Αρζεντίνα

Αυτό δεν είναι τραγούδι #193
Dj της ημέρας, η Ελένη Κεχαγιόγλου

«Τα κύματα της θάλασσας μου το `πανε αυτή η νύχτα μένει, για αύριο ποιος ξέρει» γράφει και τραγουδά για τους Χειμερινούς Κολυμβητές ο Αργύρης Μπακιρτζής — και θες που μας συλλαμβάνει εξαπίνης ο στίχος έτσι όπως αρχίζει χωρίς μουσική εισαγωγή, θες η ψαρωτική βραχνάδα της φωνής του, περνάει —ποιητική αδεία— το γεγονός ότι «τα κύματα της θάλασσας του το ‘πανε». Κι αυτό μάλλον διότι διψάει ο άνθρωπος να ζήσει, έστω χάρη στην τέχνη, έστω χάρη σε ένα τραγούδι, σαν να μην υπάρχει αύριο («αυτή η νύχτα μένει»).

Πριν από λίγα χρόνια,  παρακολούθησα τον Αργύρη Μπακιρτζή σε μια από τις αθηναϊκές του εμφανίσεις. Ήταν κεφάτος και επικοινωνιακός. Όταν έφτασε η ώρα της «Αρζεντίνας», την προλόγισε λέγοντας: τώρα θα πω ένα τραγούδι που ξεκινά με το στίχο «τα κύματα της θάλασσας μου το ‘πανε» — τον διακόπτουμε, με ενθουσιώδη χειροκροτήματα, οι θεατές — μεγάλη επιτυχία η «Αρζεντίνα» στο κοινό των Χειμερινών Κολυμβητών — γελάει ο Μπακιρτζής, λέει κάτι σαν: «Όποτε τραγουδάω αυτό το τραγούδι, πάντα όλοι χαίρονται, τους αρέσει, το τραγουδάνε. Όταν όμως το έγραψα, σκεφτόμουνα: “Τι λες, ρε μεγάλε; Σοβαρά; Τα κύματα της θάλασσας σου το ‘πανε; Ποιος είσαι, ρε πούστη, που σου το ‘πανε τα κύματα της θάλασσας;  Όχι, ποιος είσαι δηλαδή…”»

Γελάσαμε όλοι τότε, είναι πάντοτε γοητευτικός ο αυτοσαρκασμός ενός επιτυχημένου καλλιτέχνη, ίσως επιπλέον έτσι, μέσω του χιούμορ, να γίνεται πιο οικείος όποιος θαυμάζουμε. Γέλασα κι εγώ, και σιωπηρά κάγχασα τον νεανικό μου εαυτό, που είχε αναγάγει τη μελαγχολία σχεδόν σε τρόπο σκέψης, και για τον οποίο η φράση «τα κύματα της θάλασσας μου το ‘πανε» είχε γίνει θέμα συζήτησης σε ένα από τα συνήθη ξενύχτια με ποτά και τσιγάρα. Τότε, για μας βέβαια, δεν επρόκειτο για ξενύχτια, έτσι ήταν η νύχτα: η νύχτα ήταν για να την πιεις μέχρι την τελευταία σταγόνα. Με τη συμφοιτήτριά μου καταλήξαμε εντέλει ότι ο στίχος σημαίνει «η ψυχή μου μου το ‘πε» ή «επειδή έτσι γουστάρω κι αγαπώ» ή «αφού το θέλω», ανάγοντας την επιθυμία στο πρωτεύον ζήτημα· ήμασταν είκοσι χρονών. Από εκείνο το βράδυ και εφεξής, όποτε συναντιόμασταν, αντί για «καλημέρα», «καλησπέρα», «γεια», λέγαμε: «Τα κύματα της θάλασσας μου το ‘πανε». Η συμφοιτήτριά μου μια μέρα, θα ήταν δεν θα ‘ταν είκοσι δύο χρονών, όταν έμαθε ότι πάσχει από ανίατη αρρώστεια, πήρε φόρα με τη μηχανή και έπεσε σε έναν τοίχο ξημερώματα — «δεν έστριψε στη στροφή» είπαν οι εμπειρογνώμονες — «αυτή η νύχτα μένει» θα ψιθύριζε μέσα της, αποφάσισα εγώ, και έπαψα από τότε να τη σκέφτομαι με το όνομά της, καθώς ήταν ο πρώτος συνομήλικός μου άνθρωπος που περνούσε στην ανυπαρξία.

«Ποιος είσαι, ρε πούστη μου; Τα κύματα της θάλασσας σου το ‘πανε;» ρώτησα κι εγώ τον νεανικό μου εαυτό εκείνο το βράδυ. Εκείνος δεν απάντησε· βολεύτηκε καλύτερα στη γωνιά του στο κεφάλι μου που δικαιωματικά τού ανήκει, και χαμογέλασε με ελαφρώς μπλαζέ μειδίαμα.

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.