—της Μαρίλυς Αργυροκαστρίτη—
Είδα την ταινία “Love is strange” και συγκινήθηκα βαθιά. Πρόκειται για την ιστορία ενός gay ηλικιωμένου ζευγαριού στο Μανχάταν της Ν. Υόρκης. Ο ένας ζωγράφος και ο άλλος μουσικός. Η ιστορία ξεκινά με τον γάμο τους μετά από 40 περίπου χρόνια κοινής ζωής. Αυτό το γεγονός όμως θα γίνει αιτία ο ένας από τους δύο να χάσει τη δουλειά του, καθώς εργαζόταν ως δάσκαλος μουσικής σε μια εκκλησία και ο γάμος του εναντιωνόταν στα εκκλησιαστικούς κανονισμούς. Από εκεί ξεκινά το δράμα του ζευγαριού, καθώς θα πρέπει να πουλήσουν το σπίτι τους και δεν έχουν την δυνατότητα να νοικιάσουν άλλο. Έτσι θα πρέπει να περιμένουν κάποιο διαμέρισμα με ελεγχόμενο δημοτικό ενοίκιο να βρεθεί και για εκείνους, σύμφωνα με τον κανονισμό της Ν. Υόρκης για τις ευπαθείς οικονομικά ομάδες του πληθυσμού. Στο μεσοδιάστημα πρέπει να χωριστούν κι ο ένας μετακομίζει στην οικογένεια του ανιψιού του και ο άλλος με ένα νεαρό φιλικό ζευγάρι.
Η ταινία δεν θα έπρεπε να λέγεται «Η αγάπη είναι παράξενη» αλλά «Η αγάπη είναι δύσκολη». Τα ζητήματα ανεκτικότητας αναδύονται στην επιφάνεια αμέσως μόλις εμφανίζονται οι δυσκολίες και για τα δύο μέρη, και για το ζευγάρι αλλά και για τους φίλους και συγγενείς που προστρέχουν σε βοήθεια τους.
Έτσι όπως το βλέπω εγώ δεν είναι μόνο ένα δράμα σχέσεων αλλά και μια βαθιά πολιτική ταινία. Πολύ συχνά όταν λέω ότι είμαι φεμινίστρια και υπέρμαχος του κοινωνικού φιλελευθερισμού ακούω να μου λένε για ψιλά γράμματα, και «εδώ δεν έχουμε να φάμε, ραπανάκια για την όρεξη». Λες και η ανάπτυξη και η ευημερία είναι κάτι χώρια από την ατομική εξέλιξη και την πνευματική ανάταση. Η ελευθερία έκφρασης στην καθημερινότητα αλλά και υπαρξιακά είναι η καλύτερη πλατφόρμα για την ευμάρεια επειδή εξάγει τον φόβο και εισάγει την ανοχή, την συνύπαρξη, τη σκέψη, την παραγωγικότητα. Αλλά συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: μόλις στενέψουν τα οικονομικά περιθώρια στενεύουν και τα μυαλά μας, φταίει ο άλλος κι αμέσως μόλις τον εξοντώσουμε θα αποκτήσουμε τον χώρο του και το φαΐ του, θα είμαστε καλύτερα. Έτσι την πληρώνουν οι ομοφυλόφιλοι, οι φτωχές γυναίκες, οι άσχημες γυναίκες, οι μετανάστες, τα αδύναμα παιδιά, οι ηλικιωμένοι που δεν έχουν παιδιά, οι άρρωστοι, οι διαφορετικοί άντρες. Εκεί δοκιμάζεται και μετριέται η αγάπη μας και συνήθως ευρίσκεται ελλιποβαρής. Κι όχι μόνο αυτή αλλά και η ανοχή μας, που η έλλειψη της είναι τελικά η αποστροφή προς το λιγότερο ευγονικό κομμάτι του εαυτού μας που αρνούμαστε να δούμε επειδή είμαστε πολύ απασχολημένοι να παρατηρούμε τον «άλλο».
Μέσα σε όλο αυτό δεν χωράνε μόνο οι προφανείς αποδέκτες του ρατσισμού, που σίγουρα στα λόγια όλοι καταδικάζουν. Στη χώρα μας δομείται η ρητορική μίσους και το τυφλό πλήθος ψάχνει να κατατάξει τους εχθρούς σε αριστερούς και δεξιούς, πατριώτες και προδότες. Και σχολιάζουμε τα ρούχα και τον σακάτη τον Σόιμπλε και τι ωραία τεστοστερονούχοι που είμαστε έναντι των ομοφυλόφιλων βορείων που θα έλεγε και ο Νικολόπουλος. Γι’ αυτό και ήταν πολιτική η ταινία. Επειδή η μάσκα του τέρατος είναι το πρόσωπο του θυμού και το τέρας αυτό σκοτώνεται μόνο με την ανοχή και την ενδοσκόπηση, τον διάλογο και την αυτοσυγκράτηση. Κι αυτό στην ταινία το μαθαίνουν πρώτα οι ηλικιωμένοι και ο έφηβος της ιστορίας, εκείνοι δηλαδή που βάλλονται αλλά αδυνατούν να αντιδράσουν. Μπορούν μόνο να παρατηρήσουν και να στοχαστούν.
Να μην ξεχάσω να αναφέρω τις εξαιρετικές ερμηνείες των John Lithgow και Alfred Molina και την υπαινικτική (σαν τα μουσικά μοτίβα του Chopin που ακούγονται) σκηνοθεσία του Ιra Sachs. Να την δείτε κι εύχομαι να συγκινηθείτε.
* * *
Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Σινεμά


Σχολιάστε