαιτητικών σπουδών του, χόμπι. Στο Σινεμά, πέρα από τη… «μεγάλη του γένους σχολή» και κάποια νέα ιδιωτικά ιδρύματα, η – επιτέλους – πανεπιστημιακή σχολή στο είδος στερείται βασικής υποδομής. Σκηνοθέτης δε γίνεσαι στη θεωρία – και σας μιλάει υπέρμαχος της θεωρητικής κατάρτισης καταρχήν. Έζησα το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών όπου δίδαξα να αλλάζει φυσιογνωμία επειδή διακόπηκαν οι συμβάσεις για τα καλλιτεχνικά μαθήματα. Η δε επιλογή διδασκόντων γενικότερα βασίζεται συχνά σε μία σειρά από κριτήρια μοριοδότησης σύμφωνα με τα οποία ο Μότσαρτ θα θεωρείτο τουλάχιστον «ακατάλληλος» για να διδάξει σύνθεση αφού τη θέση του θα έπαιρνε ένας πολιτικός μηχανικός επειδή έχει πτυχίο ΑΕΙ.

Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά ακόμα αλλά θα σταθώ μονάχα επιγραμματικά στις πρότερες αναφορές. Δε θέλω να κουράσω με επιμέρους αναλυτικές προσεγγίσεις αλλά πραγματικά γνωρίζοντας τον χώρο, η αναβάθμιση των φορέων της μουσικής δεν είναι μία πολύπλοκη διαδικασία – μπορώ να μιλήσω πολύ συγκεκριμένα, ίσως έχουμε την ευκαιρία στη συζήτηση. Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Mediaβοήθησε το Σινεμά – πόσο όμως ήταν γνωστό? Και επιτέλους, ποιοι απαρτίζουν τις επιτροπές που κρίνουν τη σχέση των ανθρώπων με τα γνωστικά αντικείμενα όταν δεν τα κατέχουν οι ίδιοι?

Δεν έχει νόημα να συζητάμε και να απαιτούμε, αν θέλετε, τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δεν μπορούμε να επιλύσουμε κάποια βασικά ζητήματα μόνοι μας.

Ο πολιτισμός είναι παιδεία και είναι λάθος να αντιμετωπίζεται ως ένας κλάδος που αφορά μόνο μία μερίδα ανθρώπων. Ζητάμε ανθρώπους με ευαισθησία, καλλιέργεια και κριτική ικανότητα, απαραίτητα στοιχεία προφανώς για κάθε κλάδο. Κι αν το ζητούμενο είναι η παραγωγικότητα – μεγάλη και αυτή η συζήτηση, γιατί αυτό που αφορά είναι η ποιοτική παραγωγή – αυτή είναι σίγουρα αυξημένη όταν η σκέψη των ανθρώπων είναι οξυμένη.

Επί του πρακτέου και στην τόσο δύσκολη αυτή περίοδο, το ζήτημα είναι πώς μπορούν να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για τη μείωση της ανεργίας ανά κλάδο. Ως προς τα πολιτιστικά, ήδη οι νήξεις που κάναμε για τη διαφορετική διάρθρωση των ιδρυμάτων που ήδη υπάρχουν δίνουν τη δυνατότητα να ανοίξουν θέσεις εργασίας. Εδώ πραγματικά η Ευρωπαϊκή Ένωση βοηθάει ουσιαστικά αφού ανά διαστήματα γνωστοποιούνται νέα προγράμματα. Αναφερθήκαμε στο Mediaόπως υπήρχε και το Culture και τώρα ξεκινάει το πρόγραμμα της Δημιουργικής Ευρώπης με δίκτυα συνεργασίας και άξονες για τις παρασταστικές τέχνες και τα οπτικοακουστικά τόσο για μεγάλους φορείς όσο και για μικρότερες ομάδες. Ναι, τέτοια προγράμματα δίνουν τη δυνατότητα μίας επενδυτικής πολιτικής στο κομμάτι του πολιτισμού. Δημιουργούν υποδομές και για ισότιμη πρόσβαση και διεύρυνση κοινού και ενθαρρύνουν τους νέους να ασχοληθούν με το αντικείμενο. Το ζήτημα είναι όμως να υπάρχει μία ουσιαστική ενημέρωση των νέων από τα Πανεπιστήμια τουλάχιστον για τα προγράμματα αυτά.

Ακούω συχνά – δυστυχώς –ότι λόγω της κρίσης αυξήθηκε η δημιουργικότητα. Είμαι πολύ επιφυλακτική στο να εκφράζεται κάτι τέτοιο γιατί ενθαρρύνει την εκμετάλλευση των νέων ή και των λιγότερο νέων από κάποιους φορείς. Στο όνομα της κρίσης, πολλοί ήταν εκείνοι που αποποιήθηκαν των οικονομικών τους υποχρεώσεων και περίπου έδειχναν ότι σου έκαναν τη χάρη που συμμετείχες αφιλοκερδώς στα πολιτιστικά τους εγχειρήματα. Η νεανική ορμή του «πάμε όλοι μαζί εκ των ενώντων» αρχίζει να φθίνει όταν η διαδικασία αυτή τείνει να γίνει ο κανόνας. Εάν θέλουμε να ενισχύσουμε τον πολιτισμό οφείλουμε να μεριμνήσουμε πρώτα για τους ανθρώπους του. Ξέρετε, σε μεγάλο ίδρυμα της χώρας με το οποίο έχω συνεγαστεί για χρόνια ήρθε στα χέρια μου μία μελέτη της κτιριακής υποδομής όπου με χαρά οι υπεύθυνοι μου ανακοίνωσαν τις επενδύσεις που πρόκειται να γίνουν από το εξωτερικό για την αναδιάρθρωση του κτιρίου. Στον χώρο αυτό οι εργαζόμενοι είναι – ή είμαστε – δύο χρόνια απλήρωτοι. Τους φορείς δεν τους απαρτίζουν τα νέα βελούδινα καθίσματα αλλά οι άνθρωποι. Είμαι σαφώς υπερ των νέων υποδομών αλλά ας φροντίσουμε πρώτα τις δομές μας και ας δείξουμε σαφή προτεραιότητα στους μελλοντικούς επενδυτές ακόμα και αν η διάθεσή τους είναι αρχικά διαφορετική.

Νομίζω πως κουράστηκα πια να προσπαθώ να πείσω γονείς για το πόσο σημαντικό είναι να αφήσουν τα παιδιά τους να ασχοληθούν με τις τέχνες. Θα αρχίσουν να μου τελειώνουν τα επιχειρήματα. Η αγωνία τους κατανοητή και όχι πια δίχως αιτία. Μα το χειρότερο, πώς να συνεχίσω να κινητοποιώ τους φοιτητές μου που είναι και τώρα μπροστά μου να συνεχίσουν να μελετούν γιατί όσο περισσότερο εμβαθύνουν τόσο πιο ουσιαστικοί καλλιτέχνες θα γίνουν – όταν τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά απαξιώνονται, όπως είδαμε πρόσφατα, και μέσα στο χώρο της εκπαίδευσης.

Δε μιλάω θεωρητικά αλλά μέσα από την εμπειρία μου ως σκηνοθέτις εδώ και κυρίως στο εξωτερικό – άρα βιώνω τη διαφορά – ως διδάσκουσα σε Πανεπιστήμια και καλλιτεχνικά ιδρύματα – αλλά και ως μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Κρατικού Θεάτρου.

Οι πρωταρχικές λύσεις υπάρχουν και είναι μπροστά μας αλλά έχουμε καταρρεύσει τόσο – κι ας μην το παραδεχόμαστε – που δεν μπορούμε να τις δούμε.  Δεν είναι μόνο η οικονομική ανέχεια. Είναι η απουσία τόλμης να αλλάξει κάτι. Και κάτι προσωπικό εάν μου επιτρέπετε. Πριν χρόνια είχα πει σε μία συνέντευξή μου εδώ πως «είναι εμπόδιο να είσαι σήμερα νέος στην Ελλάδα». Είμαι πια λιγότερο νέα από τότε αλλά φοβάμαι πως θα πω την ίδια φράση- όχι αναγκαστικά για εμένα όσο και για τους επόμενους. Ας έχουμε λιγότερη καχυποψία στους ανθρώπους με διάθεση και θάρρος, η πείρα είναι σπουδαία και σεβαστή αλλά δεν είναι αρκετή για να αλλάξει ο κόσμος.

Σας ευχαριστώ πολύ.

COVER2

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Πολιτισμός και πολιτική

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.