Αυτό δεν είναι τραγούδι #194
Dj της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης
Σωτήριον έτος 1988, ένα από τα δύο που αφιέρωσα, εκών άκων, στην υπηρεσία της πατρίδας. Πρώτος σταθμός στη θητεία μου ήταν μια μονάδα ραντάρ σε βουνοκορφή αιγαιοπελαγίτικου νησιού. (Βουνοκορφή σε νησί, τώρα, εντάξει: λοφοκορφή.) Η δύναμη της μονάδας ήταν περίπου 60 ανεμοδαρμένες ψυχές, έφεδροι και μόνιμοι, οπότε όλοι, λίγο-πολύ, γνωριζόμασταν μεταξύ μας. Εκ των πραγμάτων, οι πάντες συναναστρέφονταν τους πάντες, αλλά, όπως συμβαίνει πάντα σε ανάλογες περιστάσεις, υπήρχε διαβάθμιση στις συναναστροφές.
Σ’ αυτή τη μικρογραφία της κοινωνίας, ο Νάσος ήταν το μαύρο πρόβατο: πολιτικές απόψεις στα αριστερά όρια του φάσματος, ντύσιμο “μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες” στις εξόδους, τσιτάτα του Γκι Ντεμπόρ στις κουβέντες – δεν ήθελαν και πολύ οι άλλοι, οι “mainstream”, να τον κατατάξουν: φρικιό! Εγώ τον συμπαθούσα γιατί ήμασταν και οι δυο “παππούδες” (έφεδροι εξ αναβολής, δηλαδή) και “σειρούλες” (είχαμε παρουσιαστεί την ίδια μέρα), αλλά κυρίως γιατί μιλούσαμε πολύ για μουσική και κινηματογράφο. Εκείνος με προσφωνούσε «ροκά λάιτ» γιατί άκουγα Clash, Magazine, Costello, τέτοια. Ο ίδιος άκουγε Crass, Chumbawamba, Dead Kennedys, και για να ξαλεγράρει Hüsker Dü. Κόλαση! Σκοτωνόμασταν, αλλά με ανεχόταν γιατί ήμουν ό,τι πιο κοντά στις προδιαγραφές του υπήρχε τριγύρω. Ναι, ήταν απόλυτος. Έτσι και του έλεγες ότι άκουγες Smiths ή Cure, σου έκοβε την καλημέρα. (Δεν συζητώ για ελληνικά, έντεχνα και μη: πάθαινε αναφυλαξία.) Εγώ τον κούρντιζα, εκείνος φούντωνε κι αγόρευε, κι έτσι περνούσαν οι μέρες – όπερ και το ζητούμενο.
Παρότι ήμασταν και οι δύο σμηνίες (βαθμοφόροι!), ενίοτε φυλάγαμε και σκοπιά, επειδή ήμασταν λίγοι. (Τώρα, γιατί φυλάγαμε σκοπιά γενικώς, θα σας γελάσω. Άντε, δηλαδή, και να έρχονταν κολυμπώντας τα κομάντα από την Ανατολή με τις ξιφολόγχες στα δόντια· τι θα κάναμε; Θα τους δείχναμε πώς λύνεται το M1;) Μια νύχτα, έτυχε να τον αλλάξω στη σκοπιά στα Μεταφορικά (α ναι, φυλάγαμε και τα αυτοκίνητα, αυτό δα έλειπε – αν τα κλέβανε και μετά τα πήγαιναν σφαίρα στο φέριμποτ; – δεν το διακινδυνεύαμε). Ήταν 2 μετά τα μεσάνυχτα (είχα το γερμανικό). Και χειμώνας: ψοφόκρυο και υγρασία – συνδυασμός που κάνει τα κόκκαλα λειτουργικές καστανιέτες. Κάναμε ένα τσιγάρο παρέα και μετά ο Νάσος πήγε για ύπνο. Μπήκα στο φυλάκιο να γλιτώσω από το αγιάζι και είδα ότι ο Νάσος είχε ξεχάσει το walkman του. (Ναι, και το τσιγάρο και τo walkman απαγορεύονταν στη σκοπιά – άρα, σιωπηλά επιτρέπονταν. Είναι τρέλα ο στρατός!) Να του το πάω δεν υπήρχε περίπτωση, ήμουν σκοπός. Περίμενα ότι θα γύριζε να το πάρει, αλλά μάλλον θα είχε πέσει ξερός για ύπνο. Εγώ δεν είχα walkman, μ’ ένα ραδιοφωνάκι την έβγαζα. Πήρα στα χέρια μου τη θήκη της κασέτας και, με τη βοήθεια του αναπτήρα, διάβασα στη ράχη: «NO WAVE – DARK NOISE – NUT CRACKER». Ωχ, είπα μέσα μου, κονομήσαμε. “Nut Cracker” (έτσι γραμμένο, δύο λέξεις – «όχι Καρυοθραύστης» μου είχε διευκρινίσει ο ίδιος όταν τον είχα ρωτήσει σχετικά) ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Νάσου. Έπαιζε κιθάρα (έτσι έλεγε – εννοώ, ότι έβγαζε ήχους από μια κιθάρα –με είχε βάλει, χαριστικά, να ακούσω δείγμα–, αλλά θα ήμουν τολμηρός αν έλεγα ότι “έπαιζε κιθάρα”) και όταν απολυόταν θα έφτιαχνε την απόλυτη post-post-punk μπάντα Cracker & The Nuts.
Καθώς είχα δυο ώρες για σκότωμα, φόρεσα τα ακουστικά και, αφού προετοιμάστηκα ψυχολογικά να πατινάρω στις χορδές του χάους, πάτησα το play. Και αντί για τους αναμενόμενους (στο καλό σενάριο) Suicide, άκουσα το “Footsteps” των Motels! Μετά το πρώτο σοκ, άρχισα να χορεύω με το M1. Άκουσα και τις δύο πλευρές από δύο φορές. Τι guilty pleasure ήταν αυτή; Περιείχε όλη την pop εϊτίλα που μπορεί να αντέξει άνθρωπος χωρίς να του γίνει το μαλλί σαν της Φάρα Φόσετ από μόνο του. Από “Betty Davis Eyes” μέχρι “Tainted Love” και από “Come on Eileen” μέχρι “Walking on Sunshine”. Λύσσαξα να χοροπηδάω (αν το M1 είχε χέρια, θα με φασκέλωνε). Στο τέλος, έβγαλα την κασέτα από το walkman και, πάλι στο φως του αναπτήρα, διάβασα: «Α πλευρά: Κατερίνα» και «Β πλευρά: [Καρδούλες]». Κατερίνα;! Είχα την εντύπωση ότι η επομένη θα ήταν μια μέρα για τα highlights της θητείας μου.
Μετά το πρωινό, βρήκα τον Νάσο να πίνει καφέ στο κυλικείο. Του έδωσα το walkman, με ευχαρίστησε και το έβαλε στην πλαϊνή τσέπη της φόρμας. Κουβέντα για την κασέτα. Τον περιεργάστηκα· ανέκφραστος σαν ερασιτέχνης χαρτοπαίκτης. Μόνο που δεν μπλόφαρα· είχα φύλλο να βάλεις τα κλάματα! Έβγαλα την κασέτα από την τσέπη και του την έδωσα.
«Πάρε και την κασέτα».
«[Βρυχηθμός ακατάληπτος]»
«Με πήρε το No Wave και με σήκωσε χθες το βράδυ».
«[Αναστεναγμός]»
«Ποια είναι η Κατερίνα, ρε σειρούλα;»
«Η αδερφούλα μου. Πιτσιρικάκι είναι, τι περιμένεις;»
Όσο πήγαινε γινόταν και καλύτερο! Έβαλε την κασέτα στην τσέπη και άναψε τσιγάρο με το βλέμμα στο πάτωμα. Το είχε πάρει βαριά, αλλά δεν είχα τελειώσει ακόμα.
«Και την άλλη σου αδερφή πώς τη λένε; Μανίνα;»
Ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Το αξιακό του σύστημα δίπλωσε σαν τριαξονικό στον πάγο. Μέχρι που τον λυπήθηκα. Λίγο ακόμα, είπα μέσα μου, και τέλος. Στο φινάλε, σιγά το έγκλημα: όλοι κρυφο-ακούγαμε pop εκείνες τις μέρες (μόνο που δεν μας έπιαναν όλους στα πράσα, ε;)
«Έλα, ρε, πώς κάνεις έτσι; Δεν πρόκειται να σε δώσω!»
Αναθάρρησε!
«Δεν τρέχει τίποτα, σιγά τώρα», είπε, αλλά τα μάτια του γέμισαν ελπίδα.
«Όπως και να’ χει, θα πάρω το μυστικό σου στην πίστα του θανάτου. Καλημέρα, Nut Κρακεράκι. Και καλές ακροάσεις».
Τον άφησα ξερό κι έφυγα. Ήταν όντως μια καλή μέρα.
[Μέσα σε κείνη την κασέτα ήταν κι ένα τραγούδι που μου άρεσε περισσότερο από τα άλλα – κι εξακολουθεί να μου αρέσει: το “Hazy Shade of Winter” – όχι το αυθεντικό των Simon & Garfunkel από το 1966, αλλά η διασκευή των Bangles όπως ακουγόταν στην ταινία “Less than Zero” (1987). Πιο eighties, στους ώμους σου φυτρώνουν βάτες!]
* * *
Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.
* * *
Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια


Σχολιάστε